Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Dunkirk δια τρία-Το πολεμικό σινεμά και το σινεμά του Νόλαν

Αρθογράφος:
Dunkirk δια τρία
Για την καλύτερη ταινία του καλοκαιριού έπρεπε να περιμένουμε το τέλος του
Το πολεμικό σινεμά και το σινεμά του Νόλαν

Η μεγάλη κινηματογραφική παράδοση του πολεμικού δράματος εν πολλοίς βασίζεται πάνω σε συγκεκριμένα θέματα και μοτίβα. Με το φόντο άλλοτε την γκρίζα και γκρεμισμένη Ευρώπη του 1940 και άλλοτε υγρές και αφιλόξενες ζούγκλες της ΝΑ Ασίας, το δυτικό σινεμά αναζητά μικρές και μεγάλες (πραγματικές και μη πραγματικές) ιστορίες για να υφάνει κινηματογραφικές αφηγήσεις για τον ηρωισμό, την δειλία, τον πατριωτισμό, τον παραλογισμό και την βιαιότητα του πολέμου. Οι ήρωες τα βάζουν με τους συσχετισμούς, με τους φόβους τους, με την ζαριά εκείνη που μπορεί να τους κάνει από ήρωες με ονοματεπώνυμο, τυχαία ανώνυμα θύματα μιας θλιβερής στατιστικής πεσόντων.

Μπορεί να είναι τυχαίο και όχι αξιοσημείωτο, μα από το 2010 μέχρι σήμερα έχουμε περισσότερες πολεμικές ταινίες απ’ ότι την δεκαετία του παροξυσμού τους, το 1950 (171 έναντι 163 σύμφωνα με την Wikipedia).  Ενώ από το 1930 είχαμε σταθερά πάνω από 50 πολεμικές ταινίες ανά δεκαετία, τη δεκαετία του ’90, εναρμονισμένο ίσως το σινεμά στην γραμμή του τέλους της ιστορίας, είχαμε μόλις 35. Ωστόσο, η συνεχής και αμείλικτη άρνηση της ιστορίας να τελειώσει ίσως έχει συμβάλει σε μια επιστροφή του συγκεκριμένου είδους, που από το 2000 μέχρι το 2020 θα έχει φτάσει κοντά στις 300 ταινίες.

Το Dunkirk του Christopher Nolan, βασισμένο στην πραγματική ιστορία διάσωσης >300.000 στρατιωτών από τις ακτές της Δουνκέρκης από ένα συνδυασμό στρατιωτικών δυνάμεων των Συμμάχων και Άγγλων πολιτών, είναι μια ταινία που αναμετράται με όλα τα κλασσικά μοτίβα του πολεμικού δράματος και ανήκει σαφώς σε αυτό το είδος, αλλά σε τελική ανάλυση είναι πρώτα και κύρια μια ταινία του σκηνοθέτη της, με όλα τα καλά και τα κακά που μπορεί να σημαίνει αυτό. Στην περίπτωση ενός από τους τελευταίους auteur, του Christopher Nolan (Memento, Inception, Batman Trilogy, Interstellar), τα καλά είναι αρκετά περισσότερα. Η ταινία μπορεί να ιδωθεί (αφηγηματικά αλλά και θεματικά) ως σύνολο τριων αλληλένδετων κομματιών.
Ο χρόνος, ξανά
Αν θέλει κάποιος να βρει κάποια κοινά θέματα στα πιο μεγαλεπήβολα προσωπικά οράματα του Nolan (φερ ειπείν, το Inception και το Interstellar), θα εντοπίσει σαφώς τον Χρόνο. Ένα όνειρο στο Inception κρατά μονάχα τα δευτερόλεπτα του REM, ωστόσο εντός του ονείρου ο χρόνος διαστέλλεται: Σε πολύ βαθιά επίπεδα ύπνου για παράδειγμα,  η διάρκεια του ονείρου μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή σχεδόν, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί μονάχα όσο μια απογευματινή σιέστα. Στο Interstellar η βαρύτητα εξουσιάζει το χρόνο ακόμα πιο κυριολεκτικά: Η παραμονή των ηρώων σε έναν πλανήτη κοντά στο βαρυτικό κέντρο μιας μαύρης τρύπας κρατά μόλις ένα τέταρτο, αλλά όταν επιστρέφουν στο διαστημόπλοιό τους έχουν περάσει περίπου 35 χρόνια. Και στις δυο περιπτώσεις, ο χρόνος είναι αμείλικτος, «αφιλόξενος», οριακά εχθρός.

Το Dunkirk από την άλλη, ως πολεμικό δράμα και μάλιστα βασισμένο σε μια εντελώς πραγματική (και άρα χωροχρονικά τοποθετημένη) ιστορία, πιθανότατα να σηματοδοτούσε μια θεματική στροφή για τον σκηνοθέτη. Ωστόσο, πολύ γρήγορα αποκαλύπτεται πως δεν είναι παρά ένα ακόμα (πρόσφορο όπως αποδεικνύεται) έδαφος για να κατασκευάσει ο σκηνοθέτης τα παιχνίδια του με το χρόνο: Από την έξοχη εισαγωγική σκηνή ακόμα μας πληροφορεί για ένα πολύ συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα: Στην ακτή, οι στρατιώτες έμειναν μια εβδομάδα. Τα ιδιωτικά πλοιάρια που ανέλαβαν το μεγαλύτερο φορτίο της διάσωσης, χρειάστηκαν μια μέρα για να περάσουν την Μάγχη. Η αεροπορική βοήθεια για να σταματήσει τα βομβαρδιστικά των Γερμανών, χρειάστηκε μια ώρα. Με αυτά ως δεδομένα, ο Nolan κατασκευάζει μια αφήγηση μη γραμμική, όπου πολλές σκηνές επικαλύπτονται ανάλογα με την οπτική γωνία (POV), που είναι διαμοιρασμένη σε τρεις βασικούς άξονες, έναν για κάθε χρονικό συνεχές.

Με άλλα λόγια, τα γεγονότα εκτυλίσσονται παράλληλα στην αφήγηση αλλά σε διαφορετικούς (κανονικούς) χρόνους. Το εγχείρημα αυτό αποτελεί εμφανώς την βασική κατασκευαστική ανησυχία και επιδίωξη του σκηνοθέτη και ασφαλώς απαιτεί την συγκέντρωση του θεατή. Στην ακτή της Δουνκέρκης έχουμε δυο κεντρικές φιγούρες: Έναν ανώνυμο στρατιώτη που αναζητά συνεχώς τρόπους να διαφύγει (Fionn Whitehead, ίσως ότι πιο κοντά στην έννοια του «πρωταγωνιστή» του έργου), και του οποίου η ιστορία συνιστά μια ιστορία επιβίωσης ∙ Έναν ανώτερο αξιωματικό του Ναυτικού (Kenneth Brannah) που συντονίζει το «φόρτωμα» των στρατιωτών στα πλοία και είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο μοναδικός που «βλέπει» και τις τρεις χρονικότητες ταυτόχρονα. Στον «αέρα» δεσπόζει η αγαπημένη του Nolan φιγούρα του Tom Hardy*, που πιλοτάρει ένα Spitfire της Αγγλικής αεροπορίας και η ιστορία του είναι μια ιστορία ηρωισμού. Στη θάλασσα, η οπτική μας γωνία έρχεται μέσα από ένα ιδιωτικό πλοιάριο το οποίο κουμαντάρει ο Mark Rylance (όσο Άγγλος και ηρωικός χρειάζεται για να έχει την καλύτερη ερμηνεία του έργου) και από το οποίο διασώζεται ένας ακόμα ανώνυμος στρατιώτης (Cillian Murphy) που δεν συμμερίζεται καθόλου τον ανιδιοτελή ηρωισμό του καπετάνιου και αρνείται να γυρίσει πίσω στην ακτή.

Μια σειρά από ελλάσσονες ακόμα ήρωες περνούν από την οθόνη και στα τρια επίπεδα, που «συγχωνεύονται» λίγο πριν το φινάλε της ταινίας. Θα ήταν όμως πολύ μερικό να δει κανείς το έργο αυτό ως μια επίδειξη σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ στην «ανασύνθεση» της γραμμικής αφήγησης και στο παιχνίδι με το χρόνο∙ αυτό που κάνει την ταινία μια πραγματικά έντονη (σε σημεία εξουθενωτική) εμπειρία είναι όλα τα υπόλοιπα με τα οποία καταπιάνεται ο Nolan.
Ο φόβος, ξανά
Αν και είναι φανερή η πρόθεσή του να «γεμίσει» το κάδρο του με μεγάλα πλάνα, λίγα πράγματα βλέπουμε από τους πραγματικούς «αριθμούς» της Δουνκέρκης. Η «τάξη μεγέθους» του ιστορικού γεγονότος περισσότερο υποννοείται παρά τη βλέπουμε: Από τους 400.000 στρατιώτες της ακτής σε κάποια πλάνα ίσως βλέπουμε μερικές δεκάδες χιλιάδες. Από τα εκατοντάδες πλοιάρια που κατέφτασαν για να συλλέξουν τους στρατιώτες ίσως βλέπουμε καμιά δεκαριά. Από τα δεκάδες αεροπλάνα που αναμετρήθηκαν με τα γερμανικά βομβαρδιστικά, βλέπουμε τρια. Είναι όμως φανερή η πρόθεση του Nolan να μην αναμετρηθεί μια ακόμα «Απόβαση στη Νορμανδία» (όπως έκανε ο Spielberg στην «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν») αλλά με κάτι που θα πλησίαζε περισσότερο προς τα «κοντινά» της υπαρξιακής αγωνίας της «Λεπτής Κόκκινης Γραμμής» του Malick (χωρίς βέβαια να συγκρίνονται οι δυο ταινίες). Αυτό που εκλαμβάνουμε από την Δουνκέρκη δεν είναι τα μεγάλης κλίμακας πλάνα μιας μεγάλης κλίμακας διάσωσης, αλλά τα πολύ πολύ ειδικότερα πλάνα μιας φρίκης που μοιάζει να συναθροίζει όλες τις πιθανές νευρώσεις και φοβίες του θανάτου. Ο φόβος του πνιγμού, ο φόβος του εγκλωβισμού, ο φόβος της εγκατάλειψης, ο φόβος της φωτιάς, ο φόβος του ύψους, όλοι οι φόβοι γίνονται ένας και αδιαίρετος φόβος του επερχόμενου θανάτου. Οι στρατιώτες δεν αισθάνονται ήρωες, ακόμα και όταν επιστρέφουν και δουν (δεν είναι spoiler) τους Άγγλους να τους επευφημούν. Οι στρατιώτες ζουν και πεθαίνουν από τύχη, και ο Nolan φροντίζει να εστιάσει σε αυτό το γύρισμα της ρουλέτας, ομολογώντας και ο ίδιος πως η ταινία του είναι περισσότερο ένα θρίλερ παρά ένα πολεμικό έπος.

