Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλμπερτ Αϊνστάιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλμπερτ Αϊνστάιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025

Πρώτη επίδειξη κβαντικής τηλεμεταφοράς από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Northwestern

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Northwestern είναι οι πρώτοι που κατάφεραν με επιτυχία την κβαντική τηλεμεταφορά μέσω ενός καλωδίου οπτικών ινών που μεταφέρει ήδη δεδομένα στο Διαδίκτυο.
Οι επιστήμονες βρήκαν τρόπο να τηλεμεταφέρουν πληροφορίες σχεδόν αμέσως, σε μεγάλες αποστάσεις - όχι σε άθικτες και παρθένες εργαστηριακές συνθήκες, αλλά μέσω πραγματικών καλωδίων διαδικτύου που μεταφέρουν κανονική τηλεπικοινωνιακή κίνηση.
Η ανακάλυψη δημοσιεύεται στο περιοδικό Optica, εισάγει τη νέα δυνατότητα συνδυασμού της κβαντικής επικοινωνίας με τα υπάρχοντα καλώδια του Διαδικτύου - απλοποιώντας σημαντικά την υποδομή που απαιτείται για προηγμένες τεχνολογίες ανίχνευσης ή εφαρμογές κβαντικής πληροφορικής.
"Αυτό είναι απίστευτα συναρπαστικό, επειδή κανείς δεν πίστευε ότι ήταν δυνατό.
Η εργασία μας δείχνει μια πορεία προς την επόμενη γενιά κβαντικών και κλασικών δικτύων που μοιράζονται μια ενιαία υποδομή οπτικών ινών. 
Ουσιαστικά, ανοίγει την πόρτα για την προώθηση των κβαντικών επικοινωνιών στο επόμενο επίπεδο" δήλωσε ο Prem Kumar του Northwestern, επικεφαλής της μελέτης.
Περιοριζόμενη μόνο από την ταχύτητα του φωτός, η κβαντική τηλεμεταφορά επιτρέπει έναν νέο, εξαιρετικά γρήγορο και ασφαλή τρόπο διαμοιρασμού πληροφοριών μεταξύ απομακρυσμένων χρηστών δικτύου, όπου η άμεση μετάδοση δεν είναι απαραίτητη. 
Η διαδικασία λειτουργεί με την αξιοποίηση της κβαντικής διεμπλοκής, μιας τεχνικής κατά την οποία δύο σωματίδια συνδέονται, ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους απόσταση. 
Αντί τα σωματίδια να ταξιδεύουν φυσικά για να μεταφέρουν πληροφορίες, τα διεμπλεκόμενα σωματίδια ανταλλάσσουν πληροφορίες σε μεγάλες αποστάσεις - χωρίς να τις μεταφέρουν φυσικά.
Και πώς λειτουργεί αυτό; 
Όλα οφείλονται στην κβαντική διεμπλοκή*, ένα φαινόμενο όπου δύο σωματίδια συνδέονται μεταξύ τους, ανεξάρτητα από το πόσο μακριά βρίσκονται. 
Αυτό σημαίνει ότι οι πληροφορίες μπορούν να μεταφερθούν χωρίς να ταξιδέψουν φυσικά στο χώρο.
Μέχρι τώρα, τα κβαντικά σήματα θεωρούνταν πολύ ευαίσθητα για να επιβιώσουν παράλληλα με τη συμβατική κυκλοφορία στο διαδίκτυο. 
Θέλω να πω, φανταστείτε να προσπαθείτε να οδηγήσετε ένα ποδήλατο μέσα από ένα τούνελ γεμάτο με φορτηγά που τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα... χωρίς να πέσετε. 
Αλλά μια ομάδα από το Πανεπιστήμιο Northwestern, που χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ, βρήκε έναν τρόπο να περάσει με λιγότερες παρεμβολές. 
Αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο το φως διασκορπίζεται μέσα σε αυτά τα καλώδια, εντόπισαν ένα μήκος κύματος που επέτρεπε στα φωτόνια να ταξιδεύουν πιο ομαλά. 
Τοποθέτησαν το φωτόνιο σε αυτό το βέλτιστο μήκος κύματος και εισήγαγαν ειδικά φίλτρα για τη μείωση του θορύβου από την τυπική κίνηση στο διαδίκτυο.
Για να δοκιμάσουν τα ευρήματά τους, έστησαν ένα καλώδιο οπτικών ινών μήκους 30 χιλιομέτρων, στέλνοντας ταυτόχρονα μέσω αυτού κβαντικές πληροφορίες και κανονικά δεδομένα του διαδικτύου. 
Προς έκπληξή τους, το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία! 
Οι κβαντικές πληροφορίες μεταδόθηκαν με επιτυχία, ακόμη και με την πολυάσχολη κίνηση του διαδικτύου να τρέχει μέσα από το καλώδιο.
     *Η κβαντική διεμπλοκή είναι το φαινόμενο κατά το οποίο, δύο σωματίδια, ή κάποιες ομάδες σωματιδίων, τα οποία δημιουργήθηκαν μαζί και αλληλεπιδρούν στενά μεταξύ τους, τότε ανάμεσά τους δημιουργείται μια παράδοξα στενή και μόνιμη σχέση την οποία ονομάζουμε κβαντική διεμπλοκή.
     Έτσι, ασχέτως του πόσο απομακρυσμένα είναι το ένα από το άλλο, αν στο ένα φορτωθεί μια πληροφορία, αυτή σχεδόν ακαριαία μεταφέρεται και στο άλλο. 
     Μένουν δηλαδή σε κατάσταση διεμπλοκής μεταξύ τους, ασχέτως του χώρου που μεσολαβεί πλέον από το ένα στο άλλο.
    Αν στείλουμε το ένα από τα δύο στο άλλο άκρο του σύμπαντος και κάνουμε κάτι σε οποιοδήποτε από τα δύο, το άλλο αντιδρά ακαριαία.
 επιμέλεια και μετάφραση: ntina