Πράγματι, η ταινία, «μαζεμένη» σε 100 σφιχτά λεπτά (ας θυμηθούμε πως ακόμα και τα Batman του ξεπερνούσαν κατά πολύ τις 2 ώρες), είναι ένα συνεχές κρεσέντο αγωνίας. Ελάχιστοι διάλογοι, εναλλαγές πανοραμικών και πολύ ειδικών πλάνων, επένδυση στα στοιχεία της φύσης (ειδικά το νερό χρησιμοποιείται με εκπληκτικό τρόπο) και στην αυθεντικότητα των σκηνών, η ταινία είναι καθηλωτική για πολλούς λόγους. Για  άλλη μια φορά όμως βασικός «αρωγός» της έντασης είναι ο (μόνιμος συνεργάτης του Nolan) Hans Zimmer.

Η μουσική του Zimmer (με τα ίδια όργανα πλην του organ με το Interstellar) είναι ο βασικός «διάλογος» του φιλμ, ασταμάτητη και κυριαρχική, που «ενώνει» τις διαφορετικές οπτικές γωνίες χωρίς να σταματά ανάμεσα στα cut του σκηνοθέτη. Άλλοτε είναι η αμείλικτη αίσθηση του χρόνου (όπου αντιγράφει εαυτόν από το Interstellar) και άλλοτε είναι η αμείλικτη αίσθηση του παρατεταμένου συναγερμού και του επερχόμενου θανάτου.

Ο Nolan, ξανά
Η ταινία είναι φασαριόζα, οπτικά μεγαλειώδης, καθηλωτική. Εντάξει, και ελαφρώς «στεγνή». Μοιάζει δηλαδή με την κατασκευή ενός πολύ ευφυούς δεξιοτέχνη που έχει πολύ σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθεί από συναισθηματικές ταυτίσεις και λοιπές «ευκολίες». Άλλωστε η πλειοψηφία των στρατιωτών είναι εντελώς ανώνυμοι, τυχαίες εστιάσεις μέσα στο πλήθος, ενώ η πραγματική έκβαση της ιστορίας είναι από μόνη της μια συγκινησιακή φόρτιση. Ο Nolan θέλει (από καιρό) να δείξει άλλα πράγματα. Κυρίως, να δείξει ότι άλλα πράγματα μπορούν να κινηματογραφηθούν. Πράγματι, τα περισσότερα από όσα κάνει μοιάζουν να μην έχουν κινηματογραφηθεί ξανά και η άρνηση του Nolan για πάσης φύσεως ευκολίες (π.χ. τα εκτεταμένα CGI) μας χαρίζει εδώ πολλά υπέροχα πλάνα, στον αέρα, το νερό και την γη.

Με άλλα λόγια, δεν είναι μια ταινία που θα βουρκώσει ένα θεατή όταν ο Tom Hanks θα πει «earn it» στον Matt Damon, δεν είναι μια ταινία που θα ανατριχιάσει με το παιχνίδι του Marlon Brando με τις σκιές ούτε μια ταινία που θα κάνει το βλέμμα συμφιλίωσης του Jim Cavizel πριν το θάνατο ένα πλάνο οπτικής ποίησης. Το Dunkirk είναι ένα επίτευγμα, αλλά άλλου είδους επίτευγμα. Δεν έρχεται τόσο να προσθέσει στην κινηματογραφική μυθολογία του πολέμου, όσο στην κινηματογραφική μυθολογία γενικά.

Η κάμερα του Nolan είναι ψυχρή σαν παγόβουνο και λεπτοδουλεμένη σαν χιονονιφάδα. Ίσως είναι και καλύτερα έτσι: Όταν κάπως εκβίασε συναισθηματισμούς, κατέληξε σε μάλλον γλυκερά μελό (θυμηθείτε τα περί αγάπης στο Interstellar).  Είναι μάλλον προς τιμήν του Nolan που συνεχίζει να «απαιτεί» από τους θεατές: Την προσοχή τους, την επαγρύπνησή τους, την εκτίμηση των κατασκευαστικών άθλων για να μπορέσει να δει ένα πλοίο να βυθίζεται χωρίς κοφτό μοντάζ αλλά με την κάμερα όντως να πληρώνεται αργά και σταθερά με νερό.

Ίσως εύλογα, είναι και προς τιμήν του πως και οι θεατές «απαιτούν» από αυτόν συνεχώς περισσότερα.  Κάποιοι ίσως πουν ότι η ταινία είναι πιο αδύναμη (θεματικά και τεχνικά) από τα ταξίδια του Nolan στο διάστημα, στην μνήμη, στα όνειρα, ακόμα και στην Gotham City. Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά μια ακόμα ταιριαστή ψηφίδα σε ένα αισθητικό και νοηματικό μωσαϊκό που ο σκηνοθέτης χτίζει μεθοδικά εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ο ρεαλισμός της αισθητικής του, όσο ψυχρός και αν μοιάζει πολλές φορές, βρίσκει στον πόλεμο ένα πολύ ταιριαστό έδαφος για απογύμνωση και σκληρότητα, μακριά από τους επικούς εξωραϊσμούς και τους πατριωτικούς ηρωϊσμούς.

Με όλες τις αρετές και τις αδυναμίες του πάντως, το Dunkirk είναι μια ταινία που είναι φτιαγμένη για το σινεμά. Όχι για μέτριο torrent ούτε για μια μέση οικιακή τηλεόραση, ακόμα και αν είναι από blue-ray. Το Dunkirk είναι αγνό και ατόφιο σινεμά, προορισμένο για την γοητεία και την συγκίνηση της σκοτεινής αίθουσας. Θα προκαλέσει ένταση, ασφυξία, πνιγμό και σφίξιμο της πολυθρόνας και θα φέρει ανακούφιση και λύτρωση (η ιστορία της Δουνκέρκης φρόντισε για αυτό άλλωστε).

Είναι με άλλα λόγια μια εξαιρετική επιστροφή για την πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική σεζόν που ξεκινά.
*Μεταξύ σοβαρού και αστείου, είναι φανερό πως ο Nolan αγαπάει τον Tom Hardy (είναι ωραίος τύπος άλλωστε) αλλά φαίνεται πως εμπιστεύεται πάρα πολύ τα μάτια του. Στο Dark Knight Rises ο Hardy είχει υποδυθεί τον Bane, έναν κακό που ήταν καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας με μια μάσκα οξυγόνου στο πρόσωπο. Στο Dunkirk ο Hardy περνάει την μεγαλύτερη διάρκεια με την μάσκα του πιλότου, αφήνοντας ξανά τους μικρούς μορφασμούς των ματιών του να κάνουν όλη την δουλειά. Και εδώ φυσικά η φωνή του είναι ελαφρώς παραμορφωμένη. Δηλαδή, αν ποτέ ο Nolan αποφασίσει να γυρίσει ταινία με τον Hannibal Lecter, μάλλον είναι σαφές ποιον θα βάλει στα παπούτσια του Anthony Hopkins.
πηγή alfavita.gr

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Κατάδικοι στα χέρια των Αγγλων

Η ελληνική πειρατεία ανθούσε στη Μεσόγειο και προκαλούσε την οργή του Αγγλου ναυάρχου Εντουαρντ Κόδρινγκτον (αριστερά). Δεξιά το διάταγμα της απονομής χάριτος στους Ελληνες καταδικασμένους για πειρατεία (21.12.1836)
Συντάκτης: 
Τα… γενέθλια της ελληνικής κοινότητας της Αυστραλίας θεωρείται ότι είναι στις 29 Αυγούστου, καθώς εκείνη την ημέρα του 1829 έφτασαν με ένα πλοίο, ανάμεσα σε 201 κατάδικους, οι πρώτοι επτά Ελληνες, από τους οποίους οι δύο επέλεξαν αργότερα να μείνουν στη χώρα των καγκουρό για την υπόλοιπη ζωή τους.
Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι είχαν προηγηθεί ορισμένα άλλα άτομα, όπως ο Υδραίος καπετάνιος Δαμιανός Γκίκας, που είχε συλληφθεί άδικα από ένα αγγλικό πλοίο για πειρατεία και καταδικάστηκε σε εξορία στο Σίδνεϊ, ή ο Γιώργος Παππάς, που βρέθηκε το 1814 σε αυστραλιανό έδαφος ως μέλος βρετανικού πληρώματος εποικισμού, παντρεύτηκε μια ιθαγενή (Αβορίγινα) και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Σίδνεϊ.
Για κανέναν, όμως, δεν είναι τεκμηριωμένη η άφιξη στην Αυστραλία καθώς δεν υπάρχουν σχετικές εγγραφές. Μόνο ορισμένες αυστραλιανές εφημερίδες του 1900 αναφέρουν ότι υπήρχαν και άλλοι Ελληνες που έφτασαν στην πέμπτη ήπειρο μεταξύ του 1803 και του 1820.
Το βρετανικό πλοίο «Γκάνετ» (Gannet) που τον Ιούλιο του 1827, έξω από τη Μάλτα συνέλαβε τη σκούνα με τους Ελληνες ναυτικούς
Ετσι, οι πρώτοι Ελληνες που επιβεβαιωμένα αποβιβάστηκαν σε λιμάνι της Αυστραλίας ήταν οι επτά ναυτικοί για τους οποίους υπάρχουν επίσημα στοιχεία από τη στιγμή της σύλληψής τους από το βρετανικό πλοίο «Γκάνετ» (Gannet), τον Ιούλιο του 1827, έξω από τη Μάλτα.
Ηταν μια χρονιά που η ελληνική πειρατεία ανθούσε στη Μεσόγειο, προκαλώντας την οργή τού μετέπειτα νικητή στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, του Αγγλου ναυάρχου Εντουαρντ Κόδρινγκτον (Sir Edward Codrington), καθώς η γραφειοκρατική βρετανική Δικαιοσύνη απαιτούσε χρονοβόρες διαδικασίες, που οδηγούσαν τις περισσότερες φορές στην απαλλαγή των συλληφθέντων. Οι επτά Ελληνες ήταν μέλη του πληρώματος της σκούνας «Ηρακλής», με καπετάνιο τον 22χρονο Αντώνη Μανώλη από την Αθήνα (σε ορισμένα αρχεία αναφέρεται ως Αντώνης του Μανώλη, καθώς προφανώς το πατρώνυμο έγινε αργότερα επώνυμο).
Ο Μανώλης περιγράφεται από Αυστραλούς ιστορικούς ως εγγράμματος, ανύπαντρος και προτεστάντης στο δόγμα. Είχε ύψος 1,70-1,75, σκούρα καστανά μάτια και μαλλιά, ενώ είχε και μια κάθετη ουλή στη μύτη.
Οι άλλοι έξι νέοι σε ηλικία ναυτικοί ήταν οι Υδραίοι: Δαμιανός Νίνης, 24 χρόνων, Γκίκας Βούλγαρης, 22 χρόνων, Γιώργης Βασιλάκης, 20 χρόνων, Κωνσταντής Στρομπόλης, 24 χρόνων, Γιώργης Λαρέντζος ή Λαρίτσος, 27 χρόνων, και Νικόλας Παπένδρος ή Παπανδρέας, 20 χρόνων.
Ολοι κατηγορήθηκαν ότι οπλισμένοι με πιστόλια και γιαταγάνια είχαν κουρσέψει, στις 29 Ιουλίου, το βρετανικό εμπορικό μπρίκι «Αλκηστη», που έπλεε ανοιχτά των ακτών της Λιβύης.
Οι πειρατές, αφού αφαίρεσαν όλα τα τιμαλφή, του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του για την Αλεξάνδρεια χωρίς να πειράξουν το πλήρωμα.
Δύο μέρες αργότερα συνελήφθησαν από το βρετανικό πολεμικό πλοίο και οδηγήθηκαν στη Μάλτα, όπου έμειναν 5 μήνες στη φυλακή περιμένοντας να δικαστούν.
Για κακή τους τύχη, ένας από τους δύο προεδρεύοντες του δικαστηρίου που συνεδρίασε τον Φεβρουάριο του 1828, στη βρετανική τότε Μάλτα, ήταν ο ίδιος ο Κόδρινγκτον, ο οποίος με έγγραφά του τόσο προς την αγγλική όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση ζητούσε αυστηρότερα μέτρα και ποινές για την πάταξη της πειρατείας.
Ιστορικοί από τη Μάλτα σημειώνουν σκωπτικά ότι ο Κόδρινγκτον δεν ήταν για τη συγκεκριμένη δίκη ο πιο αντικειμενικός δικαστής.
Ο άλλος ήταν ο δικαστής του Δικαστηρίου του Υποναυαρχείου, Τζον Στόνταρτ.
Σύμφωνα με τα αρχεία της Μάλτας, ένορκοι ήταν τρεις Αγγλοι, τρεις Μαλτέζοι, τέσσερις Σικελοί, ένας Γάλλος και ένας Ισπανός, ενώ τους κρατούμενους υπερασπίστηκε ο «εισαγγελέας των φτωχών», Φραντζέσκο Τορεγιάνι, και την κατηγορία υποστήριξαν οι Τζιοβάνι Βέλα και Γκίο Σαταριάνο.
Στο εδώλιο, εκτός από τους παραπάνω, είχαν καθίσει άλλα δύο άτομα, οι Πέτρος Λαλάχος και Πέτρος Θεοδόσης Μπουφ, οι οποίοι αθωώθηκαν καθώς δεν αναγνωρίστηκαν από κανέναν μάρτυρα.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα να συλλαμβάνουν και να λεηλατούν ένα πλοίο με προορισμό την Αλεξάνδρεια, η οποία είχε καταληφθεί από την Τουρκία και ήταν εχθρική χώρα και σε πόλεμο με την Ελλάδα.
Ομως, ο ισχυρισμός τους ανατράπηκε από τους κατήγορους, οι οποίοι αντέτειναν ότι οι δράστες είχαν πάρει μόνο προσωπικά τιμαλφή και είχαν επιτρέψει να συνεχιστεί το ταξίδι, αφήνοντας τα στρατιωτικά αντικείμενα να παραδοθούν στον… εχθρό.
Μετά από 88 (!) ώρες συζήτησης κεκλεισμένων των θυρών, οι ένορκοι έκριναν αθώους τους δύο κατηγορούμενους και ένοχους τους άλλους επτά, στους οποίους το δικαστήριο επέβαλε την ποινή του θανάτου.
Δεδομένου ότι αμφισβητήθηκε η τυπική εγκυρότητα της διαδικασίας, η κυβέρνηση της Μάλτας απέστειλε όλα τα έγγραφα στο Λονδίνο για περαιτέρω εξέταση. Μέχρι τότε αναστελλόταν η εκτέλεση της ποινής.
Παράλληλα, οι καταδικασθέντες υπέβαλαν αίτηση στον βασιλιά της Αγγλίας Γεώργιο IV για ακύρωση της θανατικής ποινής.
Το αίτημά τους είχε ευνοϊκή αντιμετώπιση κατ’ άλλους επειδή ο γραμματέας των Αποικιών, Ουίλιαμ Χάσκινσον, υποστήριζε το κίνημα για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και κατ’ άλλους επειδή το Λονδίνο έκρινε ότι οι Ελληνες θα ήταν πιο χρήσιμοι στο βρετανικό κράτος αν εξορίζονταν στην Αυστραλία για καταναγκαστικά έργα.
Εξόριστοι στη χώρα των καγκουρό
Δημοσίευμα εφημερίδας της Αυστραλίας (12.9.1829), με την είδηση της άφιξης των Ελλήνων πειρατών. Η αρχική δημοσίευση έκανε αναφορά σε 8 και όχι 7, που έφτασαν με το πλοίο «Αμέρικα» ενώ το όνομα του πλοίου έχει καταγραφεί ως «Νόρφολκ» | 
Η ποινή του θανάτου μετατράπηκε σε ισόβια εξορία για τους τρεις (Αντώνης Μανώλης, Δαμιανός Νίνης και Γιώργης Βασιλάκης) και σε 14 χρόνια εξορίας για τους υπόλοιπους.
Ετσι, στις 23 Μαΐου 1829, επιβιβάστηκαν στο βρετανικό πλοίο «Norfolk», που μετέφερε συνολικά 201 κρατούμενους στην Αυστραλία.
Το κατασκευασμένο το 1804 ιστιοφόρο χρησιμοποιήθηκε από το 1825 και για 12 χρόνια σε μεταφορές κρατουμένων και επιβατών από την Αγγλία για την Αυστραλία και αντίστροφα.
Για το συγκεκριμένο ταξίδι αναχώρησε από το λιμάνι Σπίτχεντ (Spithead), στη νότια Αγγλία, με κυβερνήτη τον Αλεξάντερ Γκρέιγκ, και μετά από ένα επίπονο ταξίδι έφτασε, στις 27 Αυγούστου 1829, στο Πορτ Τζάκσον.
Το προηγούμενο πλοίο που είχε φτάσει λίγες μέρες νωρίτερα με κρατούμενους ήταν το «Αμέρικα» και ίσως γι’ αυτό πολλές από τις εφημερίδες της Αυστραλίας έγραψαν τότε ότι οι Ελληνες πειρατές είχαν φτάσει με εκείνο.
Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται, πάντως, ότι το ταξίδι διάρκειας 91 ημερών του «Νόρφολκ» ήταν από τα ταχύτερα και παρότι υπήρξαν κρούσματα πλευρίτιδας, δυσπεψίας, διάρροιας και οσφυαλγίας, δεν υπήρξε κανένας θάνατος και μόνο ένας στρατιώτης της φρουράς χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο.
Οι κατάδικοι αποβιβάστηκαν από το πλοίο στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, αλλά το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στους Ελληνες πειρατές που έφταναν για πρώτη φορά.
Μερικά χαρακτηριστικά δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων είναι τα εξής:
► «The Sydney Gazette and New South Wales Advertiser» (Σάββατο 12/9/1829, σελ. 2): «Μεταξύ των κρατουμένων είναι οκτώ Ελληνες πειρατές, οι οποίοι δικάστηκαν στην Αγγλία και καταδικάστηκαν σε μεταφορά (σ.σ. εννοεί εξορία)».
► «Τhe Sydney Monitor» (Σάββατο 19/9/1829, σελ. 3): «Οκτώ Ελληνες πειρατές έφτασαν σε αυτή την αποικία μεταφερόμενοι με το πλοίο “Αμέρικα” για να ζήσουν (εδώ)».
► «The Australian» (εφημερίδα του Σίδνεϊ, Τετάρτη 16/9/1829, σελ. 3): «Μεταξύ των κρατουμένων έφτασαν, τον τελευταίο καιρό, οκτώ Ελληνες καταδικασμένοι -λόγω πειρατείας- σε μεταφορά σε αυτή την αποικία για όλη τη ζωή τους».
Μετά τις πρώτες μέρες στο Σίδνεϊ, οι επτά Ελληνες τέθηκαν στις υπηρεσίες των αποικιακών αρχών, οι οποίες τους καταμέρισαν σε διάφορες εργασίες.
Ο Αντώνης Μανώλης και ο 20χρονος Υδραίος Νικόλας Παπένδρος ή Παπανδρέας είχαν οριστεί να εργάζονται στα αγροκτήματα του Ουίλιαμ Μακ Αρθουρ.