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

Το Ξυράφι του Όκκαμ, ή η Λεπίδα του Όκαμ

"Όταν ακούτε καλπασμό, να σκέφτεστε ‘άλογο’ και όχι ‘ζέβρα’"
Το Ξυράφι του Όκαμ (αποδίδεται και ως Λεπίδα του Όκαμ), είναι επιστημονική αρχή, η οποία αποδίδεται στον Άγγλο φιλόσοφο Λογικής και φραγκισκανό μοναχό του 14ου αιώνα, Γουλιέλμο του Όκαμ. 
Η αρχή αυτή αποτελεί την βάση της μεθοδολογικής απαγωγής και αποκαλείται επίσης αρχή της οικονομίας.
Στην απλούστερη διατύπωσή του, το Ξυράφι του Όκαμ εκφράζεται ως εξής: «Κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες».
Η αρχή αυτή πρωτοδιατυπώνεται από τους Πυθαγόρειους δυο χιλιετίες νωρίτερα, όπως μας πληροφορεί ο φιλόσοφος Πρόκλος, του οποίου το Πανεπιστήμιο είναι στην οδό Ηρώδου Αττικού, θαμμένο κάτω από το πεζοδρόμιο, μπροστά στο θέατρο του Διονύσου. 
Στα Ελληνικά διατυπώνεται ως εξής “τῶν μὲν Πυθαγορείων … παρακέλευσμα ἦν …… δι’ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῖς κλεινοῖς Πυθαγορείοις” και “δεῖν γὰρ ἐπ’ ἐκείνων καὶ αὐτὸν παρακελεύεσθαι τὸν Πυθαγόραν ζητεῖν ἐξ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων δεικνύναι τὰ ζητούμενα·”
Στα λατινικά διατυπώνεται ως:
Pluralitas non est ponenda sine necessitate
Η φράση αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί πολύ ελεύθερα ως εξής: 
Όταν δύο θεωρίες παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη.
Παράδειγμα: 
Παρατηρούμε ότι ένα δέντρο έχει πέσει μετά από μια θύελλα. 
Βάσει του δεδομένου της θύελλας συνδυασμένου με αυτό του πεσμένου δέντρου, μια λογική εικασία θα ήταν να υποθέσουμε ότι η ισχύς της θύελλας ξερίζωσε και έριξε κάτω το δέντρο. 
Αυτή η υπόθεση δεν προσβάλλει την κριτική μας σκέψη, καθότι υπάρχουν ισχυροί λογικοί δεσμοί μεταξύ αυτού που ήδη γνωρίζουμε και αυτού που υποθέτουμε ότι έγινε (δηλ. το ότι βλέπουμε και ακούμε τις θύελλες αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξή τους και για το ότι είναι ικανές να ξεριζώσουν και να ρίξουν κάτω δέντρα). 
Μία εναλλακτική υπόθεση θα ήταν ότι ένας γιγάντιος εξωγήινος ξερίζωσε το δέντρο. 
Αυτή η υπόθεση, ωστόσο, προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διάφορες λογικές αδυναμίες που προκύπτουν από ασυνέπειες με τα όσα ήδη γνωρίζουμε πράγμα που την καθιστά απορριπτέα.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν ένας ασθενής χειρουργείται και πριν την εγχείριση ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι οι πιθανότητες επιβίωσης του είναι μηδαμινές. 
Εάν τελικά ο ασθενής επιβιώσει η λογική με τις λιγότερες εικασίες είναι ότι ο γιατρός έκανε λανθασμένη εκτίμηση του κινδύνου. 
Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις επικρατεί η λογική του θαύματος, η οποία προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες. 
Στην αντίθετη περίπτωση που ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι πρόκειται για μια απλή εγχείριση και τελικά ο ασθενής πεθαίνει, η απλή εικασία του ιατρικού λάθους όμως υπερισχύει.
Το ξυράφι του Όκαμ συχνά διατυπώνεται ως Entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem, ή, αλλιώς, 
«Οι οντότητες δεν θα πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέραν του απολύτως απαραίτητου». 
Αυτή η διατύπωση, ωστόσο, είναι μεταγενέστερη και δεν βρίσκεται σε κανένα από τα συγγράμματα του Όκαμ. 
Το ίδιο ισχύει και για την διατύπωση non est ponenda pluralitas sine necessitate που κυριολεκτικά σημαίνει «δεν θα πρέπει να προϋποτίθενται επαυξήσεις χωρίς να είναι απαραίτητο».
Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με δύο ελάχιστα διαφορετικούς τρόπους. 
Σύμφωνα με τον πρώτο, από όλες τις θεωρίες που εξηγούν επαρκώς τα δεδομένα, προτιμάται η απλούστερη. 
Σύμφωνα με τον δεύτερο, προτιμάται το απλούστερο υποσύνολο μιας οποιασδήποτε θεωρίας η οποία εξηγεί επαρκώς τα δεδομένα. 
Η διαφορά έγκειται στο ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο διαφορετικές θεωρίες οι οποίες να εξηγούν τα δεδομένα επαρκώς και οι οποίες να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και κανένα κοινό στοιχείο. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι σε αυτήν την περίπτωση το Ξυράφι του Όκαμ δεν εισηγείται κάποιας προτίμησης και ότι ισχύει μόνον όταν σε μια αυτάρκη θεωρία προστίθεται κάτι το οποίο δε βελτιώνει τα όσα η θεωρία ήδη προβλέπει. 
Έτσι, το Ξυράφι του Όκαμ απλώς κόβει και αφαιρεί όλα αυτά τα επιπρόσθετα θεωρητικά στοιχεία.
Η αρχή του Ξυραφιού του Όκαμ έχει αποτελέσει την έμπνευση για πολλές άλλες διατυπώσεις, όπως: «Οικονομία των αιτημάτων», «αρχή της απλούστευσης» και την έκφραση (σε ορισμένες ιατρικές σχολές του εξωτερικού) «όταν ακούτε καλπασμό, να σκέφτεστε ‘άλογο’ και όχι ‘ζέβρα’».
Μία επαναδιατύπωση του Ξυραφιού του Όκαμ σε πιο επίσημη ορολογία υπάρχει διαθέσιμη από τη Θεωρία της Πληροφορίας στα πλαίσια του μηνύματος ελαχίστου μεγέθους.
«Όταν πρέπει να επιλεγεί ένα από δύο μοντέλα με ταυτόσημες προβλέψεις, επιλέγεται το απλούστερο». 
Αυτή η διατύπωση θέλει να πει ότι ένα απλούστερο μοντέλο δε μπορεί να συμπεριληφθεί μεταξύ των μοντέλων που πληρούν τα κριτήρια της διατύπωσης, εάν οι προβλέψεις του δεν είναι ταυτόσημες.
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, που έζησε μετά τον Όκαμ διατύπωσε μία παραλλαγή του Ξυραφιού του Όκαμ. Η παραλλαγή του βραχυκυκλώνει την ανάγκη για απλότητα, εξισώνοντας την τελευταία με την επιτήδευση:
Η απλότητα είναι η υπέρτατη επιτήδευση.
Το Ξυράφι του Όκαμ επίσης διατυπώνεται ως εξής:
Μεταξύ δύο θεωριών ή εξηγήσεων, όταν όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες είναι ταυτόσημοι, προτιμάται η απλούστερη.
Εφόσον αυτή η διατύπωση είναι κάπως ασαφής, ίσως να είναι προτιμητέα αυτή του Νεύτωνα:
Δεν αποδεχόμαστε περισσότερες αιτίες για φυσικά φαινόμενα από όσες είναι ταυτόχρονα αληθείς και επαρκείς όσον αφορά την δικαιολόγηση της ύπαρξής τους.
Στο πνεύμα του ίδιου του «Ξυραφιού», πολλές φορές λέγεται ότι:
«Η απλούστερη εξήγηση είναι συνήθως η καλύτερη».
Αυτό αποτελεί υπεραπλούστευση και είναι τουλάχιστον παροδηγητικό. 
Βλέπε παρακάτω «Στην επιστήμη».
Άλλωστε, αυτή η επαναδιατύπωση ενέχει πολλά σφάλματα και το μεγαλύτερο όλων είναι ότι το Ξυράφι του Όκαμ χρησιμεύει μόνο για τον διαχωρισμό μεταξύ δύο επιστημονικών θεωριών, οι οποίες κάνουν τις ίδιες προβλέψεις. 
Το δεύτερο σφάλμα είναι ότι το Ξυράφι του Όκαμ δεν διατείνεται ότι κάνει την επιλογή της «καλύτερης» θεωρίας, αλλά απλώς ότι η απλότητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή μεταξύ δύο κατά τα άλλα ίσων θεωριών. 
Είναι δυνατόν, με την πάροδο του χρόνου, να γίνουν γνωστές πληροφορίες οι οποίες να καταστήσουν την περιπλοκότερη θεωρία ορθότερη. 
Το Ξυράφι του Όκαμ δεν διατείνεται σαφώς ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αλλά μας προτρέπει να δεχόμαστε την απλούστερη θεωρία έως ότου έχουμε λόγους για να μην το κάνουμε.
Υποστήριξη
Το Ξυράφι του Όκαμ είναι γνωστό με πολλές άλλες ονομασίες, όπως Αρχή της Οικονομίας, Αρχή της Απλότητας, διότι υπάρχει μία εμφανής σύνδεση μεταξύ της απλότητας, της οικονομίας και του Ξυραφιού. 
Πριν από τον 20ο αιώνα, επικρατούσε η αντίληψη ότι η υπεράσπιση του Ξυραφιού μεταφυσικώς αποτελούσε απλότητα, ότι η φύση ήταν κατά βάση απλή και ότι, συνεπώς, οι φυσικές θεωρίες θα πρέπει να αντανακλούν αυτή την απλότητα. 
Από την αρχή του 20ου αιώνα, ωστόσο, αυτές οι αντιλήψεις άρχισαν να χάνουν την δημοτικότητά τους, διότι οι επιστήμονες άρχισαν να σχηματίζουν μια όλο και πιο περίπλοκη εικόνα του φυσικού σύμπαντος. 
Αντιστοίχως, οι φιλόσοφοι εγκατέλειψαν τη μεταφυσική υποστήριξη του Ξυραφιού και κατέφυγαν στην επιστημολογία, παρέχοντας επαγωγικά, πραγματολογικά και πιθανοτητολογικά επιχειρήματα, κατάσταση η οποία συνεχίζει μέχρι και σήμερα. 
Έτσι, το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί πλέον αρχή μεθοδολογίας. 
Ο Έλιοτ Σόμπερ δεν συμφωνεί με την επιστημολογική υποστήριξη του Ξυραφιού και πιστεύει ότι πρέπει να υφίσταται κάποια μεταφυσική προκατάληψη πίσω του, μολονότι δεν προσφέρει πιθανές αναλύσεις. (Sober, 1990).
Η αντιλογία του Chatton
Ο Walter του Chatton, ο οποίος ήταν σύγχρονος του Γουλιέλμου του Όκαμ (1287-1347), αντιτέθηκε στο Ξυράφι του Όκαμ και στις εφαρμογές του. 
Ως αντίλογο, επινόησε το αντι-ξυράφι του: «Εάν τρεις θέσεις δεν επαρκούν για να επιβεβαιώσουν μία καταφατική πρόταση για κάποιο ζήτημα, τότε πρέπει να προστεθεί και μια τέταρτη, και ούτω καθ’ εξής». 
Αν και αρκετοί άλλοι φιλόσοφοι έχουν διατυπώσει παρόμοια «αντι-ξυράφια» μετά από τον Chatton, το αξίωμα του Chatton ποτέ δεν γνώρισε την επιτυχία του Ξυραφιού του Όκαμ. 
Άλλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι διετύπωσαν δικά τους αντι-ξυράφια ήταν οι Γοτεφρείδος Ουλιέλμος Λάιμπνιτς (1646-1716), Εμμανουήλ Κάντ (1724-1804) και Καρλ Μένγκερ (20ός αιώνας). 
Η εκδοχή του Λάιμπνιτς ονομάστηκε «αρχή της πληρότητας» (Άρθουρ Λάβτζοϊ). Η ιδέα πάνω στην οποία βασιζόταν ήταν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο με τον μέγιστο δυνατό αριθμό διαφορετικών πλασμάτων. 
Ο Καντ θεώρησε ότι η αρχή του Όκαμ έπρεπε να μετριαστεί κάπως και έτσι διατύπωσε το δικό του αντι-ξυράφι: «Η ποικιλία των οντοτήτων δεν θα πρέπει να μειώνεται αβασάνιστα». 
Ο Κάρλ Μένγκερ θεωρούσε ότι τα μαθηματικά κάνουν υπερβολική οικονομία σε ό,τι αφορά τις μεταβλητές και συνεπώς διαμόρφωσε τον Νόμο κατά της Τσιγκουνιάς, σύμφωνα με τον οποίο «Οι οντότητες δεν θα πρέπει να μειώνονται σε βαθμό ανεπάρκειας», ή, αλλιώς, «είναι μάταιο να περιορίζουμε στο λίγο αυτό που χρειάζεται πολύ». 
Ένα λιγότερο σοβαρό, ή (όπως θα έλεγαν κάποιοι) ακόμη πιο ακραίο αντι-ξυράφι είναι η Παταφυσική, η «επιστήμη των φανταστικών λύσεων», την οποία επινόησε ο Άλφρεντ Τζάρι (1873-1907). 
Η Παταφυσική, ο απόλυτος αντι-απαγωγισμός, θεωρεί ότι το κάθε συμβάν εντός του σύμπαντος είναι εντελώς μοναδικό και διέπεται από δικούς του ιδιαίτερους νόμους. 
Ο αργεντίνος συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ανέπτυξε αργότερα παραλλαγές σε αυτό το θέμα στο διήγημά του/ψευδοδιατριβή Tlön, Uqbar, Orbis Tertius. 
Επιπλέον, υπάρχει και το Ρόπαλο του Κάμπτρι, του οποίου η κυνική διατύπωση υπαγορεύει: 
«Δεν μπορεί να υφίσταται σύνολο αμοιβαία ασυνεπών παρατηρήσεων, για το οποίο η ανθρώπινη διάνοια να μην μπορεί να συλλάβει μία συνεκτική εξήγηση, ανεξάρτητα από το πόσο περίπλοκη θα είναι αυτή».
Στην επιστήμη
Το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί θεμελιώδη αρχή για όσους ακολουθούν την επιστημονική μεθοδολογία. Το Ξυράφι αποτελεί ευρετικό επιχείρημα και δεν αποδίδει απαραιτήτως ορθά αποτελέσματα. 
Είναι, στην ουσία, μία πυξίδα που δείχνει προς τη γενική κατεύθυνση η οποία πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να επιλεγεί η επιστημονική υπόθεση που (επί του παρόντος) περιέχει τον μικρότερο αριθμό μη αποδεδειγμένων εικασιών. 
Συχνά, πολλές θεωρίες είναι εξίσου «απλές», με αποτέλεσμα το Ξυράφι του Όκαμ να μην παρέχει καμία διαφοροποίηση.
Από την άλλη μεριά, χωρίς το Ξυράφι του Όκαμ επιστήμη δεν υφίσταται. 