Φαίνεται ότι εκεί αξιοποιήθηκαν στην καλλιέργεια του αμπελιού, την οποία γνώριζαν καλά, και σύμφωνα με περιγραφές ανέπτυσσαν τα αμπέλια σε «καφασωτά», «όπως γινόταν στην Πελοπόννησο».
Ωστόσο, κάποιος από τους δύο, δεν έχει διευκρινιστεί ποιος, επιχείρησε, τον Μάρτιο του 1831, να δραπετεύσει τρυπώνοντας στο μπρίκι «Ουέλινγκτον». Ομως, έγινε αντιληπτός από τον κυβερνήτη και παραδόθηκε στην Αστυνομία.
Ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι πήγε στο πλοίο για να δει έναν φίλο, με τον οποίο ήπιαν κάποιο ποτό, κάπνισαν ένα πούρο και ζαλίστηκαν, με αποτέλεσμα να έφευγε παρά τη θέλησή του [Πηγή: «The Sydney Gazette», Πέμπτη 24 Μαρτίου 1831].
Σε ένα άλλο αγρόκτημα, του Βρετανού γραμματέα της Αποικίας, Αλεξάντερ Μακ Λέι, είχε διατεθεί ο Γκίκας Βούλγαρης.
Οπως οι παραπάνω, είχε αναπτύξει την καλλιέργεια του αμπελιού αλλά και της ελιάς. Αλλωστε, το κλίμα ευνοούσε και τα δύο.
Οι υπόλοιποι είχαν διατεθεί σε άλλες εργασίες, κυρίως σε Βρετανούς αξιωματούχους, όπως ο Τζορτζ Ντρούιτ, στρατιωτικός από τους πρωτοπόρους αποίκους, στον οποίο παραχωρήθηκε ο Γιώργης Λαρέντζος ή Λαρίτσος, ο υπίλαρχος της Εφιππης Αστυνομίας Λ. Μακάλιστερ, στον οποίο παραχωρήθηκε ο Γιώργης Βασιλάκης κ.ά.
Ενας, ο Δαμιανός Νίνης, εργάστηκε στον χώρο αποβίβασης και επιβίβασης του λιμανιού.
Ολοι εργάζονταν χωρίς αμοιβή, μόνο για το φαγητό και τον ύπνο τους. Στην ουσία, δηλαδή, εξέτιαν καταναγκαστικά έργα, με την αυστηρότητα στη διαβίωσή τους να εξαρτάται από τη βούληση του αφεντικού-ιδιοκτήτη τους.
Ομως, με τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Ο υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τρικούπης χειρίστηκε προσωπικά το θέμα και ζήτησε από το Λονδίνο την απονομή χάριτος και την επιστροφή των Ελλήνων που καταδικάστηκαν στη Μάλτα.
Το 1836 ο Αγγλος πρωθυπουργός λόρδος Πάλμερστον συμφώνησε να επιστρέψουν εφόσον η ελληνική κυβέρνηση κάλυπτε το κόστος της μεταφοράς τους, που ανήλθε σε 4.921 δραχμές, σημαντικό ποσό για την εποχή.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1836 δημοσιεύτηκε από τη Γραμματεία της Αποικίας η επίσημη απονομή χάριτος και για τους επτά Ελληνες.
Ωστόσο, δύο από αυτούς, ο Αντώνης Μανώλης και ο Γκίκας Βούλγαρης, αποφασίζουν να παραμείνουν για πάντα στη νέα πατρίδα τους.
Οι άλλοι πέντε πήραν ως αμοιβή 12 λίρες ο καθένας για ρούχα και άλλα αναγκαία είδη και ξεκίνησαν για την επιστροφή, για να φτάσουν στην Αγγλία τον Μάρτιο του 1837.
Οι δύο που παρέμειναν στην πέμπτη ήπειρο είχαν διαφορετικές διαδρομές.
Ο πρώην πια καπετάνιος, το 1854, σε ηλικία 50 χρόνων, πήρε την αυστραλιανή υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος Ελληνας που πολιτογραφήθηκε Αυστραλός.
Σε ένα πιστοποιητικό πολιτογράφησης, που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1854, αναφέρεται ως παλιός ναυτικός και νυν εργάτης, που κατάγεται από την Αθήνα και κατοικεί στο Πίκτον, μια συνοικία στα νοτιοδυτικά του Σίδνεϊ.
Εκεί έμεινε και εργάστηκε ως κηπουρός μέχρι τον θάνατό του, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1880, σε ηλικία 76 ετών (γεννήθηκε στην Αθήνα το 1804).
Ο Γκίκας Βούλγαρης είχε καλύτερη τύχη. Απέκτησε περιουσία, έγινε Αυστραλός υπήκοος το 1861 και άλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ.
Παντρεύτηκε μια νεαρή Ιρλανδή και απέκτησε 10 παιδιά και 52 εγγόνια. Οι απόγονοί του φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, έχουν όμως πλέον ενταχθεί στην ιρλανδική και την καθολική κοινότητα.
Την πρώτη αυτή ομάδα των Ελλήνων ακολούθησαν πολλοί ναυτικοί που εγκατέλειψαν τα πλοία τους για να βρουν καλύτερη τύχη στην αχανή ήπειρο.
Ωστόσο, αυτοί οι δύο θεωρούνται οι… ιδρυτές της ελληνικής κοινότητας.
Το 1880 υπήρχαν στην Αυστραλία περίπου 150 Ελληνες. Στην πρώτη επίσημη απογραφή του 1891, βρέθηκε ότι ζούσαν εκεί 482.
Από το χαρέμι του γιου του Αλή Πασά η πρώτη Ελληνίδα φτάνει στην Αυστραλία
Η πρώτη Ελληνίδα που εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αυστραλία και ήταν ταυτόχρονα ο πρώτος «ελεύθερος» Ελληνας οικιστής ήταν η Αικατερίνη-Γεωργία Πλέσσου, ( Πηγή: Ελληνική Κοινότητα της Μελβούρνης) από το χωριό Πλεσιβίτσα (σημερινό Πλαίσιο) Θεσπρωτίας.
Η Πλέσσου έφτασε, στις 28 Σεπτεμβρίου 1835, στη μακρινή ήπειρο μαζί με τον Αγγλο σύζυγό της, Τζέιμς Χένρι Κρούμερ (James Henry Crummer, 1792-1867) και τα πέντε παιδιά που είχαν αποκτήσει μέχρι τότε.
Η Αικατερίνη-Γεωργία είχε γεννηθεί το 1809 ή το 1810. Ο πατέρας της, Γιώργος, που ήταν έμπορος από τις Σέρρες, ταξίδευε συχνά και έτσι η 14χρονη μητέρα της, Βασιλική, μεγάλωνε μόνη τα δύο μικρά παιδιά της, την Αικατερίνη και την Κωστούλα.
Η Βασιλική ήταν πανέμορφη. Την είδε ο γιος του Αλή Πασά, Μουχτάρ, την ερωτεύτηκε και την πήρε στο χαρέμι του.
Απείλησε, μάλιστα, τον σύζυγό της να μην την ξαναπλησιάσει γιατί θα τον σκότωνε.
Η Κατερίνα όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφη. Ο γιος του Αλή Πασά άρχισε να γλυκοκοιτάζει και αυτήν, με αποτέλεσμα η μάνα της να αρραβωνιάσει εσπευσμένα τη δωδεκάχρονη κόρη της με τον γιατρό του Αλή Πασά, τον Ιωάννη Κωλέττη, μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας.
Ο αρραβώνας διαλύθηκε όταν πέθανε ο Αλή Πασάς (1822) και η Κατερίνα βρέθηκε στο Μεσολόγγι. Εκεί γνώρισε τον λόρδο Βύρωνα και έκαναν στενή παρέα.
Πιστεύεται ότι ήταν από τους τελευταίους ανθρώπους που τον είδαν εν ζωή.
Μετά την Εξοδο του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826), η νεαρή κοπέλα περιπλανήθηκε αρκετά και βρέθηκε στο νησάκι Κάλαμος, κοντά στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας, που τελούσε υπό αγγλική κυριαρχία.
Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε, το 1827, τον διοικητή της βρετανικής φρουράς του νησιού και βετεράνο της μάχης του Βατερλό, Τζέιμς Κρούμερ.
Το ζευγάρι ταξίδεψε σε διάφορες περιοχές λόγω του επαγγέλματος του αξιωματικού, ώσπου η χώρα του τον έστειλε να υπηρετήσει στην Αυστραλία.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1835, η Πλέσσου με τον σύζυγό της και τα παιδιά τους φτάνουν στο Σίδνεϊ με ένα πλοίο που μεταφέρει 300 κατάδικους και γίνεται η πρώτη Ελληνίδα έποικος στο Νιουκάστλ.
Στην Αυστραλία θα γεννηθεί το έκτο παιδί τους. Απέκτησαν συνολικά έντεκα παιδιά, εκ των οποίων έζησαν τα έξι.
Η Κατερίνα Πλέσσου έζησε ήρεμα αλλά σχετικά φτωχικά στην Αυστραλία, αφού στην κατοχή της η οικογένεια είχε μόνο ένα μικρό αγρόκτημα και τον στρατιωτικό μισθό του συζύγου.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1864, η Αικατερίνη μετακόμισε στο Σίδνεϊ, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο γιος της, Χένρι.
Μαζί έμειναν μέχρι τον θάνατό της, στις 8 Αυγούστου του 1907, σε ηλικία περίπου 98 ετών.
Μια πολυεθνική δύναμη στο κυνήγι των Ελλήνων πειρατών
Οι Ελληνες πειρατές όπως τους φαντάζονταν οι ξένοι | 
Τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 η πειρατεία παρέμενε μια μεγάλη μάστιγα για τη Μεσόγειο.
Οι κουρσάροι από την Μπαρμπαριά (Αλγερία) συνέχιζαν να λεηλατούν πλοία και παράλια κατά μήκος της αφρικανικής ακτής.
Στην κεντρική και την ανατολική Μεσόγειο δρούσαν Ιταλοί πειρατές από τη Νάπολη και την περιφέρεια του Πεδεμόντιου (Piemonte) με πρωτεύουσα το Τορίνο, Ισπανοί, αλλά και Ελληνες.
Η πειρατική δράση των Ελλήνων είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίτερα. Ομως, γι’ αυτήν έχουν διασωθεί ελάχιστα στοιχεία και αυτά προέρχονται από κείμενα ξένων περιηγητών, από τα οποία μάθαμε και για τη δράση της θρυλικής «Μαύρης Μοίρας». Η φήμη των Ελλήνων πειρατών ήταν πολύ μεγάλη και είχε φτάσει μέχρι τη μακρινή Αυστραλία πολύ πριν φτάσουν εκεί οι πρώτοι Ελληνες.
Από κείμενα περιηγητών μαθαίνουμε ότι κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, «άντρα» πειρατείας ήταν η Ιος (γνωστή τότε και ως «μικρή Μάλτα») και η βενετοκρατούμενη ώς το 1715 Τήνος.
Υπάρχει ακόμη η ιστορία του Μήλιου πειρατή Γιάννη Κάψη, που κατάφερε να βασιλέψει για τρία χρόνια (1677-1680) στο νησί του.
Ο Κάψης διατηρούσε φρουρά από 50 σωματοφύλακες, ενώ εκτελούσε και χρέη δικαστή. Με τη συμπεριφορά του κέρδισε τη συμπάθεια και την υποστήριξη των συμπατριωτών του -όπως και του καθολικού επισκόπου του νησιού- αλλά η ηγεμονία του κράτησε μόνο τρία χρόνια, αφού τουρκική δύναμη αποτελούμενη από τρεις γαλέρες κατόρθωσε με δόλο να τον αιχμαλωτίσει και να τον στείλει στην Υψηλή Πύλη για αποκεφαλισμό.