Η πρωταρχική πράξη της επιστήμης, αυτή της σύνθεσης θεωριών και της επιλογής της πλέον αξιόλογης θεωρίας με βάση την συλλογική ανάλυση των δεδομένων, θα ήταν αδύνατη δίχως κάποια μεθοδολογία επιλογής μεταξύ των θεωριών που εκφράζουν τα διαθέσιμα στοιχεία.
Αυτό οφείλεται στο ότι για κάθε σύνολο δεδομένων αντιστοιχεί άπειρος αριθμός θεωριών που είναι συνεπείς ως προς τα εν λόγω δεδομένα (αυτό είναι γνωστό ως το Πρόβλημα του Υποπροσδιορισμού). Έστω, για παράδειγμα ότι κάποιος ερευνά την περίφημη θεωρία του Ισαάκ Νεύτωνα περί του ότι κάθε δράση έχει μία ίση αντίδραση. 
Είναι πολύ εύκολο να επινοηθούν εναλλακτικές θεωρίες οι οποίες εξηγούν τα δεδομένα εξίσου αποτελεσματικά. 
Μία τέτοια θεωρία θα μπορούσε να υποστηρίζει ότι για κάθε δράση υπάρχει μία αντίδραση κατά το ήμισυ της αρχικής, ενώ ταυτόχρονα καλοπροαίρετα αόρατα πλάσματα ενισχύουν την αντίδραση με δική τους ενέργεια, ώστε η αντίδραση να γίνεται ίση με την δράση. 
Όλα αυτά τα πλάσματα θα πεθάνουν το έτος 2055 και τότε η φύση του παρατηρήσιμου σύμπαντος θα αλλάξει. 
Αυτή η θεωρία περιγράφει εξίσου καλά τις παρατηρήσεις μας όσο και η θεωρία του Νεύτωνα. Επιπλέον, δεν μας είναι δυνατόν να επιλέξουμε μέσω άμεσων αποδείξεων οποιαδήποτε θεωρία μέχρι το 2055. 
Επειδή η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι τα εν λόγω πλάσματα είναι αόρατα και μη ανιχνεύσιμα, δεν μπορούμε να κάνουμε διαχωρισμό μεταξύ των δύο θεωριών μέχρι το 2055. 
Από την άλλη μεριά, κάθε θεωρία έχει εξαιρετικά μεγάλη επιρροή όσον αφορά το τι προσδοκούμε για το μέλλον (για παράδειγμα, ίσως επιλέξουμε να ζήσουμε διαφορετικά τις ζωές μας, εάν γνωρίζουμε ότι ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα πάψει να υπάρχει το 2055). 
Τελικά, διαφαίνεται επίσης ότι δημιουργείται άπειρος αριθμός παρόμοιων θεωριών, απλώς και μόνον αλλάζοντας το έτος. 
Με το έτος 2056 δημιουργείται νέα θεωρία. 
Το 2057 ορίζει άλλη μία, και ούτω καθεξής. 
Επειδή υπάρχει ένας άπειρος αριθμός θεωριών οι οποίες αντιστοιχούν σε κάθε σύνολο παρατηρήσεων εξίσου καλά και οι προβλέψεις της καθεμίας είναι εξίσου πρωτότυπες, εάν η επιστήμη είναι ανίκανη να επιλέξει μεταξύ τους, τότε ποτέ δεν θα κατορθώσει να καθορίσει την χρήσιμη θεωρία. 
Μέχρι τώρα, ο μόνος γνωστός τρόπος για να επιλέγεται η χρήσιμη θεωρία μεταξύ των απείρων θεωριών που αντιστοιχούν σε ένα σύνολο παρατηρήσεων είναι το Ξυράφι του Όκαμ. 
Για αυτόν τον λόγο, το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της επιστήμης, χωρίς το οποίο η επιστήμη παύει να λειτουργεί.
Το Ξυράφι του Όκαμ δεν σημαίνει «απλότητα ίσον τελειότητα». 
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν πιθανότατα αναφερόταν σε αυτό όταν έγραψε το 1933 ότι «ο υπέρτατος σκοπός κάθε θεωρίας είναι να καταστήσει τα ανεπίδεκτα μείωσης στοιχεία όσο απλά και λιγότερα είναι δυνατόν χωρίς να εγκαταλείπει την επαρκή παράσταση έστω και ενός εμπειρικού δεδομένου». 
Αυτό το σχόλιο συχνά παραφράζεται ως «Μία θεωρία πρέπει να είναι όσο απλή είναι δυνατόν, αλλά όχι απλούστερη». 
Συχνά, η πιο ενδεδειγμένη εξήγηση είναι πιο απλή από την απλούστερη δυνατή εξήγηση επειδή απαιτεί λιγότερες εικασίες. 
Το να διατυπώσει κανείς το Ξυράφι του Όκαμ ως «Η απλούστερη εξήγηση είναι και η καλύτερη (ή η αληθέστερη)» αποτελεί υπεραπλούστευση καθ’ αυτό.
Στην ιστορία της επιστήμης, το Ξυράφι του Όκαμ χρησίμευσε με δύο τρόπους. 
Ο ένας ήταν η οντολογική παραγωγή δι’ απαλοιφής και ο άλλος ο διαρητορικός συναγωνισμός. Ορισμένα παραδείγματα της πρώτης περίπτωσης: Η ορμή της αριστοτέλειας φυσικής, οι «αγγελικές» μηχανές της μεσαιωνικής επουράνιας μηχανικής, τα τέσσερα πνεύματα της αρχαίας και μεσαιωνικής ιατρικής, ο δαιμονισμός ως εξήγηση των διανοητικών παθήσεων, το «Φλογιστόν» της μεταμεσαιωνικής χημείας και τα ζωτικά πνεύματα της μεταμεσαιωνικής βιολογίας.
Στην δεύτερη περίπτωση, έχουμε τρία παραδείγματα από την ιστορία της επιστήμης, όπου επιλέχθηκε η απλούστερη των δύο συναγωνιζόμενων θεωριών και όχι η οντολογική αντίπαλός της, παρά το ότι και οι δύο θεωρίες εξηγούσαν πλήρως τα φαινόμενα. 
Το πρώτο παράδειγμα είναι το ηλιοκεντρικό μοντέλο του Κοπέρνικου έναντι του γεωκεντρικού μοντέλου του Πτολεμαίου.
Το δεύτερο είναι η μηχανική θεωρία της θερμότητας έναντι της Καλορικής θεωρίας. 
Τέλος, τρίτο είναι η θεωρία του Αϊνστάιν περί ηλεκτρομαγνητισμού έναντι της θεωρίας του φωσφόρου αιθέρα. 
Στην πρώτη περίπτωση, το μοντέλο του Κοπέρνικου επελέγη έναντι αυτού του Πτολεμαίου χάριν της απλότητάς του. 
Το μοντέλο του Πτολεμαίου, προκειμένου να εξηγήσει την φαινομενική οπισθοδρομική κίνηση του Ερμή σε σχέση με την Αφροδίτη, αιτούσε την ύπαρξη επικυκλίων στην τροχιά του Ερμή. 
Το μοντέλο του Κοπέρνικου (όπως διαμορφώθηκε από τον Κέπλερ) μπόρεσε να εξηγήσει αυτήν την κίνηση μεταθέτοντας την Γη από το κέντρο του ηλιακού συστήματος και αντικαθιστώντας την με τον Ήλιο ως κέντρο όλων των τροχιακών κινήσεων, ενώ ταυτόχρονα αντικατέστησε τις κυκλικές τροχιές του μοντέλου του Πτολεμαίου με ελλειπτικές. 
Επιπλέον, το μοντέλο του Κοπέρνικου δεν έκανε καμία αναφορά στις κρυστάλλινες σφαίρες στις οποίες υποτίθεται ότι περιέχονταν οι πλανήτες, σύμφωνα με το μοντέλο του Πτολεμαίου. 
Με μία κίνηση το μοντέλο του Κοπέρνικου μείωσε κατά δύο τα οντολογικά στοιχεία της Αστρονομίας. Σύμφωνα με την Καλορική θεωρία περί θερμότητας, η θερμότητα είναι μία αβαρής ουσία, η οποία μετακινείται από το ένα αντικείμενο στο άλλο. 
Αυτή η θεωρία προήλθε από την μελέτη των κανονιών και την ανακάλυψη της ατμομηχανής. 
Όταν ο Λόρδος Ράμφορντ μελετούσε την κατασκευή κανονιών, διαπίστωσε ότι οι παρατηρήσεις του αντίβαιναν της Καλορικής θεωρίας. 
Έτσι διετύπωσε την δική του μηχανική θεωρία προς αντικατάσταση της προηγούμενης, η οποία εκτόπισε την Καλορική και ήταν οντολογικά απλούστερη από όλες τις προηγούμενες. 
Επίσης, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, οι φυσικοί πίστευαν ότι για να ταξιδέψει το φως απαιτείται κάποιο μέσο, όπως συμβαίνει και με τα ηχητικά κύματα. 
Προϋποτέθηκε ότι αυτό το μέσο ήταν ο αιθέρας και συντελέστηκαν πολλά πειράματα προκείμενου να ανιχνευτεί. Ένα από τα γνωστότερα πειράματα με αρνητικό αποτέλεσμα στην ιστορία της επιστήμης, το πείραμα των Μίκελσον-Μόρλεϊ δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ύπαρξη του αιθέρα. 
Ο Αινστάιν βασίστηκε σε αυτό το πόρισμα και σχημάτισε την θεωρία του χωρίς καμία αναφορά στον αιθέρα, παρέχοντας, έτσι, ακόμα ένα παράδειγμα μιας θεωρίας που προσφέρει μεγαλύτερη οντολογική απλότητα.
Στη βιολογία
Βιολόγοι και φιλόσοφοι της Βιολογίας χρησιμοποιούν το ξυράφι του Όκαμ σε δύο τομείς της Εξελικτικής Βιολογίας: στην αντιπαράθεση σχετικά με τις μονάδες [φυσικής] επιλογής και την Συστηματική. 
Στο βιβλίο του Adaptation and Natural Selection (Προσαρμογή και Φυσική Επιλογή, 1966) ο George C. Williams διατείνεται ότι ο αλτρουισμός μεταξύ των ζώων εξηγείται καλύτερα εάν δεχτούμε ως βάση του μία χαμηλού επιπέδου (δηλ. προσωπική) επιλογή σε αντίθεση με την υψηλού επιπέδου ομαδική επιλογή. 
Ο αλτρουισμός ορίζεται ως συμπεριφορά που ωφελεί την ομάδα και όχι την μονάδα, ενώ θεωρείται ότι η ομαδική επιλογή αποτελεί τον εξελικτικό μηχανισμό ο οποίος επιλέγει τα αλτρουιστικά χαρακτηριστικά. 
Άλλοι θεωρούν την φυσική επιλογή ως τον μηχανισμό ο οποίος δικαιώνει τον αλτρουισμό μόνον ως το σύνολο συμπεριφορών των διαφόρων ζώων, τα οποία δρουν με βάση το προσωπικό συμφέρον, χωρίς να νοιάζονται για την ομάδα. 
Ο Williams υποστηρίζει ότι η θεωρία της προσωπικής επιλογής είναι η πιο φειδωλή. Κατ’ αυτό τον τρόπο επικαλείται μία παραλλαγή του Ξυραφιού του Όκαμ που ονομάζεται Κανόνας του Μόργκαν.
Ωστόσο, τα πιο πρόσφατα συγγράμματα βιολόγων όπως το The Selfish Gene (Το εγωκεντρικό γονίδιο) του Ρίτσαρντ Ντόκινς, έχουν αποκαλύψει ότι η άποψη του Williams δεν ήταν ούτε η απλούστερη, ούτε η στοιχειωδέστερη. 
Ο Ντόκινς υποστηρίζει ότι η λειτουργία της εξέλιξης εξαρτάται από το πλήθος των γονιδίων τα οποία πολλαπλασιάζονται στα περισσότερα δυνατά αντίγραφα, διότι αυτά καθορίζουν την πρόοδο κάθε συγκεκριμένου είδους. 
Δηλαδή, γίνεται φυσική επιλογή ορισμένων γονιδίων και αυτό αποτελεί ουσιαστικά την θεμελιώδη υποφώσκουσα αρχή η οποία καθιστά την μοναδική και ομαδική επιλογή αναδυόμενα χαρακτηριστικά της εξέλιξης.
Μπορούμε να ανατρέξουμε στο εξής παράδειγμα από την Ζωολογία: 
Οι μοσχοβόες, όταν απειλούνται από λύκους, σχηματίζουν ένα κύκλο με τα αρσενικά στην εξωτερική μεριά και τα θηλυκά και τα μικρά τους στο εσωτερικό. 
Αυτό είναι ένα παράδειγμα συμπεριφοράς των αρσενικών που φαίνεται να είναι αλτρουιστική.
Αυτή η συμπεριφορά είναι δυσμενής για τα αρσενικά ως μεμονωμένα ζώα, αλλά ευεργετική για το σύνολο και συνεπώς πολλοί θεώρησαν ότι υποστηρίζει την θεωρία της ομαδικής επιλογής.
Παρ’ όλα αυτά, μία πολύ καλύτερη εξήγηση προσφέρεται εάν κάποιος θεωρήσει ότι η φυσική επιλογή λειτουργεί στα γονίδια. 
Αν ο μοσχόβους φύγει, αφήνοντας τους απογόνους του εκτεθειμένους στους λύκους, τα γονίδιά του δεν θα προωθηθούν. 
Αν, όμως, παλέψει για την προστασία τους, τότε τα γονίδια θα διαφυλαχθούν στους απογόνους. 
Και έτσι το αντίστοιχο γονίδιο το οποίο επιτάσσει αυτή τη συμπεριφορά πολλαπλασιάζεται. 
Αυτό είναι ένα παράδειγμα φυσικής επιλογής μέσω γονιδίων και μαζικής μακροπρόθεσμης αλλαγής, το οποίο είναι μία γενική αρχή που προσφέρει μία πολύ απλούστερη εξήγηση, χωρίς να καταφεύγει σε ειδικές αρχές όπως την ομαδική επιλογή.
Η Συστηματική είναι ο κλάδος της Βιολογίας που επιχειρεί να τεκμηριώσει γενεαλογικές σχέσεις μεταξύ οργανισμών. 
Ασχολείται ακόμα με την ταξινόμησή τους. 
Υπάρχουν τρία κύρια στρατόπεδα της συστηματικής, οι κλαδιστές, οι φενετιστές και οι εξελικτικοί ταξινομιστές. 
Οι κλαδιστές θεωρούν ότι μόνο η γενεαλογία θα πρέπει να καθορίζει την ταξινόμηση, οι φενετιστές αντιλέγουν ότι η ομοιότητα στη συγγένεια της καταγωγής είναι το αποφασιστικό κριτήριο, ενώ οι εξελικτικοί ταξινομιστές ισχυρίζονται ότι τόσο η γενεαλογία όσο και η ομοιότητα παίζουν ρόλο στην ταξινόμηση.
O Φράνσις Κρικ έχει κάνει σχόλια για τους πιθανούς περιορισμούς της εφαρμογής του Ξυραφιού του Όκαμ στη βιολογία. 
Θέτει το επιχείρημα ότι, καθώς τα βιολογικά συστήματα είναι προϊόντα μιας (συνεχιζόμενης) φυσικής επιλογής, οι μηχανισμοί δεν είναι αναγκαστικά βέλτιστοι κατά κάποια προφανή έννοια. 
Εφιστά την προσοχή: «Παρόλο που το Ξυράφι του Όκαμ είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στις φυσικές επιστήμες, μπορεί να είναι ένα πολύ επικίνδυνο όργανο στη βιολογία. 
Είναι, λοιπόν, πολύ παράτολμο να χρησιμοποιηθούν η απλότητα και η κομψότητα ως οδηγός στη βιολογική έρευνα».
Στην ιατρική
Όταν στην σύγχρονη Ιατρική γίνεται αναφορά στο Ξυράφι του Όκαμ, οι γιατροί και οι φιλόσοφοι της ιατρικής κάνουν λόγο για την διαγνωστική οικονομία (φειδώ). 
Η διαγνωστική οικονομία επιτάσσει ότι όταν γίνεται διάγνωση ενός τραυματισμού, μιας ασθένειας, αρρώστιας ή πάθησης, ο γιατρός πρέπει να προσπαθεί να εστιάσει την προσοχή του σε όσο το δυνατόν λιγότερες αιτίες που θα ανταποκρίνονται και θα ερμηνεύουν όλα τα συμπτώματα.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Έντουαρτ Αϊνστάιν: η ιστορία του ξεχασμένου γιου του Άλμπερτ Αϊνστάιν που έζησε σε ψυχιατρεία