Εξαιρετικές επιδόσεις στην πειρατεία είχαν και οι Μανιάτες. Απομονωμένοι γεωγραφικά στις απόκρημνες ακτές τους, λεηλατούσαν όποιο καράβι ξέπεφτε στην περιοχή τους παρασυρμένο από ανέμους και γι’ αυτό έλαβαν το προσωνύμιο «ναυαγιστές».
Ομως, συχνότατα «κούρσευαν» και τους γειτονικούς τους τόπους χωρίς να κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους.
Οι δραστηριότητές τους έφταναν και στην αγοραπωλησία σκλάβων, με κυριότερο κέντρο το Οίτυλο, που πολλοί τότε αποκαλούσαν και «μεγάλο Αλγέρι».
Ο πιο γνωστός Μανιάτης πειρατής στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν ο Λυμπεράκης Γερακάρης, άνθρωπος χωρίς αρχές και ηθική, που άλλοτε ενεργούσε υπερασπιζόμενος τα τουρκικά συμφέροντα και άλλοτε τα ενετικά.
Εκείνα τα χρόνια, αναλαμβάνει δράση στη Μεσόγειο μια ισχυρή δύναμη από πολεμικά πλοία της Ολλανδίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας, δηλαδή κάτι παρόμοιο με την πολυεθνική δύναμη που περιόρισε τη σύγχρονη πειρατεία στη Σομαλία.
Οι δυνάμεις εκείνες εξόρμησαν πάνω από 20 φορές με επιτυχία εναντίον πειρατικών άντρων καταφέρνοντας να περιορίσουν την πειρατεία αλλά όχι και να την εξαλείψουν.
Ετσι, το 1807 εμφανίστηκε η περίφημη «Μαύρη Μοίρα», ένας στολίσκος πειρατικών σκαφών που ήταν βαμμένα μαύρα και τα πανιά τους είχαν σκούρο χρώμα.
Ο στολίσκος συγκροτήθηκε από αρματολούς της περιοχής του Ολύμπου και ορισμένους Μακεδόνες και Θεσσαλούς, μεταξύ των οποίων οι πρώτοι καπετάνιοι Γιάννης Σταθάς και Νικοτσάρας.
Σε αυτούς προστέθηκαν Υδραίοι, Σπετσιώτες και άλλοι νησιώτες, που με ορμητήριο τις Σποράδες λεηλατούσαν μόνο πλοία με τουρκική σημαία.
Ο περιηγητής Couzineri (Voyage dans le Macedoine, I, σελ. 74) γράφει ότι η «Μαύρη Μοίρα» αποτελούνταν από εβδομήντα πλοία διαιρεμένα σε δέκα μοίρες που αποκαλούνταν ταϊφέδες.
Κάθε μοίρα έφερε το όνομα της περιοχής των αρματολών που επέβαιναν σ' αυτήν (Μοριάς, Ρούμελη, Βάλτος, Ολυμπος, Σκιάθος, Νάουσα, Κασσάνδρα κ.λπ.).
Τον Νοέμβριο του 1808 ο τουρκικός στόλος έκανε επίθεση στη βάση της «Μαύρης Μοίρας» αλλά υπέστη συντριπτική ήττα.
Ετσι, οι Τούρκοι άλλαξαν τακτική και έδωσαν αμνηστία στους πειρατές. Τότε, οι νησιώτες γύρισαν στα νησιά τους, οι αρματολοί στα αρματολίκια τους και η «Μαύρη Μοίρα» διαλύθηκε.
Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821, η πειρατεία εντείνεται, αφού στη συνείδηση του υπόδουλου Ελληνα ήταν μια πράξη «νομιμοποιημένη», καθώς ήταν συνυφασμένη με την «αντάρτικη επίθεση» ή την «αυτοάμυνα» απέναντι σε εχθρικά πλοία.
Οι πειρατές είχαν τα ορμητήριά τους σε αθέατους βραχώδεις όρμους.
Από τα τέλη του 18ου αιώνα ένα τέτοιο ορμητήριο ήταν η Κέρος, ένα μικρό νησάκι κοντά στα Κουφονήσια, τα οποία είχε καταλάβει ένας από τους μεγαλύτερους πειρατές των Κυκλάδων, ο Τουρκοδημήτρης, ένας Ελληνας από την Αργολίδα που είχε σχέσεις με τους Μανιάτες πειρατές και είχε ασπαστεί τον μουσουλμανισμό.
Από τότε και για πολλά χρόνια, η Κέρος αποτέλεσε το ορμητήριο του Τουρκοδημήτρη. Από εκεί ξεκινούσε με το πλοίο του για να ληστέψει τα γειτονικά νησιά και εκεί έκρυβε τα λάφυρά του.
Ενα άλλο ορμητήριο πειρατών ήταν η Γραμβούσα, το πρώτο κομμάτι της Κρήτης που απελευθερώθηκε, το 1825, από τους Τούρκους.
Εξαιτίας όμως των πολύ δύσκολων συνθηκών διαβίωσης, οι Γραμβουσιανοί επιδόθηκαν συστηματικά στην πειρατεία, κουρσεύοντας αδιακρίτως όλα τα περαστικά πλοία μεταξύ Γραμβούσας και Αντικυθήρων, γεγονός που ξεσήκωσε την κοινή γνώμη της Ευρώπης κατά των πειρατών.
Μόνο το καλοκαίρι του 1827 είναι καταγεγραμμένες περισσότερες από 27 ελληνικές πειρατείες!
Ετσι, στις 8 Οκτωβρίου 1827, ημέρα έναρξης της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οι τρεις ναύαρχοι, Κόδρινγκτον, Δεριγνύ και Εϊδεν, με έγγραφό τους προς την Ελληνική Διοίκηση, εξέφραζαν την αγανάκτησή τους για την πειρατική δράση ελληνικών καταδρομικών και ζητούν να ληφθούν μέτρα «διά να εμποδίσωμεν την κλεψιάν της θαλάσσης» [Πηγή: ΓΑΚ/Αρχεία Ν. Σάμου/Φάκελος Γ3. Διάφορα έγγραφα περιόδου Επανάστασης (1821-1834)/ Φάκελος 001, Τεκμήριο 030].
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αποφασίστηκε να συνοδεύονται στη Μεσόγειο εμπορικά πλοία από πολεμικά της Αγγλίας και άλλων κρατών, συμπεριλαμβανομένων και ναυτικών αποσπασμάτων των ΗΠΑ! Κάτι σαν τον… πρόγονο του 6ου στόλου… [Πηγή: P. M. Swartz, U.S. Greek Naval Relations Begin: Antipiracy Operations in the Aegean Sea, Virginia 2003].
Αυτό οδήγησε σε αθρόες συλλήψεις αλλά χωρίς καταδίκες, κυρίως λόγω της βρετανικής νομοθεσίας την οποία ακολουθούσε η Μάλτα.
Σύμφωνα με αρχεία της Μάλτας, το 1827 κρατούνταν στις φυλακές αυτού του νησιού 126 Ελληνες ύποπτοι για πειρατεία, χωρίς να υπάρχει ούτε μια καταδίκη! [Πηγή: G.J. Pitcairn Jones, Piracy in the Levant, The Navy Records Society, σελ. 111-113].
Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι ο Ελληνας πειρατής είχε συγκεκριμένη φορεσιά.
Ο Μπέντζαμιν Ντισραέλι, Αγγλος πολιτικός, που διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, περηφανευόταν ότι είχε φορέσει, το 1831, στη Μάλτα, τη φορεσιά Ελληνα πειρατή.
«Θα έπρεπε να με δείτε με το κοστούμι ενός Ελληνα πειρατή: ένα κόκκινο πουκάμισο με ασημένια καρφιά τόσο μεγάλα όσο τα σελίνια (σ.σ. αγγλικό νόμισμα), ένα τεράστιο κασκόλ για ζώνη, γεμάτη από πιστόλια και μαχαίρια, κόκκινες παντόφλες, σακάκι και παντελόνι» [D. Sultana, Benjamin Disraeli in Spain, Malta and Albania, Tamesis 1976, σελ. 42].
Η φήμη των Ελλήνων πειρατών είχε φτάσει ακόμα και στη μακρινή Αυστραλία, με τον αποικιακό Τύπο να δημοσιεύει πολλά ρεπορτάζ για τα ελληνικά πειρατικά πλοία.
Σε ένα απ’ αυτά, η εφημερίδα «The Sydney Gazette and New South Wales Advertiser» (24/2/1827, σελ. 4) δημοσίευε ρεπορτάζ για τους Ελληνες πειρατές, δυόμισι ολόκληρα χρόνια πριν φτάσουν εκεί οι πρώτοι Ελληνες.
Την παραπάνω μέρα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα έγγραφο του μαρκησίου Ντε Παουλούτσι, διοικητή του αυστριακού στόλου, προς τους προύχοντες της Υδρας, με το οποίο τους διαβεβαίωνε ότι πρόθεση των Αυστριακών «δεν είναι να παρενοχλούν ελληνικά σκάφη που ασχολούνται με το εμπόριο ούτε εκείνα που είναι οπλισμένα για πόλεμο, εφόσον δεν επιδιώκουν τη λεηλασία εμπορευμάτων ή την αφαίρεση πυρομαχικών».
Γι’ αυτό, ζητούσε τα σκάφη να επιδεικνύουν τα χαρτιά τους, ώστε να αποσαφηνίζονται οι προθέσεις τους.
Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι Υδραίοι απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το αίτημα των Αυστριακών (!) και παρέπεμψαν το θέμα στην ελληνική κυβέρνηση.
Το φαινόμενο της πειρατείας εξαλείφθηκε οριστικά από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης της Ελλάδας, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας πήρε μέτρα οικονομικής στήριξης των νησιωτών ώστε να μην καταφεύγουν στην πειρατεία και ανέθεσε την αντιμετώπισή της στον Υδραίο ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη.
Ο Μιαούλης πραγματοποίησε σε μικρό χρονικό διάστημα πολλές επιχειρήσεις εναντίον των πειρατών του Αιγαίου, σε κάποιες περιπτώσεις σε συνεργασία με τους στόλους της Αγγλίας και της Γαλλίας, και βύθισε δεκάδες πειρατικά πλοία.
Σε μια από τις επιθέσεις του κανονιοβόλησε και το πειρατικό πλοίο του Τουρκοδημήτρη στην Κέρο.
Το ίδιο διάστημα (1828) με συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης, οι στόλοι Αγγλίας και Γαλλίας κατέλαβαν το κάστρο της Γραμβούσας και εξεδίωξαν τους πειρατές. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, η Κρήτη παρέμεινε στους Τούρκους.
Το τελευταίο μεγάλο επεισόδιο ελληνικής πειρατείας που είναι καταγεγραμμένο στα αρχεία της Μάλτας αφορούσε τη διπλή επίθεση σε μια σκούνα και ένα εμπορικό, τον Δεκέμβριο του 1828, στον κόλπο της Κασσάνδρας, από την ομάδα των Θοδωρή Πορταρίνου, Δημήτρη Πέτικα, Γιάννη Γιωργή και Γιάννη Μαριανόπουλου ή Μαριανόπολο.
Δύο χρόνια αργότερα (1830), οι Γάλλοι κατέλαβαν την Αλγερία, βάζοντας τέλος στη μακραίωνη δράση των Μπαρμπαρέζων πειρατών.
Από τους τελευταίους μεγάλους πειρατές που έδρασαν στις Σποράδες ήταν ο Ολύμπιος Καραμήτσος, με 12μελή συμμορία.

 Πηγές
1) Giovanni Bonello «Pirates in the early British era: The Malta Connections», The Malta Historical Society, 2010, σελ. 295-321.
2) New South Wales. State Archives & Records/ Background to Greek migration
3) Γενικά Αρχεία του Κράτους
efsyn.gr

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Ευτύχης Μπιτσάκης: Δεν υπάρχει ανθρωπολογικό εμπόδιο για μια κοινωνία ειρήνης, κοινής προσπάθειας και αλληλεγγύης…

Ξεκινώντας, ας κάνουμε μια αναγνωριστική προσέγγιση του βιβλίου. Ποια η θεματική που το διέπει;

O τίτλος του βιβλίου μου είναι σαφής: «Οι θύελλες της προόδου».
Δηλαδή, οι καταστροφικές συνέπειες του σημερινού, κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Δύο έννοιες αποτελούν βασικά στοιχεία της προπαγάνδας και της στρατηγικής των κυρίαρχων τάξεων των σημερινών κοινωνιών:
Ανάπτυξη και πρόοδος.
Η πρώτη αντιστοιχεί κυρίως στην οικονομική- τεχνολογική ανάπτυξη, ως συνέπεια της προόδου των φυσικών επιστημών.
Η δεύτερη, αντιστοιχεί στη συνολική πρόοδο της κοινωνίας.
Ποια είναι, όμως, η πραγματικότητα του σημερινού κόσμου, αντίθετα με τον κόσμο της προπαγάνδας;
Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής αναδύθηκε ως η ιστορική άρνηση των μεσαιωνικών κοινωνιών, σε οργανική σχέση με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας.
Οι ιδεολόγοι της ανερχόμενης αστικής τάξης, υποστήριζαν ότι με την ανάπτυξη των επιστημών, με τη γνώση των φυσικών νόμων,ο άνθρωπος θα γίνει κύριος και αφέντης της φύσης.
Ως συνέπεια, οι ιδεολόγοι οραματίζονταν μια μελλοντική κοινωνία της αφθονίας, μια κοινωνία στην οποία ο ορθός λόγος θα διέλυε τα σκοτάδια του παρελθόντος και ένα κράτος δικαίου, σε αντίθεση με τον αυταρχισμό των προηγούμενων κοινωνιών.