Ο Αϊνστάιν και η Μιλέβα Μάριτς


Ο Έντουαρντ, όντας ασταθής σχιζοφρενικός, πέρασε τρεις δεκαετίες σε ένα άσυλο και ήταν για τον πατέρα του, Άλμπερτ, ένα "άλυτο πρόβλημα".
Ο Αϊνστάιν είναι ένας από τους πιο διάσημους επιστήμονες και το όνομά του έχει γίνει συνώνυμο με τη μεγαλοφυΐα. 
Όμως, παρόλο που σχεδόν όλοι έχουν ακούσει για τον ίδιο και το αξιοσημείωτο έργο του, λίγοι γνωρίζουν για την τραγική τύχη του γιου του, Έντουαρντ.

Τα πρώτα χρόνια του Έντουαρντ

Οι δύο γιοι του Αϊνστάιν, Έντουαρντ και Χανς Άλμπερτ, τον Ιούλιο του 1917

Η μητέρα του Έντουαρντ, η Σέρβα φυσικός Μιλέβα Μάριτς (Milea Maric), ήταν η πρώτη σύζυγος του Αϊνστάιν. 
Η Μάριτς ήταν η μοναδική φοιτήτρια που σπούδασε φυσική στην Πολυτεχνική Ακαδημία της Ζυρίχης, όπου επίσης σπούδασε ο Αϊνστάιν το 1896. 
Σύντομα, ο νεαρός Αϊνστάιν ήταν ερωτοχτυπημένος με την κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του Μάριτς. 
Το 1903 παντρεύτηκαν και απέκτησαν τρία παιδιά, την Λίεζερλ (γεννήθηκε το 1902 εκτός γάμου), τον Χανς Άλμπερτ και τον μικρότερο Έντουαρν, ο οποίος γεννήθηκε στη Ζυρίχη στις 28 Ιουλίου του 1910. Το ζευγάρι χώρισε το 1914 -οριστικά το 1919-, αλλά ο Αϊνστάιν διατήρησε την επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με τους γιους του.

Αν και η Μάριτς έγραψε αργότερα ότι ο διάσημος σύζυγός της έβαζε πρώτα την επιστήμη και μετά την οικογένειά του, ο Χανς Άλμπερτ ανέφερε ότι όταν ο εκείνος και ο αδελφός του ήταν μικροί, "ο πατέρας άφηνε το έργο του και μας πρόσεχε για ώρες", ενώ η Μάριτς ασχολούνταν "με το σπίτι".

Ο μικρός Έντουαρντ ήταν ασθενικό παιδί από την αρχή και τα πρώτα του χρόνια χαρακτηρίστηκαν από περιόδους ασθένειας, κάτι που δεν του επέτρεπε να συμμετέχει σε οικογενειακά ταξίδια. 
Ο Αϊνστάιν ήταν απεγνωσμένος με την κατάσταση του γιο ακόμη και όταν έφυγε από το σπίτι. 
Το 1917, έγραψε σε έναν συνάδελφό του, "Η κατάσταση του μικρού αγοριού μου με πνίγει. Είναι αδύνατο να γίνει ένας πλήρως ανεπτυγμένος άνθρωπος".
Η ψυχρή επιστημονική λογική του Αϊνστάιν αναρωτιόταν αν "θα ήταν καλύτερα γι' αυτόν αν πέθαινε πριν μάθει περισσότερο τη ζωή", αλλά στο τέλος, η πατρική αγάπη κέρδισε και ο φυσικός ορκίστηκε να κάνει ό, τι μπορούσε για να βοηθήσει τον γιο του, πληρώνοντας και συνοδεύοντάς τον σε διάφορα σανατόρια.

Η ψυχική ασθένεια του Έντουαρντ επιδεινώνεται

Καθώς ο Έντουαρντ -τον οποίο ο πατέρας του αποκαλούσε "tete", από το γαλλικό "petit", δηλαδή μικρός- μεγάλωνε, ανέπτυξε ένα ενδιαφέρον για την ποίηση, το πιάνο και, τελικά, την ψυχιατρική. 
Λάτρευε τον Φρόιντ και ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του καθώς εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, αν και σκόπευε να γίνει ψυχίατρος. 
Μέχρι εκείνη την εποχή, η φήμη του Αϊνστάιν είχε εδραιωθεί. Σε ένα κομμάτι αυτο-ανάλυσης, ο Έντουαρντ έγραψε, "Είναι δύσκολο να έχεις έναν τόσο σημαντικό πατέρα, επειδή κάποιος αισθάνεται τόσο ασήμαντος".

Ο φιλόδοξος ψυχίατρος ακολούθησε και πάλι τη ζωή του πατέρα του όταν ερωτεύτηκε μια μεγαλύτερη γυναίκα στο πανεπιστήμιο, μια σχέση που τελείωσε επίσης καταστροφικά.
Φαίνεται ότι εκείνη την εποχή η ψυχική υγεία του Έντουαρντ χειροτέρεψε. 
Άρχισε να βγαίνει εκτός ελέγχου και όλο αυτό κορυφώθηκε με μια απόπειρα αυτοκτονίας το 1930. 
Διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. 
Πιστεύεται ότι οι βάναυσες θεραπείες της εποχής χειροτέρευσαν περισσότερο την κατάστασή τους, σε σημείο που τελικά επηρεάστηκε η ομιλία και οι γνωστικές ικανότητές του.

Η οικογένεια του Έντουαρντ μεταναστεύει στις Η.Π.Α. χωρίς αυτόν

Ο Αϊνστάιν με τον γιο του Χανς Άλμπερτ στις ΗΠΑ

Ο Άλμπερτ, από την πλευρά του, πίστευε ότι η κατάσταση του γιου του ήταν κληρονομική και προέρχονταν από την πλευρά της μητέρας του, αν και η επιστημονική παρατήρησή του δεν τον βοήθησε να μετριάσει τη θλίψη και την ενοχή του.
Η δεύτερη σύζυγός του, Έλσα, παρατήρησε ότι "αυτή η θλίψη τρώει τον Άλμπερτ". Σύντομα, ο διάσημος φυσικός αντιμετώπισε περισσότερα προβλήματα με τον Έντουαρντ. 
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το ναζιστικό κόμμα είχε ανέλθει στην εξουσία και μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον Χίτλερ το 1933, ο Αϊνστάιν δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών στο Βερολίνο, όπου εργαζόταν από το 1914.

Ο Αϊνστάιν μπορεί να ήταν ένας από τους πιο γνωστούς επιστήμονες του κόσμου, αλλά ήταν Εβραίος, γεγονός που οι συμπατριώτες του δεν μπορούσαν να αποδεχτούν και τον ανάγκασαν να φύγει στις Η.Π.Α. το 1933.
Αν και ο Άλμπερτ πίστευε ότι ο νεώτερος γιος του θα μπορούσε να πάει μαζί του στην Αμερική, η συνεχώς επιδεινούμενη κατάστασή του τον εμπόδιζε να αναζητήσει και εκείνος καταφύγιο στις Η.Π.Α..
Πριν μεταναστεύσει, για τελευταία φορά, ο Αϊνστάιν επισκέφτηκε τον γιο του στο άσυλο όπου τον φροντίζονταν. 
Αν και συνέχισε την αλληλογραφία και να στέλνει χρήματα για τη φροντίδα του γιου του, οι δυο τους δε θα συναντήθηκαν ποτέ ξανά.
Ο Έντουαρντ πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα άσυλο στην Ελβετία. 
Τον Οκτώβριο του 1965, σε ηλικία 55 χρόνων, πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο και Θάφτηκε στο νεκροταφείο του Hönggerberg στη Ζυρίχη. 
Είχε περάσει πάνω από τρεις δεκαετίες της ζωής του στην ψυχιατρική κλινική του Burghölzli στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης.

Η παράξενη ιστορία της άγνωστης κόρης του Αϊνστάιν, Λίεζερλ
Η Λίεζερλ (Lieserl Einstein) ήταν το πρώτο παιδί του Αϊνστάιν και της Μιλέβα Μάριτς.
Σύμφωνα με την αλληλογραφία μεταξύ των γονέων της, η Λίεζερλ γεννήθηκε στις 27 Ιανουαρίου του 1902, έναν χρόνο πριν οι γονείς της παντρευτούν, στο Νόβι Σαντ της Βοΐβοντίνα, στη σημερινή Σερβία. 
Για λίγο καιρό, την φρόντιζε η μητέρας της ενώ ο Αϊνστάιν εργαζόταν στην Ελβετία, πριν τελικά η Μάριτς πάει εκεί χωρίς όμως το παιδί.

Μέχρι το 1986, η ύπαρξη της Λίεζερλ ήταν άγνωστη στους βιογράφους. 
Τότε, η κόρη του Χανς Άλμπερτ, Έβελιν, ανακάλυψε μερικές επιστολές μεταξύ του Αϊνστάιν και της Μάριτς.
Η Μάριτς ήλπιζε για κορίτσι, ενώ ο Αϊνστάιν προτιμούσε αγόρι. 
Στις επιστολές τους, αποκαλούσαν το αγέννητο παιδί "Lieserl", όταν αναφέρονταν σε κορίτσι, ή "Hanserl", αν αναφέρονταν σε αγόρι. 
Τόσο το "Lieserl" όσο και το "Hanserl" ήταν αυξητικά των κοινών γερμανικών ονομάτων Liese (δηλαδή Elizabeth) και Hans.
Η πρώτη αναφορά στην εγκυμοσύνη της Μάριτς βρέθηκε σε μια επιστολή που έγραψε ο Αϊνστάιν, πιθανώς στις 28 Μαΐου του 1901 (επιστολή 36), ρωτώντας δύο φορές για το "αγόρι" και τον "μικρό μας γιο". 
Η Μάριτς αναφέρθηκε πρώτη φορά στο αγέννητο παιδί ως "Lieserl" στην επιστολή της 13ης Νοεμβρίου του 1901 (επιστολή 43). 
Ο Αϊνστάιν δέχτηκε την επιθυμία της Μάριτς για κόρη και αναφέρθηκε στο αγέννητο ως "Lieserl". 
Το παιδί ίσως γεννήθηκε λίγο πριν από τις 4 Φεβρουαρίου του 1902, όταν ο Αϊνστάιν έγραψε, "... τώρα βλέπεις ότι είναι πραγματικά Lieserl, όπως ακριβώς ήθελες ... Είναι υγιής και κλαίει; Την αγαπώ τόσο πολύ και ας μην την γνωρίζω ακόμα!".
Την τελευταία φορά που αναφέρθηκε η "Lieserl" ήταν στην επιστολή του Αϊνστάιν της 19ης Σεπτεμβρίου του 1903 (επιστολή 54), στην οποία εξέφραζε την ανησυχία ότι είχε οστρακιά. 
Ο φυσικός ρωτούσε "πώς είναι εγγεγραμμένο το παιδί; Πρέπει να λάβουμε προφυλάξεις ότι δε θα προκύψουν προβλήματα αργότερα". 
Αυτό, ίσως υποδηλώνει την πρόθεση του να δώσουν το παιδί για υιοθεσία.
Καθώς δεν είναι γνωστό ούτε το πλήρες όνομα, ούτε η τύχη του παιδιού, μέχρι στιγμής έχουν υποβληθεί αρκετές υποθέσεις για τη ζωή και το θάνατό της:
Η Michele Zackheim, στο βιβλίο της για την "Lieserl", "Η Κόρη Αϊνστάιν", δηλώνει ότι η Lieserl είχε αναπτυξιακή αναπηρία και ότι έζησε με την οικογένεια της μητέρας της και κατά πάσα πιθανότητα πέθανε από οστρακιά τον Σεπτέμβριο του 1903.
Μια άλλη εικασία που έχει γίνει είναι ότι η Lieserl υιοθετήθηκε από τη στενή φίλη της Μάριτς, Helene Savić, η οποία την μεγάλωσε και έζησε με το όνομα "Zorka Savić" μέχρι τη δεκαετία του 1990. 
Η Savić πράγματι μεγάλωσε ένα παιδί με το όνομα Zorka, το οποίο ήταν τυφλό από την παιδική ηλικία και πέθανε στη δεκαετία του 1990.
Μια επιστολή που κυκλοφορεί ευρέως στο Διαδίκτυο σχετικά με την "παγκόσμια δύναμη" της αγάπης, που αποδίδεται ως "επιστολή από τον Αϊνστάιν στην κόρη του", είναι hoax.
πηγή:3otiko.blogspot.com

από: ati και wikipedia

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Singularity, 1965: η πιο περίεργη επέτειος