Το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου είναι:
Γιατί τα αισιόδοξα οράματα της ανερχόμενης αστικής τάξης διαψεύστηκαν;
Γιατί η κοινωνία της αφθονίας δεν έγινε πραγματικότητα;
Γιατί το κράτος δικαίου πραγματοποιήθηκε ως κράτος του δικαίου της αστικής τάξης, και γιατί, παρά τις καταπληκτικές προόδους των επιστημών, η θρησκεία, οι δεισιδαιμονίες, τα θαύματα, η μαγεία, οι προφητείες, κυριαρχούν αείζωες στον σημερινό τεχνοκρατικό κόσμο;
Μια απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα απαιτεί την ανάλυση των αναπτυσσόμενων αντινομιών του κυρίαρχου σήμερα κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Oι φιλελεύθεροι, είπατε, συνδέουν την επιστημονική- τεχνολογική πρόοδο, αυτόματα, με την κοινωνική ευημερία. Εσείς, από την άλλη, έχετε χαρακτηρίσει ουτοπική αυτήν την πεποίθηση. Αποτελεί ενδεχομένως απόδειξη της αποτυχίας της ουδετεροποίησης και παράλληλα της σύνδεσης των επιστημών με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, το γεγονός ότι σήμερα βασικές- καθημερινές ανάγκες, όπως η σίτιση, δεν ικανοποιούνται σε παγκόσμια κλίμακα;

Το εμπόριο υπήρχε ακόμη και στις πρωτόγονες κοινωνίες.
Όμως, στον καπιταλισμό κυριαρχεί η γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή. Εμπόρευμα:Σήμα κατατεθέν του καπιταλισμού.
Σήμα ανεξίτηλο στην αιματοβαμμένη σημαία του.
Η ανάπτυξη και η γενίκευση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής δεν ήταν μια ειρηνική ιστορικά διαδικασία.
Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε με τον ξεριζωμό των αγροτικών πληθυσμών, με τους αποικιοκρατικούς πολέμους, με τη σφαγή, την εξόντωση των ιθαγενών πληθυσμών και με τη λεηλασία του πλούτου τους.
Με τους αδιάκοπους πολέμους και την αλληλοσφαγή των λαών της Ευρώπης και, φυσικά, με την εκμετάλλευση του νεότερου προλεταριάτου.

Βασική αντίθεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι η αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας.
Από την θεμελιώδη αυτή αντίθεση προκύπτει μια σειρά από παράγωγες αντιθέσεις.
Συγκεκριμένα:Ο σημερινός προλετάριος δεν είναι κάτοχος των μέσων παραγωγής, ούτε του προϊόντος της εργασίας του.
Το εμπόρευμα, όπως γράφει ο Μαρξ, στέκεται απέναντί του σαν μια ξένη και ακατανότητη πραγματικότητα.
Ο εργάτης, ζει σε έναν κόσμο τον οποίο δημιουργεί, αλλά που του είναι ξένος. Σκοπός του καπιταλιστή είναι η ιδιοποίηση της υπεραξίας, η οποία δημιουργείται κατά την παραγωγική διαδικασία.
Σαφέστατα, ο προλετάριος διαθέτει ένα και μόνο εμπόρευμα:
Την εργατική του δύναμη.
Στην ανταγωνιστική, τεχνοκρατούμενη κοινωνία, ο εργάτης υποβαθμίζεται σε εξάρτημα της μηχανής.
Η εργασία από δημιουργία, εκπίπτει σε μέσο της βιολογικής επιβίωσης του εργαζομένου και της αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού.
Συνέπειες:Η εκμετάλλευση, η ανασφάλεια, η ανεργία, οι άθλιες συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο και οι συνθήκες στις καπιταλιστικές μητροπόλεις της ένδειας και της καταστροφής των προσωπικών δεσμών.
Οι προλετάριοι στην εποχή του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού ζούσαν πολύ χειρότερα από τους αγρότες προγόνους τους που καλλιεργούσαν σχετικά ελεύθεροι τις γαίες της αναπτυσσόμενης Ευρώπης.
Μαρτυρίες του μαρτυρίου του νεότερου προλεταριάτου βρίσκουμε στα χρονικά εκείνης της εποχής, στην Ουτοπία του Τόμας Μόρους, στο Κεφάλαιο του Μαρξ, για να αναφέρουμε τα πιο γνωστά και τα πιο συγκεκριμένα.

Αποξένωση: Ο εργάτης, ζει σε έναν κόσμο, τον οποίο δημιουργεί και ο οποίος του είναι ξένος.
Αλλοτρίωση: Στις συνθήκες της μισθωτής εργασίας , η ιστορικά  κατακτημένη ουσία του ανθρώπου εκκενώνεται:
Ο προλετάριος αλλοτριώνεται, γίνεται ένα ον αλλότριο σε σχέση με τον εαυτό του.
Ο Λένιν, έγραφε ότι ο προλετάριος τείνει αυθόρμητα προς τον σοσιαλισμό. Σωστά!
Αλλά, πώς ο προλετάριος θα υπερβεί το αυθόρμητο και θα συνειδητοποιήσει τις δυνάμεις της τάξης του;
Πώς το προλεταριάτο, από «τάξη για τους άλλους, θα γίνει τάξη για τον εαυτό του»;

Η κατάσταση του περιβάλλοντος είναι ένα ακόμη στοιχείο της προβληματικής σας- άμεσα συνδεδεμένο με τον καπιταλισμό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρετε: «Η αντίθεση ανθρώπου- φύσης είναι στην παραγωγή της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου- εργασίας». Εξηγήστε παρακαλώ αυτή σας τη θέση. Ακόμη, μπορεί εντός του υπάρχοντος οικονομικού- πολιτικού πλαισίου να υπάρξει αειφόρος ανάπτυξη;

H γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή είναι από τη φύση της ανταγωνιστική. Παραγωγή όλο και περισσότερων εμπορευμάτων.
Ανταγωνισμός στην αγορά για την πώληση των εμπορευμάτων.
Για την ανταλλαγή ισοδυνάμων στην αγορά, της οποίας το αόρατο χέρι ρυθμίζει τη λειτουργία του «καλύτερου των δυνατών κόσμου».
Συνέπειες:Χρονικά εντεινόμενη η εκμετάλλευση των φυσικών αποθεμάτων: μετάλλων, ξυλείας, νερού κ.λπ.
Κατά τον Μαρξ, η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου.
Αλλά, με τη λεηλασία των φυσικών αποθεμάτων, με τη μόλυνση του περιβάλλοντος, των αποθεμάτων του νερού και της ατμόσφαιρας, αν εξακολουθήσει η λεηλασία και η μόλυνση, η γη θα γίνει εχθρική προς τον άνθρωπο.
Η οξυνόμενη αντίθεση ανθρώπου- φύσης, είναι παράγωγη της θεμελιώδους αντίθεσης του καπιταλισμού.
Όρος για την αποκατάσταση μιας βιώσιμης και αξιοβίωτης σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και το «ανόργανο σώμα του»:
Ο σοσιαλισμός και η προοπτική της κοινωνίας των «ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών», δηλαδή η κομμουνιστική κοινωνία.
Πριν από 2.300 χρόνια περίπου, ο Ερατοσθένης, με ένα απλό και μεγαλοφυές πείραμα, υπολόγισε την ακτίνα της γης, με βάση αυτό τον όγκο της, και περίπου το βάρος της.
Και  μετά από αυτόν ο Απολλώνιος.

Έχετε επισημάνει παλιότερα, ότι οι επιστήμονες είναι όλο και λιγότερο ελεύθεροι.
Ποια η διαφορά  του παρόντος όσον αφορά τις επιστημονικές προσωπικότητες με το παρελθόν; 
Γιατί υπάρχει έλλειμμα σε επιστήμονες που προσανατολίζονται προς την κοινωνική επιστήμη, όπως ήταν στο παρελθόν ο Αϊνστάιν και ο Ράσελ;

Η επιστήμη συνδέεται όλο και πιο οργανικά, όχι μόνο με τη βιομηχανική παραγωγή και με τους πολέμους, αλλά και με τη γεωργική παραγωγή, είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο.
Παρόλα αυτά, πολλοί πιστεύουν ακόμη στην ελευθερία της επιστήμης και των επιστημόνων.
Σε παλαιότερες εποχές κυριαρχούσε η ατομική έρευνα.
Σήμερα, κυριαρχεί η συλλογική, με όλες τις δεσμεύσεις που επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες:
Κρατική χρηματοδότηση, χρηματοδότηση από εταιρείες κολοσσούς, από τις ανάγκες της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.
Μετά τον πόλεμο, δαπανήθηκαν κολοσσιαία ποσά σε έρευνες στην πυρηνική φυσική και στη μικροφυσική, με την ελπίδα ότι θα ήταν δυνατόν να ανακαλυφθούν νέες πηγές ενέργειας και νέα πολεμικά όπλα.
Αργότερα, ήλθε η εποχή της πληροφορικής για τις ανάγκες της παραγωγής, του εμπορίου, των επικοινωνιών και, φυσικά, για τις ανάγκες του πολέμου. Συνέπειες:
Οι επιστήμονες- ερευνητές, είναι λιγότερο ελεύθεροι απ’ ό, τι παλαιότερα, στην περίοδο που κυριαρχούσε η ατομική έρευνα.
Αλλά και ο ατομικός  ερευνητής είναι ελεύθερος από εσωτερικές και εξωτερικές δεσμεύσεις;
Ο Νεύτων, π.χ., δημιούργησε τρεις επιστήμες (Μηχανική, Ουράνια Μηχανική και σωματιδιακή θεωρία για το φως). Πόσο ελεύθερος ήταν ο Νεύτων;
Ο μέγας και ευσεβής Νεύτων δεν χρησιμοποίησε την έννοια του ατόμου, επειδή παρέπεμπε στον αρχαιοελληνικό ατομικισμό.
Κι όμως, κατηγορήθηκε για υλισμό και σήμερα ακόμη θεωρείται υλιστής και από «μαρξιστές» που ταυτίζουν τον μεταφυσικό ρεαλισμό του Νεύτωνα με τον υλισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον Καρτέσιο.
Και ο Αϊνστάιν, πρόδρομος της μικροφυσικής και δημιουργός της ειδικής και της γενικής θεωρίας της σχετικότητας;
Ο Αϊνστάιν δεν πήρε το βραβείο Νόμπελ για τη σχετικότητα, αλλά για την ερμηνεία λιγότερο καθολικών φαινομένων.
Και η σχετικότητα θεωρήθηκε «εβραϊκή επιστήμη» από τους Ναζί και για μια περίοδο, γνωσιολογικά υποκειμενική από τους Σοβιετικούς.