Φανταστική απεικόνιση μαύρης τρύπας στο σύμπαν.
Στο κέντρο της, φωλιάζει μια «βαρυτική ανωμαλία»-
ένα σημείο άπειρης, παράλογης πυκνότητας.
Π​​ενήντα ακριβώς χρόνια πριν ο φυσικός και μαθηματικός σερ Ρότζερ Πένροουζ, ο οποίος σήμερα φέρει τον τίτλο του Professor Emeritus του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σχηματοποίησε δύο θεωρήματα που σχετίζονται με τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν.
Το ένα θεώρημα είναι αυτό της «βαρυτικής ανωμαλίας» (gravitational singularity), η οποία λογίζεται σαν ένα «σφάλμα» στο χωρόχρονο.
Το δεύτερο είναι το λεγόμενο θεώρημα των «παγιδευμένων επιφανειών», οι οποίες δημιουργούνται όταν ένας αστέρας μάζας πολύ μεγαλύτερης από εκείνη του δικού μας ήλιου φτάνει στο τέλος του μέσα από μια τερατώδη έκρηξη (υπερκαινοφανής αστέρας).
Η μάζα του στη συνέχεια καταρρέει στον πυρήνα του σχηματίζοντας μια «μαύρη τρύπα» στον χώρο αλλά και στον χρόνο, στο κέντρο της οποίας φωλιάζει η «βαρυτική ανωμαλία» του Πένροουζ, ένα ελάχιστο σημείο άπειρης πυκνότητας – κάτι παράλογο για τους φυσικούς νόμους όπως τους ξέρουμε.
Οι μαύρες τρύπες ήταν μέχρι το 1965, που ο Πένροουζ μίλησε για «ανωμαλία», γνωστές στη θεωρητική φυσική αν και ο όρος καθιερώθηκε μετά το 1967, οπότε και τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Αμερικανός Τζον Ουίλερ.
Το θεώρημα της «ανωμαλίας» εξάπτει την πιο άγρια φαντασία όταν διαβάζεις τον ορισμό της (ειδικά σήμερα που οι αστρονόμοι έχουν εντοπίσει, ελαφρώς «διά της ατόπου απαγωγής», μαύρες τρύπες στο σύμπαν), πόσο μάλλον όταν μετά τα θεωρήματα του Πένροουζ, ο νεαρός τότε Στίβεν Χόκινγκ πήγε την ιδέα ακόμα παραπέρα: ότι στο «σημείο μηδέν» απ’ το οποίο προέκυψε το σύμπαν μας με τη Μεγάλη Εκρηξη, βρισκόταν ακριβώς αυτό: μια «βαρυτική ανωμαλία» άπειρης, αδιανόητης πυκνότητας απ’ όπου ξεπήδησαν όλα όσα υπάρχουν σήμερα.
Γι’ αυτό και ορισμένοι κοσμολόγοι έχουν αναπτύξει την ιδέα ότι, στην πραγματικότητα, το σύμπαν μας προήλθε από και βρίσκεται ακόμα μέσα σε μια μαύρη τρύπα (!): η αρχική «ανωμαλία» απ’ την οποία προέκυψε το Μπιγκ Μπανγκ ήταν ο πάτος της μαύρης τρύπας.
Singularity – τι ωραία λέξη.
Σε κείμενα Ελλήνων φυσικών την έχω συναντήσει ως ιδιομορφία, ανωμαλία, μοναδικότητα.
Κάθε μία από αυτές τις λέξεις έχει κάτι σχεδόν υπερβατικό και την ίδια στιγμή τρομακτικό, οριστικό, καθολικό.
Μοιάζουν με ένα όριο πέραν του οποίου ο ανθρώπινος νους σκοντάφτει και απλώς παύει να λειτουργεί.
Εδώ, επέλεξα αυθαίρετα τη λέξη «ανωμαλία» καθώς μοιάζει να υποδηλώνει ένα σημείο όπου κάτι δεν πάει καλά, κάτι στραβώνει με έναν ασύλληπτο τρόπο. Περίεργη επέτειος, λοιπόν, αυτή η 50ή της «βαρυτικής ανωμαλίας»: τιμούμε κάτι που δεν ξέρουμε. Κάτι που διαστρέφει όλα όσα γνωρίζουμε ως φύση.
Κι όλο αυτό δεν είναι φαντασία.
~~~~~~~~~~~~~~~~
δημοσιεύτηκε 10.10.2015 στην
kathimerini.gr
το είδα και
physicsgg.me

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Πώς έβλεπε τον κόσμο ο Άλμπερτ Αϊνστάιν;

Σε τι  παράξενη κατάσταση βρισκόμαστε εμείς οι θνητοί!
Καθένας από εμάς βρίσκεται εδώ για μια σύντομη επίσκεψη· δεν γνωρίζει για ποιο σκοπό, αν και μερικές φορές νομίζει ότι τον αισθάνεται.
Αλλά από την οπτική γωνία της καθημερινής ζωής, χωρίς να εμβαθύνουμε, υπάρχουμε για τον συνάνθρωπο μας – καταρχάς για αυτούς στων οποίων τα χαμόγελα και την ευημερία στηρίζεται όλη η ευτυχία μας και αμέσως μετά για όλους αυτούς που δεν γνωρίζουμε προσωπικά και με την μοίρα των οποίων είμαστε ενωμένοι με τον δεσμό της συμπόνοιας.
Εκατό φορές κάθε μέρα, θυμίζω στον εαυτό μου ότι η εσωτερική και εξωτερική ζωή μου εξαρτάται από την εργασία των άλλων ανθρώπων, ζωντανών και νεκρών, και ότι πρέπει να υπερβάλω εαυτόν για να μπορέσω να δώσω στο ίδιο μέτρο με το οποίο έχω λάβει και συνεχίζω να λαμβάνω.
Με ελκύει η απλή ζωή και συχνά καταπιέζομαι από το αίσθημα ότι απορροφώ μια μη αναγκαία ποσότητα από την εργασία των συνανθρώπων μου.
Θεωρώ τις ταξικές διαφορές αντίθετες προς την δικαιοσύνη και, σε τελική ανάλυση, βασισμένες στον εξαναγκασμό.
Θεωρώ επίσης ότι η απέριττη ζωή κάνει καλό σε όλους, φυσικά και πνευματικά.

Σίγουρα δεν πιστεύω στην ανθρώπινη ελευθερία με την φιλοσοφική έννοια.
Όλοι δρουν όχι μόνο υπό την επιρροή ενός εξωτερικού καταναγκασμού αλλά επίσης σύμφωνα και με μια εσωτερική ανάγκη.
Η ρήση του Σοπενχάουερ, ότι « ο άνθρωπος μπορεί να δρα όπως αυτός θέλει, αλλά όχι να θέλει όπως αυτός θέλει » αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για εμένα από την νεότητα μου και μια συνεχή παρηγοριά και μια αμείωτη πηγή υπομονής στις δυσκολίες της ζωής, της δικιάς μου και των άλλων.
Αυτό το συναίσθημα φιλεύσπλαχνα μετριάζει την αίσθηση υπευθυνότητας που τόσο εύκολα μπορεί να σε παραλύσει, και μας εμποδίζει στο να πάρουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους πολύ σοβαρά· συντελεί σε μια άποψη της ζωής στην οποία το χιούμορ, προπαντός, έχει την θέση που του αρμόζει.

Το να αναρωτιέσαι το νόημα ή το αντικείμενο της ύπαρξης σου ή της δημιουργίας γενικά μου έμοιαζε πάντα παράλογο από αντικειμενικής απόψεως. Και όμως ο καθένας έχει συγκεκριμένα ιδανικά που καθορίζουν την κατεύθυνση των προσπαθειών του και των κρίσεων του.
Υπό αυτήν την έννοια ποτέ δεν κοίταξα την ευκολία και την ευτυχία σαν αυτοσκοπούς – μια τέτοια ηθική βάση βρίσκω ως πιο αρμόζουσα για ένα κοπάδι γουρούνια.
Τα ιδανικά που φώτισαν τον δρόμο μου και κατ’ επανάληψη μου έδωσαν κουράγιο να αντιμετωπίζω την ζωή πρόσχαρα, ήταν η Αλήθεια, η Καλοσύνη και η Ομορφιά.
Χωρίς την αίσθηση συντροφικότητας με ανθρώπους του ιδίου πνεύματος, της ενασχόλησης με τον στόχο, τον αιώνια ανέφικτο στον τομέα της τέχνης και της επιστημονικής έρευνας, η ζωή θα μου φαινόταν κενή.
Τα συνηθισμένα αντικείμενα της ανθρώπινης προσπάθειας – ιδιοκτησία, εξωτερική επιτυχία, πολυτέλεια – μου φαινόντουσαν πάντα άξια περιφρονήσεως.

Η παθιασμένη αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και υπευθυνότητας πάντα αντιπαραβαλλόταν παράξενα με την σαφή μου ελευθερία από την ανάγκη για απευθείας επαφή με άλλα ανθρώπινα όντα και κοινότητες.
Βαδίζω το δικό μου δρόμο και ποτέ δεν άνηκα στη χώρα μου, το σπίτι μου, τους φίλους μου ή ακόμα και στην οικογένεια μου, με όλη μου την καρδιά· αντιμέτωπος με όλους αυτούς τους δεσμούς ποτέ δεν έχασα το επίμονο αίσθημα της απόσπασης, της ανάγκης για μοναξιά – ένα αίσθημα που αυξάνεται με τα χρόνια.
Οι άνθρωποι αποκτούν απότομα συνείδηση, χωρίς να το μετανιώσουν, των ορίων της πιθανότητας για αμοιβαία κατανόηση και συμπόνοια με τους συνανθρώπους τους.
Ένας τέτοιος άνθρωπος χωρίς αμφιβολία χάνει ένα μέρος της εγκαρδιότητας και της αθωότητας· από την άλλη, είναι κατά πολύ περισσότερο ανεξάρτητος από απόψεις, συνήθειες και κρίσεις των συνανθρώπων του και αποφεύγει τον πειρασμό να βασιστεί σε τέτοια ανασφαλή θεμέλια.

Αυτό που πραγματικά αξίζει στην παρέλαση της ανθρώπινης ζωής μου φαίνεται ότι δεν είναι η Πολιτεία αλλά το δημιουργικό, ευαίσθητο άτομο, η ατομικότητα· αυτή μόνη της δημιουργεί το ευγενές και το μεγαλειώδες, ενώ το κοπάδι σαν τέτοιο παραμένει αμβλύ στη σκέψη και αμβλύ στο συναίσθημα.

Αυτό το θέμα με φέρνει στο χειρότερο γνώρισμα της φύσης του κοπαδιού, το στρατιωτικό σύστημα, το οποίο απεχθάνομαι.
Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντλήσει ευχαρίστηση στο να παρελαύνει σε σχηματισμό στον τόνο μιας μπάντας είναι αρκετό για να με κάνει να τον περιφρονήσω.
Ο μεγάλος εγκέφαλος του, του δόθηκε από λάθος· μια σπονδυλική στήλη ήταν όλο κι όλο ότι χρειαζόταν.
Αυτό το σημάδι πανώλης του πολιτισμού θα έπρεπε να καταργηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Ηρωισμός από διαταγή, παράλογη βία, και όλες οι δηλητηριώδεις ανοησίες που κάνει στο όνομα του πατριωτισμού – πόσο τα μισώ όλα αυτά!
Ο πόλεμος μου φαίνεται ένα πρόστυχο και ποταπό πράγμα:
Καλύτερα να με κόβανε κομμάτια από το να πάρω μέρος σε τέτοιο αποτροπιασμό.
Και όμως, παρ’ όλα αυτά, τόσο υψηλή είναι η άποψη μου για την ανθρώπινη φυλή που πιστεύω ότι αυτή η λάμια θα είχε από καιρό εξαφανιστεί, αν ο υγιής νους των εθνών δεν είχε συστηματικά διαφθαρεί από τα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που ενεργοποιούνται μέσω των σχολείων και του Τύπου.

Το ωραιότερο πράγμα που μπορούμε να έχουμε την εμπειρία του είναι το μυστηριώδες.
Είναι το θεμελιώδες συναίσθημα το οποίο βρίσκεται στο λίκνο της αληθινής τέχνης και της αληθινής επιστήμης.
Αυτός που το γνωρίζει και δεν μπορεί πια να το θαυμάσει, να αισθανθεί έκπληξη, είναι σαν νεκρός, ένα σβησμένο κερί.
Η εμπειρία του μυστηρίου – ακόμα κι αν ήταν αναμεμειγμένη με φόβο – ήταν αυτή που προκάλεσε την θρησκεία.
Η γνώση της ύπαρξης πραγμάτων στα οποία δεν μπορούμε να διεισδύσουμε, των εκδηλώσεων της βαθύτερης λογικής και της πιο αστραποβολούσας ομορφιάς , τα οποία είναι προσβάσιμα στη λογική μας στις πιο βασικές τους μορφές – είναι αυτή η γνώση και αυτό το συναίσθημα που συνιστούν την πραγματικά θρησκευτική συμπεριφορά· υπό αυτήν την έννοια και μόνο υπό αυτήν, είμαι ένας βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος.
Δεν μπορώ να συλλάβω ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματα του, ή έχει θέληση του ίδιου είδους μ’ αυτή που εμείς αντιλαμβανόμαστε στους εαυτούς μας.
Ένας άνθρωπος που μπορεί να επιζήσει του φυσικού θανάτου του είναι επίσης πέρα από την κατανόηση μου, ούτε θα επιθυμούσα να ήταν αλλιώς· τέτοιες ιδέες είναι για τους φόβους ενός παράλογου εγωισμού αδύναμων ψυχών.
Είναι αρκετό για εμένα το μυστήριο της αιωνιότητας της ζωής, και ο υπαινιγμός της θαυμαστής δομής της πραγματικότητας, μαζί με την ειλικρινή προσπάθεια να κατανοήσω ένα μέρος, που δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο μικρό, του λόγου που αποκαλύπτει τον εαυτό του στη φύση.

Απόσπασμα από το δοκίμιο του Αϊνστάιν με τίτλο "The World as I See it".
penna.gr

Ο χρόνος πέθανε, τον θέλουμε πίσω;

Το πέρασμα του χρόνου δεν είναι παρά μια ανθρώπινη ψευδαίσθηση; Αυτό υποστηρίζει η κρατούσα Φυσική, όμως ένα νέο κίνημα γεννιέται: μέσα από διαφορετικούς δρόμους και προσεγγίσεις κορυφαίοι Φυσικοί ενώνουν τις φωνές τους: «Σώστε τον χρόνο!»

Πριν από λίγο πήρατε την εφημερίδα στα χέρια σας, τώρα διαβάζετε αυτές τις γραμμές και σε λίγο – ελπίζουμε – θα γυρίσετε τη σελίδα για να ανοίξετε αυτό το ένθετο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, στο μυαλό σας – όπως και σε όλων των ανθρώπων – ο χρόνος «κυλά» περνώντας από τη μια στιγμή στην επόμενη. Για την επιστήμη όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Ξεκινώντας με τον Νεύτωνα και δίνοντας τη χαριστική βολή με τον Αϊνστάιν, οι Φυσικοί «σκότωσαν» τον χρόνο των ανθρώπων: κατήργησαν το «τώρα», το «χθες» και το «αύριό» μας αντικαθιστώντας τα με ένα Σύμπαν-μονομπλόκ στο οποίο ο χρόνος μένει ακίνητος και το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους. Αυτό το «μονολιθικό Σύμπαν», χωρίς ρέοντα χρόνο, ταιριάζει απόλυτα με τις θεμελιώδεις θεωρίες της Φυσικής, έρχεται όμως σε κατά μέτωπον σύγκρουση με τις δικές μας θεμελιώδεις αντιλήψεις. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ορισμένοι θεωρητικοί αναζητούν τρόπους για να αναστήσουν τον «ανθρώπινο» χρόνο και να τον επανεντάξουν στο «φυσικό» Σύμπαν. Εχουμε όμως πραγματικά ανάγκη από κάτι τέτοιο; Το «New Scientist» διερευνά τις απαντήσεις.


Φανταστείτε ότι στέκεστε έξω από το Σύμπαν. Οχι απλώς έξω από το Διάστημα, αλλά έξω και από τον χρόνο. Από αυτή τη συγκλονιστική θέση, ως προς τη θέα, κοιτάζετε το Σύμπαν από ψηλά. Στη μια άκρη του βλέπετε την αρχή, τη Μεγάλη Εκρηξη. Στην άλλη βλέπετε... ό,τι μπορεί να συμβαίνει εκεί. Κάπου στη μέση βρίσκεστε εσείς, ένα μικροσκοπικό σκουληκάκι: στη μια άκρη μωρό, στην άλλη πτώμα. Από αυτή την αδύνατη οπτική γωνία ο χρόνος δεν κυλάει και δεν υπάρχει «τώρα». Ο χρόνος είναι στατικός. Αμετακίνητος. Παγωμένος.

Οσο εξωπραγματικό και αν ακούγεται, για τους περισσότερους φυσικούς σήμερα το Σύμπαν είναι ακριβώς έτσι. Εμείς μπορεί να νομίζουμε ότι ο χρόνος κυλάει από ένα πραγματικό παρελθόν σε ένα όχι ακόμη πραγματικό μέλλον, οι παρούσες θεωρίες μας όμως για τον χώρο και τον χρόνο μάς διδάσκουν ότι παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι όλα εξίσου πραγματικά - και θεμελιωδώς αδιαχώριστα. Οποιαδήποτε αίσθηση ότι το «τώρα» μας είναι κατά κάποιον τρόπο ξεχωριστό, ότι ο χρόνος κυλάει προσπερνώντας το, είναι μια ψευδαίσθηση που δημιουργούμε στο μυαλό μας.

Η Φυσική, στην ουσία, σκότωσε τον χρόνο έτσι όπως τον γνωρίζουμε. Το ερώτημα είναι: Τον θέλουμε πίσω;

Νεύτων: η πρώτη «μαχαιριά»
Ο πρώτος που άρχισε να βυθίζει το μαχαίρι στο «τώρα» ήταν ο Νεύτων. Οι νόμοι για την κίνηση που διατύπωσε στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν οι πρώτοι οι οποίοι συνέλαβαν τον χρόνο σε μαθηματικές εξισώσεις. Γρήγορα θεωρήθηκε φυσικό η κίνηση να απεικονίζεται σε ένα γράφημα με τον χρόνο σε έναν χωρικό άξονα. Από τη στιγμή που έγινε αυτό οποιοδήποτε χωρικό, μεμονωμένο σημείο του «τώρα» άρχισε να φαίνεται τόσο υποκειμενικό όσο ένα «εδώ» σε έναν χάρτη του χώρου.

Ο Αϊνστάιν έδωσε τη χαριστική βολή στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσει κάποιος γεγονότα τα οποία όλοι μπορεί να συμφωνούν ότι συμβαίνουν ταυτοχρόνως. Δύο γεγονότα τα οποία είναι και τα δύο «τώρα» για σας θα συμβούν σε διαφορετικούς χρόνους για οποιονδήποτε άλλον κινείται με διαφορετική ταχύτητα από εσάς.
Οι άλλοι άνθρωποι θα βλέπουν ένα διαφορετικό «τώρα» το οποίο μπορεί να περιέχει στοιχεία από το δικό σας, εξίσου όμως μπορεί και όχι. «Μπορείς να το ορίσεις, δεν θα συμφωνούν όμως απαραίτητα όλοι» λέει ο Σον Κάρολ, φυσικός του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας στην Πασαντίνα.

Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα γνωστή ως το μονολιθικό Σύμπαν, το Σύμπαν «μονομπλόκ», όπως το βλέπουμε από αυτό το αδύνατο σημείο έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Εδώ μπορείτε να σημαδέψετε ό,τι νομίζετε πως είναι «τώρα» με μια κόκκινη κουκκίδα, αλλά τίποτε δεν ξεχωρίζει αυτό το σημείο από οποιοδήποτε άλλο πέραν του ότι εσείς βρίσκεστε εκεί. Το παρελθόν και το μέλλον δεν ξεχωρίζουν διαφορετικά από ό,τι το δεξιά και το αριστερά. Υπάρχουν πράγματα τα οποία βρίσκονται πιο κοντά σας στον χρόνο και πράγματα τα οποία βρίσκονται πιο μακριά, ακριβώς όπως υπάρχουν πράγματα που είναι κοντά ή μακριά στον χώρο. Η ιδέα όμως ότι ο χρόνος κυλάει είναι εξίσου παράλογη όσο το να πείτε ότι κυλάει ο χώρος.

Κυλάει ή δεν κυλάει;
Ο Τζορτζ Ελις, κοσμολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν στη Νότια Αφρική, δεν πιστεύει τίποτε από όλα αυτά. Το μονολιθικό Σύμπαν αντίκειται σε κάθε εμπειρία μας, λέει. «Δεν απεικονίζει τη ροή του χρόνου και αυτό είναι ένα από τα πλέον θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καθημερινής ζωής μας. Επομένως είναι ένα κακό μοντέλο της πραγματικότητας». Επιπλέον, αν το αποδεχθούμε, οποιαδήποτε προσπάθεια να καταλάβουμε οτιδήποτε σχετικά με το οτιδήποτε δεν έχει νόημα. «Η όλη διαδικασία τού να κάνουμε επιστήμη εξαρτάται από το ότι ο χρόνος κυλάει. Κάνουμε μια υπόθεση, τη δοκιμάζουμε, την αποδεχόμαστε ή την απορρίπτουμε - η διαδικασία κυλάει στον χρόνο».

Το 2004 ο κ. Ελις άρχισε να σκιαγραφεί μια διαφορετική εικόνα. Το σημείο έναρξης για αυτήν δεν ήταν η Σχετικότητα αλλά η κβαντική Φυσική. Ενα παράξενο στην κβαντική Φυσική είναι ότι τα απροσδιόριστα μελλοντικά γεγονότα διέπονται φαινομενικά από πιθανότητες του παρόντος. Τα κβαντικά αντικείμενα υπάρχουν σε «υπερθέσεις» σε περισσότερες από μία καταστάσεις ως τη στιγμή που θα τα μετρήσουμε (ή θα τα «παρατηρήσουμε»), οπότε και υιοθετούν τη μία ή την άλλη πιθανή μορφή τους. Η πιο διάσημη απεικόνιση είναι η γάτα του Σρέντινγκερ: κλεισμένη σε ένα κουτί με ένα μπουκαλάκι δηλητήριο το οποίο μπορεί να σπάσει ή να μην σπάσει, η γάτα είναι ταυτοχρόνως νεκρή και ζωντανή - ως τη στιγμή που θα ανοίξετε το κουτί, οπότε θα είναι οριστικά ή το ένα ή το άλλο.

Αυτές οι κβαντικές παραδοξότητες αποτελούν ένα πλήγμα για τη σύλληψη του μονολιθικού Σύμπαντος που πρεσβεύει ένα εξίσου πραγματικό παρελθόν, παρόν και μέλλον, λέει ο κ. Ελις. «Ακόμη και αν γνωρίζετε τα πάντα σχετικά με την κατάσταση του Σύμπαντος σήμερα, δεν μπορείτε να προβλέψετε τι θα είναι αύριο. Το μέλλον δεν μπορεί να είναι πραγματικό γιατί δεν έχει ακόμη καν καθοριστεί».

Το «τώρα», μια επιφάνεια 3D

Οι Αβορίγινες της Αυστραλίας θεωρούν ότι ο χρόνος δεν είναι πάντα γραμμικός, κάποιες φορές γίνεται κύκλος, γι’ αυτό και τον απεικονίζουν με κυματιστές γραμμές και κουκκίδες, όπως σε αυτή την εικόνα. Ακόμη όμως και σε αυτή τη μοναδική στον κόσμο ανθρώπινη αντίληψη, ο χρόνος εξακολουθεί να κυλάει

Για τον κ. Ελις η κβαντική Φυσική προσφέρει μια αντικειμενικά προσδιορισμένη παρούσα στιγμή: αυτό είναι το όριο ανάμεσα στο τι έχουν προσδιορίσει τα πειράματά μας και στο τι απομένει να προσδιοριστεί. Ζούμε στην μπροστινή άκρη ενός «αναπτυσσόμενου μονολιθικού» Σύμπαντος, σε μια επιφάνεια την οποία αποκαλούμε παρόν και η οποία αποκτά ύπαρξη στιγμή τη στιγμή, καθώς γίνονται οι κβαντικές παρατηρήσεις.

Ο κ. Ελις πιστεύει ότι είναι απολύτως δυνατόν να ορίσουμε αυτό το «τώρα» και μέσα στη Σχετικότητα. Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, η οποία δημοσιεύθηκε μία δεκαετία μετά την Ειδική Θεωρία του, είναι μια πλήρης εικόνα του χώρου και του χρόνου η οποία περιγράφει πώς ένας συνδυασμένος χωροχρόνος στρεβλώνεται από την παρουσία της ύλης για να παραγάγει τη δύναμη που αποκαλούμε βαρύτητα. Αν συγκεντρώναμε αρκετά δεδομένα και είχαμε έναν αρκετά μεγάλο ηλεκτρονικό υπολογιστή, θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε όλες τις στρεβλώσεις του χωροχρόνου σε όλους τους γαλαξίες, τις μαύρες τρύπες και την υπόλοιπη ύλη στο Σύμπαν για να συνθέσουμε μια τρισδιάστατη επιφάνεια επάνω στην οποία το κάθε σημείο έχει ακριβώς την ίδια ηλικία με το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε. «Ο χωροχρόνος καθορίζεται ως τότε και όχι πέρα από αυτό» λέει ο κ. Ελις.

Το παρόν όμως και πάλι δεν είναι το «τώρα» όπως το γνωρίζουμε, επειδή σε αυτή την τρισδιάστατη επιφάνεια δεν συμβαίνουν όλα ταυτοχρόνως: όπως υπαγορεύει η Ειδική Σχετικότητα, αν εσείς και εγώ κινούμαστε με διαφορετική ταχύτητα επάνω της θα εξακολουθούμε να διαφωνούμε σχετικά με το τι συμβαίνει τώρα. Αυτό όμως δεν έχει απαραίτητα σημασία. Μέσα στη Σχετικότητα τα πράγματα που σχετίζονται αιτιωδώς μεταξύ τους συμβαίνουν με την ίδια σειρά από όλες τις οπτικές γωνίες, ακόμη και αν οι μεμονωμένοι παρατηρητές δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με το πότε ακριβώς συνέβησαν. «Είναι απλώς ζήτημα ψυχολογίας» λέει ο κ. Ελις. «Το ότι αυτό είναι ταυτόχρονο με εκείνο μας κάνει να είμαστε ευχαριστημένοι, δεν σημαίνει όμως τίποτε για τη Φυσική».

Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν ρυτίδες στον αναπτυσσόμενο μονόλιθο. Η κβαντική θεωρία αποκαλύπτει ότι το μέλλον είναι απροσδιόριστο αλλά επίσης ότι το ίδιο ισχύει και για κάποιες πλευρές του παρόντος: το καημένο το γατάκι του Σρέντινγκερ γίνεται ένα τέτοιο παράδειγμα αν δεν μπούμε στον κόπο να ελέγξουμε αν είναι ζωντανό ή όχι. Η λύση του κ. Ελις, την οποία διατύπωσε με τον συνάδελφό του Τόνι Ρόθμαν το 2009, είναι ότι το παρόν δεν είναι μια στέρεη επιφάνεια αλλά μια επιφάνεια σπαρμένη με απροσδιοριστίες οι οποίες σταδιακά στερεοποιούνται σε βεβαιότητες.

Αυτά τα κενά στο παρόν είναι απαρατήρητα για μας: αν αφήσουμε κατά μέρος τη γάτα, οι κβαντικές απροσδιοριστίες μπορούν να προκύψουν μόνο σε πολύ μικρά πράγματα και σε πολύ μικρές χρονικές κλίμακες. «Οι τρύπες στο παρόν δεν είναι τόσο μεγάλες ώστε να πέσουμε μέσα τους» λέει.

Ο επιστήμονας εξακολουθεί να εργάζεται για να γεμίσει τα κενά στη θεωρία του, με πιο πρόσφατο αυτό που αφορά το πώς η δημιουργία του μέλλοντος «κατεβαίνει» από την κοσμολογική στην κβαντική κλίμακα. Δεν θεωρούν όμως όλοι ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο.

Η άλλη πλευρά του βουνού
Ο Χιου Πράις, φιλόσοφος της Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, δεν έχει πειστεί από την υπόθεση του παρόντος ως μιας διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε ένα πραγματικό παρελθόν και σε ένα μη πραγματικό μέλλον.
Ακόμη και αν το μέλλον είναι απροσδιόριστο, λέει, μπορεί να είναι πραγματικό: δεν είστε ίσως σε θέση να προσδιορίσετε τι είναι στην άλλη πλευρά ενός βουνού από τη θέση στην οποία βρίσκεστε αυτή τη στιγμή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει.

Η άποψη του κ. Κάρολ είναι ότι το επιχείρημα του κ. Ελις εξαρτάται από την αλήθεια της «ερμηνείας της Κοπεγχάγης» της Κβαντομηχανικής.
Η ιδέα αυτή υποστηρίζει ότι οι ενέργειες μέτρησης (ή παρατήρησης) καθορίζουν τη μελλοντική πορεία του κόσμου και αποτελεί τον πιο δημοφιλή τρόπο μεταξύ των φυσικών για να συμφιλιωθεί η απροσδιοριστία της κβαντικής θεωρίας με τον σαφώς προσδιορισμένο κόσμο που μας περιβάλλει.
Ο κ. Κάρολ προτιμά το σενάριο των «πολλών κόσμων» στο οποίο κάθε κβαντική πιθανότητα συμβαίνει σε διαφορετικά σύμπαντα: η  γάτα του Σρέντινγκερ είναι νεκρή σε ορισμένα σύμπαντα αλλά ζωντανή σε άλλα.