Αλλά, είναι μόνον οι εξωτερικοί, οικονομικοί και ιδεολογικοί καταναγκασμοί;
Ο επιστήμονας διαμορφώνεται σε ένα συγκεκριμένο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.
Ποιες δεσμεύσεις ασκεί το περιβάλλον στον αρχικό προσανατολισμό και στις περαιτέρω επιλογές του επιστήμονα;
Τέλος:
Ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η τοποθέτηση ενός επιστήμονα για το μέλλον του;
Η Γαλλική Δημοκρατία έχει ορισμένες μεγάλες μορφές των επιστημών.
Από τη φυσική, όπως ο Ζολιό Κιουρί, μέχρι τα μαθηματικά και τη βιολογία.
Και όμως απέλυσε το Ζολιό Κιουρί από πρόεδρο της  Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, επειδή ήταν εναντίον της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για τον πόλεμο.
Ακόμη, κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό, ο Αϊνστάιν, ως δήθεν κομμουνιστής, είχε έναν ογκώδη φάκελο στις υπηρεσίες Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ.

Aν έχω καταλάβει σωστά, στο βιβλίο αναφέρεστε σε δύο είδη αλλοτρίωσης των ενσώματων υποκειμένων:
Το 1ο, αποτελεί το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο η οικονομία του κεφαλαίου ιδιοποιείται βίαια την εργασία.
Το 2ο, έπεται της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας, φάση κατά την οποία, εκτός του ότι αλλοτριωνόμαστε, οδηγούμαστε παράλληλα σε μια ολοκληρωτική αποξένωση.
Πώς συνδέονται αυτά τα δύο είδη μεταξύ τους;

Δεν είναι μόνο οι εργάτες που αποξενώνονται από το προϊόν της εργασίας τους. Οι επιστήμονες ανακαλύπτουν νέες μορφές ύλης, συνθέτουν άλλες μορφές, συνολικά παίζουν βασικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική αναμόρφωση των σημερινών κοινωνιών.
Οι ίδιοι, όμως, κατά κανόνα, δεν διαχειρίζονται τα προϊόντα της πνευματικής εργασίας τους.
Το προϊόν της επιστήμης κατά κανόνα αποξενώνεται από τον δημιουργό του. Αξιοποιείται προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, από το κράτος, τη βιομηχανία, τις επιχειρήσεις, ως εμπόρευμα.
Ακραίες περιπτώσεις,  η χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για τον πόλεμο, η καταστροφική για το μέλλον χρησιμοποίηση των γεωργικών φαρμάκων, οι πρόοδοι της γενετικής για την παραγωγή μεταλλαγμένων, της χημείας για δημιουργία ουσιών για πολεμική χρήση κλπ.
Στις σημερινές κοινωνίες, τα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας λειτουργούν ως εμπορεύματα.
Υπόκεινται συνεπώς στους ανταγωνιστικούς νόμους της αγοράς και λειτουργούν ως αλλοτριωμένα από την επιστημονική-κοινωνική ουσία τους.
Θα αναφέρουμε εδώ μόνο τη λειτουργία των φαρμακευτικών προϊόντων ως αγοραίων με τις αρνητικές συνέπειες για την υγεία.
Τα σχετικά σκάνδαλα που βλέπουν κατά καιρούς το φως, είναι συγκεκριμένες συνέπειες της αλλοτρίωσης της επιστημονικής λειτουργίας.
Τα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας ως εμπορεύματα.

Ο Μαξίμ Γκόρκι, υποστήριζε ότι το μέλλον ανήκει στην επιστήμη και τη δημοκρατία.
Αναφορικά με το πρώτο, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνολογικά επιτεύγματα, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε.
Ωστόσο, αυτή η πρόοδος, όπως προείπατε, πραγματοποιήθηκε σε βάρος κάποιων ανθρώπων.
Πώς μπορούμε τελικά να «κοινωνικοποιήσουμε» τις επιστήμες, συνδυάζοντάς τες, μάλιστα, με τη δημοκρατία;

Στις σημερινές αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες υποτίθεται ότι ο πολίτης και ειδικά ο επιστήμων, είναι ελεύθερος να αξιοποιήσει το προϊόν του σωματικού ή πνευματικού μόχθου του.
Όμως, στον «αιώνα των επιστημών» οι πόλεμοι γίνονται πλέον με τη χρήση επιστημονικών επιτευγμάτων ( όπλα, μηχανήματα, χημικά , βιολογικά και πυρηνικά όπλα).
Η ευθύνη ανήκει σε τελευταία ανάλυση στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς.
Η ευθύνη των επιστημόνων είναι έμμεση, αλλά υπαρκτή.
Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο, ότι μετά τον Β’ Π.Π. υπήρξε ένα ισχυρό κίνημα εναντίον της χρησιμοποίησης προπαντός των πυρηνικών, αλλά και γενικότερα εναντίον των αρνητικών συνεπειών της αντικοινωνικής χρησιμοποίησης της επιστήμης.
Είναι γνωστή η δράση της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Επιστημών για την κατάργηση των πυρηνικών όπλων και γενικότερα υπέρ της ειρήνης και της αξιοποίησης της επιστήμης για την κοινωνική πρόοδο.
Επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο Ράσελ, ο Ζολιό Κιουρί, ο Μπέρναλ και πολλοί άλλοι, αγωνίστηκαν για την κατάργηση των πυρηνικών και για την ανθρωπιστική αξιοποίηση των δυνατοτήτων της επιστημονικής έρευνας.
Ο μη κομμουνιστής Ράσελ είχε δηλώσει κάποτε ότι προτιμά να γίνει κόκκινος, παρά να ψηθεί από κάποια πυρηνική βόμβα.

Λέτε ότι ο σοσιαλισμός είναι η δυνατότητα η οποία κυοφορείται στα σπλάχνα του σημερινού άκαρδου κόσμου.
Ωστόσο, κάποιος μπορεί να σας αντιτείνει ότι το σοσιαλιστικό οικοδόμημα γκρεμίστηκε.
Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι αποτελεί την απάντηση στα δύσκολα, σύγχρονα ερωτήματα;

Το μεταπολεμικό κίνημα της ειρήνης ήταν ένα ευρύ, παγκόσμιο κίνημα στο οποίο μετείχαν, εκτός από κομμουνιστές, ανθρωπιστές, ειρηνόφιλοι, θρησκευόμενοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες και γενικότερα προοδευτικοί πολίτες. Όμως στο ευρύ κοινό, στο κίνημα αυτό τον βασικό ρόλο τον έπαιξαν οι αριστεροί και οι κομμουνιστές.
Και το κίνημα αυτό υποστηρίχθηκε από τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το κίνημα της ειρήνης δεν ήταν στενά πολιτικό.
Όμως, γενικά, επικρατούσε μια διάχυτη αντίληψη ότι το πρόβλημα του τέλους του πολέμου και της κοινωνικής ευημερίας θα λυθεί μόνο στα πλαίσια της παγκόσμιας σοσιαλιστικής κοινότητας.
Το κίνημα αυτό χαρακτηριζόταν από μια συνολική αισιοδοξία.
Όπως γράφει ο γνωστός Γάλλος χριστιανοπερσοναλιστής Ζαν Λακρουά, οι μαρξιστές χαρακτηρίζονται από μια έλλογη αισιοδοξία, αγωνιζόμενοι για μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος θα είναι προς τον άνθρωπο φίλος.

Σήμερα, το κίνημα της ειρήνης περνά μια περίοδο παρακμής.
Το σοσιαλιστικό στρατόπεδοέχει καταρρεύσει σχεδόν συνολικά.
Οι προοπτικές για μια κοινωνία ειρήνης και αλληλεγγύης φαίνονται ουτοπικές. Γενικά, περνάμε μια περίοδο κυριαρχίας του πολεμικού καπιταλισμού.
Όμως, η μαρξιστική θεωρία μπορεί να εξηγήσει την πρακτική αποτυχία με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες, τις ανεπάρκειες και τις στρεβλώσεις της επαναστατικής πρωτοπορίας.
Και μπορεί να θεμελιώσει την αισιοδοξία της.
Κατά τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι το καλύτερο από τα ζώα, αλλά και το χειρότερο, όταν ξεφεύγει από το νόμο.
Οι σημερινές επιστήμες της ζωής και ειδικά η γνώση της δομής της λειτουργίας και των δυνατοτήτων του εγκεφάλου,εξηγούν την εμπειρική άποψη του Αριστοτέλη και τις τραγικές εμπειρίες της εποχής μας.
Δεν υπάρχει ιστορικά αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση.
Η ανθρώπινη φύση καθορίζεται ιστορικά και διαμεσολαβημένα από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.
Ο εγκέφαλος, μπορεί να ελέγχει τις αντιδράσεις του, ανάλογα με το σύνολο των αξιών που το άτομο εξωτερικεύει ως κοινωνικό ον.
Συνολικά, με βάση τις σημερινές επιστήμες του ανθρώπου, δεν υπάρχει ανθρωπολογικό εμπόδιο για μια κοινωνία ειρήνης, κοινής προσπάθειας και αλληλεγγύης.
Συνεπώς, η έλλογη αισιοδοξία των μαρξιστών, έχει επιστημονικό θεμέλιο.
nostimonimar.gr