Το μέλλον της είναι εξίσου καθορισμένο με το παρελθόν της, απλώς έχει πολλά πιθανά μέλλοντα.
Αν αυτή η ερμηνεία - ή οποιαδήποτε άλλη από τις πολλές ερμηνείες της κβαντικής θεωρίας - είναι σωστή, ο τρόπος προσδιορισμού του παρόντος του κ. Ελις εξαλείφεται.

Σώστε τον χρόνο!
Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο ο θεωρητικός φυσικός Λι Σμόλιν του Ινστιτούτου Perimeter στο Γουοτερλού του Οντάριο στον Καναδά πιστεύει ότι θα πρέπει να γίνουμε πιο ριζοσπαστικοί για να σώσουμε τον χρόνο.
Στο πρόσφατο βιβλίο του «Time Reborn» υποστηρίζει ότι, αν θέλουμε να συμφιλιώσουμε το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο με αυτά που η Φυσική μάς λέει για αυτόν δεν ωφελεί να προσαρμόζουμε το μονολιθικό Σύμπαν: θα πρέπει να το απορρίψουμε εντελώς.

Το σημείο έναρξης του κ. Σμόλιν είναι μια αναδιατύπωση της Γενικής Σχετικότητας γνωστή ως «shape dynamics», η οποία αναπτύχθηκε από τον ανεξάρτητο φυσικό -φιλόσοφο Τζούλιαν Μπάρμπουρ και άλλους.
Ενώ στη Σχετικότητα ο χώρος και ο χρόνος διαστέλλονται και συστέλλονται για τους παρατηρητές που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες, στη «shape dynamics» αλλάζουν μόνο τα μεγέθη.
Δύο μακρινοί παρατηρητές θα συμφωνούν πάντα σχετικά με το τι συμβαίνει «τώρα» μέσα σε έναν γαλαξία, ανεξάρτητα από τη σχετική κίνησή τους: απλώς δεν θα μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με το πόσο μεγάλα είναι τα πράγματα μέσα σε αυτόν τον γαλαξία.

Αυτό ακούγεται ίσως σαν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος στο οποίο η μια άβολη θεωρία αντικαθίσταται από μια άλλη.
Για τον κ. Σμόλιν, ωστόσο, στρεβλώνοντας μόνο τον χώρο και όχι τον χώρο και τον χρόνο, αναπαράγουμε σαφώς μια αντίληψη του χρόνου σαν αυτήν που χρησιμοποιεί η κβαντική Φυσική, μια αντίληψη στην οποία ένα μεμονωμένο εξωτερικό ρολόι δίνει έναν ρυθμό ο οποίος ξεχωρίζει τη μια στιγμή από την επομένη.
Το «έπαθλο» που κρύβεται πίσω από κάτι τέτοιο είναι η δυνατότητα να ενώσουμε την κατανόησή μας για την κβαντική θεωρία με την κατανόησή μας για τη βαρύτητα, τη μοναδική από τις θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης η οποία δεν έχει κβαντική περιγραφή.
Ο δρόμος για μια «θεωρία των πάντων», πιστεύει ο κ. Σμόλιν, περνάει μέσα από μια καλύτερη κατανόηση του χρόνου.

Μοναδικό, προνομιούχο παρόν
Ανακτώντας το ταυτόχρονο είναι πλέον δυνατόν να περιγράψουμε ολόκληρο το Σύμπαν σαν μια σειρά διαστρωματωμένες στιγμές - μια διαδοχή από αντικειμενικά προσδιορισμένους χρόνους στους οποίους όλα τα γεγονότα είναι ταυτόχρονα. «Το μόνο που υπάρχει είναι αυτή η στιγμή» λέει ο κ. Σμόλιν.
Αυτό είναι διαφορετικό από το μονολιθικό Σύμπαν, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι εξίσου πραγματικά, ή τη σύλληψη του κ. Ελις, όπου μόνο το παρελθόν και το παρόν είναι πραγματικά.
Αντιθέτως, τα μόνα πράγματα που είναι πραγματικά σχετικά με το παρελθόν και το μέλλον στον κόσμο του κ. Σμόλιν είναι τα σημάδια τους στο παρόν: μαρτυρίες από το παρελθόν και ενδείξεις για το τι θα έρθει στο μέλλον.
Ο κ. Σμόλιν εργάζεται με τη Μαρίνα Κορτές από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου στη Βρετανία για να συμπληρώσει την ιδέα με μαθηματικά και να διερευνήσει με ποιες από τις πολλές σχετικές με την κβαντική βαρύτητα θεωρίες είναι συμβατή.

Ο κ. Πράις είναι αμετακίνητος.
Ακόμη και αν η προσέγγιση του κ. Σμόλιν ή αυτή του κ. Ελις μπορούν να προσφέρουν έναν αντικειμενικό τρόπο προσδιορισμού του παρόντος, υποστηρίζει, δεν παύει να παραμένει ένα μεγάλο λογικό κενό.
Από τη μια πλευρά, λέει, τα επιχειρήματα του είδους απαιτούν ότι η παρούσα στιγμή είναι μοναδική.
Από την άλλη, υπαγορεύουν ότι κάθε άλλη στιγμή αποκτά επίσης αυτή τη μοναδική ιδιότητα. «Η όλη ιδέα μιας προνομιούχου παρούσας στιγμής είναι ασυνάρτητη» τονίζει.

Η λύση στη «χρονο-γεωμετρία»;
Ο Τιμ Μόντλιν, φιλόσοφος και μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, έχει μια άλλη αντίρρηση.
Ακόμη και αν η θεωρία του κ. Ελις ή η θεωρία του κ. Σμόλιν προσφέρουν μια βάση στη Φυσική για την ενστικτώδη αντίληψή μας σχετικά με το εδώ και τώρα, καμία τους δεν εξηγεί το γεγονός ότι εμείς βλέπουμε τον χρόνο να κυλάει ενώ η Φυσική υποστηρίζει ότι αυτός είναι στατικός.
Αυτή είναι μια θεμελιώδης παράλειψη, λέει ο κ. Μόντλιν. «Η ιδέα ότι ο χρόνος περνάει είναι απολύτως κοινότοπη, δεν είναι ένας τεχνικός όρος που έχουν επινοήσει οι φιλόσοφοι».
Χωρίς χρόνο που κυλάει, τονίζει, τίποτε δεν θα εκινείτο.
Πράγματα όπως τα ποτάμια φαίνονται να κυλάνε στον χώρο, όμως «η θεμελιώδης κατεύθυνση στον χρόνο είναι η βάση για όλες τις άλλες κατευθύνσεις».

Τα τελευταία πέντε χρόνια ο κ. Μόντλιν εργάζεται σε μια ιδέα που αποκαλεί θεωρία των γραμμικών δομών και η οποία ελπίζει ότι θα του επιτρέψει να ενσωματώσει ξανά έναν χρόνο που κυλάει στη Φυσική.
Η ιδέα βασίζεται περισσότερο στα Μαθηματικά παρά στη Φυσική: αντίθετα με τη «shape dynamics», δεν προσφέρει μια εναλλακτική εντός της Φυσικής βάση για τη γεωμετρία του στρεβλωμένου χωροχρόνου που εισήγαγε η Σχετικότητα. «Είναι μια γλώσσα με την οποία μπορεί να γραφτεί η θεωρία της Φυσικής, όχι μια θεωρία της Φυσικής αυτή καθαυτή» λέει ο επιστήμονας, ο οποίος σκοπεύει να δημοσιεύσει τις λεπτομέρειες σε ένα βιβλίο στις αρχές του ερχόμενου χρόνου.

Το εργαλείο της «κατευθυνόμενης γραμμής»
Οσο έντονη και αν είναι μια στιγμή για εμάς, η Φυσική υποστηρίζει ότι δεν είναι «μοναδική» στον χρόνο

Η κύρια έννοια που προστίθεται στο λεξιλόγιο αυτής της γλώσσας είναι ένα αντικείμενο που αποκαλείται «κατευθυνόμενη γραμμή».
Σε οποιαδήποτε συμβατική γεωμετρία οι γραμμές ανάμεσα σε δύο σημεία στον χώρο και στον χρόνο δεν διαθέτουν εγγενώς κατεύθυνση: πρέπει να ορίζουμε μια γραμμή ως ένα σύστημα συντεταγμένων, διευκρινίζοντας ότι πηγαίνει από εμένα προς εσάς και όχι από εσάς προς εμένα ή σχεδιάζοντας επάνω της ένα βέλος για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.
Στη γεωμετρική γλώσσα του κ. Μόντλιν ωστόσο αυτό το βέλος εμπεριέχεται στον ορισμό οποιασδήποτε γραμμής.
Από τη στιγμή που αυτό θα ενσωματωθεί στη θεμελιώδη γλώσσα της γεωμετρίας, ο χρόνος μπορεί φυσικά να αποκτήσει μια κατεύθυνση.
Ο κ. Ελις πιστεύει ότι η δουλειά του κ. Μόντλιν είναι ενδιαφέρουσα αλλά και συμβατή με την εικόνα του αναπτυσσόμενου μονόλιθου, εξηγώντας λεπτομερέστερα πώς η ροή του χρόνου μπορεί να είναι θεμελιώδης στη Φυσική. «Τελικά πρέπει κάποιος να βασίζει τις θεωρίες του σε ορισμένα θεμελιώδη δεδομένα. Ο χρόνος είναι ακριβώς ένα δεδομένο γύρω από το οποίο κινούνται όλα τα άλλα».

Ο κ. Κάρολ είναι πιο επιφυλακτικός.
Αντί να προσπαθούμε να αλλάξουμε το μονολιθικό Σύμπαν για να εξηγήσουμε την εμπειρία μας για τη ροή του χρόνου, θεωρεί ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο να εξηγήσουμε την ανθρώπινη εμπειρία υπό το φως αυτών που η πολύ επιτυχημένη Φυσική μας μάς λέει σχετικά με το μονολιθικό Σύμπαν. Το έργο αυτό, υποστηρίζει, είναι εφικτό. «Αυτό δεν σημαίνει ότι το έχουμε κιόλας κάνει, δεν βλέπω όμως κανένα εμπόδιο στο να το κάνουμε».

Είμαστε εμείς «ελαττωματικοί»;
Ο Κρεγκ Κάλεντερ, φιλόσοφος από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, συμφωνεί.
Το να εξηγήσουμε την προφανώς «ανώμαλη» αντίληψή μας για τον χρόνο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ανατρέψουμε τη Φυσική ή να επινοήσουμε έναν εντελώς νέο τρόπο να κάνουμε γεωμετρία.
Οταν, λέει, «όντα σαν εμάς» εντάσσονται σε ένα Σύμπαν σαν το δικό μας είναι λογικό να βλέπουμε τον χρόνο να κυλάει και να ξεχωρίζουμε παρελθόν, παρόν και μέλλον - ακόμη και όταν η πραγματικότητα είναι κάτι άλλο.

Για να εξηγήσουμε γιατί, μπορούμε να επιστρέψουμε σε εκείνο το αδύνατο σημείο με την προνομιούχο θέα, κοιτάζοντας κάτω από εμάς ολόκληρο το μονολιθικό Σύμπαν, και να εστιάσουμε σε αυτή τη μικροσκοπική ανθρώπινη κουκκιδίτσα, το τετραδιάστατο σκουληκάκι με ένα μωρό στη μια άκρη και ένα πτώμα στην άλλη.
Η αντίληψη αυτού του σκουληκιού για τον χρόνο διαφέρει από την «πραγματικότητα» κατ' αρχάς στο ότι θυμάται το παρελθόν αλλά δεν βλέπει το μέλλον. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί ως μια συνέπεια της θερμοδυναμικής. Το Σύμπαν ξεκίνησε σε μια υπερβολικά τακτοποιημένη, τεταμένη κατάσταση μετά τη Μεγάλη Εκρηξη και έκτοτε επεκτείνεται σε μια όλο και περισσότερο άτακτη, υποτονική κατάσταση.
Υπάρχουν άπειροι δρόμοι προς τους οποίους το Σύμπαν μπορεί να εξελιχθεί προς τα εμπρός στον χρόνο αλλά μόνο ένας δρόμος προς τα πίσω, στην ιστορία του.
Το γιατί το Σύμπαν λειτουργεί έτσι είναι ένα άλλο θεμελιωδώς αναπάντητο ερώτημα, σημαίνει όμως ότι, καθαρά στατιστικά, έχουμε πάντα περισσότερες πιθανότητες να έχουμε ξεκάθαρη άποψη μόνο προς τα πίσω στον χρόνο.

Η ψευδαίσθηση της ταυτότητας
Ακόμη και έτσι θα περίμενε κάποιος ότι εμείς τα σκουληκάκια θα έπρεπε να νιώθουμε ότι είμαστε στατικά στον χρόνο έχοντας άποψη μόνο προς μια κατεύθυνση και όχι να αισθανόμαστε έτσι όπως αισθανόμαστε: ότι κινούμαστε με την όπισθεν προς το μέλλον χωρίς να ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε.
Για τον κ. Κάλεντερ το κλειδί σε αυτή την ψευδαίσθηση είναι ένα σημαντικό ψυχολογικό γεγονός που μας χαρακτηρίζει: έχουμε αίσθηση ταυτότητας. Σύμφωνα με τη Φυσική, η ζωή σας περιγράφεται από μια σειρά φέτες του σκουληκιού σας - εσείς ως μωρό, εσείς καθώς τρώτε το πρωινό σας σήμερα το πρωί, εσείς καθώς αρχίζετε να διαβάζετε αυτή την πρόταση και ούτω καθ'εξής - και κάθε φέτα υπάρχει ακίνητη στον αντίστοιχο χρόνο της. Εμείς παράγουμε τη ροή του χρόνου νομίζοντας ότι το ίδιο πρόσωπο που έφαγε πρωινό σήμερα το πρωί άρχισε επίσης να διαβάζει αυτή την πρόταση. «Στην πραγματικότητα υπάρχουν όλα αυτά τα διαφορετικά εγώ σε όλους αυτούς τους διαφορετικούς χρόνους» λέει ο κ. Κάλεντερ. «Επειδή όμως νομίζω ότι είμαι ταυτόσημος στον χρόνο, γι' αυτό ο χρόνος φαίνεται να κυλάει, παρ' ότι δεν κάνει κάτι τέτοιο».

Χρειάζεται λοιπόν πραγματικά να πενθούμε για το ότι ο χρόνος μας... άφησε χρόνους;
Ο Αϊνστάιν πάντως βρήκε παρηγοριά στο άχρονο Σύμπαν που ο ίδιος βοήθησε να δημιουργηθεί λέγοντας στην οικογένεια ενός φίλου του που είχε αποβιώσει πρόσφατα: «Λοιπόν, έφυγε από αυτόν τον παράξενο κόσμο λίγο πιο μπροστά από μένα. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Οι άνθρωποι σαν εμάς, που πιστεύουν στη Φυσική, ξέρουν ότι η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον δεν είναι παρά μια πεισματικά επίμονη ψευδαίσθηση».
Ετσι είναι η ζωή.
~~~~~~~~~~~~~~~~~
http://www.tovima.gr/science/article/?aid=538709

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Ήταν πάντα το ίδιο γρήγορο το φως;

Σύμφωνα με το επιστημονικό περιοδικό Physical Review δύο επιστήμονες είναι έτοιμοι να δοκιμάσουν πειραματικά τη θεωρία τους, σύμφωνα με την οποία η ταχύτητα του φωτός, μια από τις θεωρούμενες σταθερές του σύμπαντος, δεν ήταν πάντα και τόσο σταθερή.
Ο Αϊνστάιν περισσότερο από 100 χρόνια πριν παρουσίασε τη θεωρία της σχετικότητας βάσει της οποίας η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή (περίπου 1δισ. χλμ/ώρα) και άλλαξε τον κόσμο της φυσικής.
 Έκτοτε έγιναν χιλιάδες επιστημονικά πειράματα που επιβεβαίωσαν την θεωρία του, ενώ τις λίγες φορές που επιστήμονες παρουσίασαν ευρήματα που δεν συμφωνούσαν με την ιδέα του Αϊνστάιν τελικά αποδείχτηκε ότι τα στοιχεία ήταν λανθασμένα.

Ένα από τα προβλήματα που προσπαθούν να λύσουν οι φυσικοί που ψάχνουν τις καταβολές του σύμπαντος έχει να κάνει με την ομοιογένεια του.
Γιατί υπάρχει περίπου η ίδια κοσμική ύλη σε κάθε πλευρά του ορίζοντα και αν κοιτάξουμε;
Γιατί δεν υπάρχουν θερμότερες και ψυχρότερες ζώνες;
Κάποιοι επιστήμονες, ανάμεσά τους και ο γνωστός σε όλους Στίβεν Χόκινς, έχουν προτείνει την θεωρία του «πληθωριστικού σύμπαντος», σύμφωνα με την οποία στις πρώτες στιγμές της δημιουργίας του σύμπαντος υπήρξε μια εκθετική διαστολή.
Η θεωρία αυτή διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1981 πάλι στο ίδιο περιοδικό και γέννησε μια ολόκληρη θεωρητική σχολή στην φυσική.

Η θεωρία του πληθωριστικού σύμπαντος λύνει και τα δύο προβλήματα της θεωρίας της μεγάλης έκρηξης.
Το πρώτο έχει να κάνει με την ομοιογένεια και το δεύτερο με το «επίπεδο σύμπαν», αφού στις αποστάσεις μεγάλης κλίμακας ο χωροχρόνος έχει ελάχιστη ή και καθόλου καμπυλότητα.

Δέκα χρόνια μετά την πρώτη επιστημονική δημοσίευση για το πληθωριστικό σύμπαν οι João Magueijo και Niayesh Afshordi πρότειναν μια λύση που θα μπορούσε να εξηγήσει το πως το σύμπαν διαστάλθηκε εκθετικά με το χρόνο, υποστηρίζοντας ότι μπορεί η ταχύτητα του φωτός να θεωρείται τώρα σταθερή αλλά στις πρώτες στιγμές της γένεσης, όταν το σύμπαν είχε θερμοκρασία τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων βαθμούς κελσίου το φως είχε ταχύτητα που έτεινε στο άπειρο.

Ε, λοιπόν ήρθε η ώρα αυτό να αποδειχτεί αφού οι δύο επιστήμονες παρουσίασαν ένα πειραματικό μοντέλο το οποίο θα μπορούσε να αποδείξει αν η θεωρία τους μπορεί να αποδειχτεί πραγματική.
Αν η θεωρία τους ισχύει θα πρέπει να υπάρχουν ίχνη της άπειρης ταχύτητας του φωτός στην αρχαία ακτινοβολία που άφησε το big bang, το επονομαζόμενο κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων, που οι δορυφόροι μπορούν να παρατηρήσουν.

Η θεωρία του πληθωριστικού σύμπαντος και της ασταθούς ταχύτητας του φωτός είναι φυσικά ακόμα θεωρίες που δεν έχουν αποδειχτεί αλλά θεωρούνται από τις πιο απλές που εξηγούν το σύμπαν που βλέπουμε σήμερα.
Ωστόσο ακόμα και το ίδιο το πειραματικό μοντέλο που παρουσιάστηκε αυτή τη Δευτέρα αντιμετωπίζεται με κάποια σχετική επιφύλαξη.
Ο Ντέιβιντ Μάρς, επικεφαλής της Θεωρητικής Κοσμολογίας στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ σημείωσε ότι «μένει να δούμε πόσο ακριβείς θα είναι αυτές οι προβλέψεις, αφού πρώτα αντιμετωπίσουμε όλα τα θεωρητικά ζητήματα».

Δηλαδή με άλλα λόγια θα περιμένουμε λίγο ακόμα για να μάθουμε αν το φως κάποτε έτρεχε πιο γρήγορα και μετά... κουράστηκε.
thepressproject.gr

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

γιατί ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση; φυσικοί αποδεικνύουν ότι όλα συμβαίνουν την ίδια στιγμή

Δεν υπάρχει παρελθόν και παρόν

Μια ομάδα φυσικών καταλήγουν στην θεωρία πως όλα συμβαίνουν «τώρα» και πως ο χρόνος είναι απλώς ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα!

“Άνθρωποι σαν εμάς, που πιστεύουμε στη φυσική, γνωρίζουμε οτι η διάκριση
μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος είναι μόνο
μια ψευδαίσθηση που επιμένει πεισματικά.”
Άλμπερτ Αϊνστάιν, Μάρτιος 1955

Η έννοια του χρόνου είναι απλώς μια ψευδαίσθηση που αποτελείται από ανθρώπινες αναμνήσεις, ό, τι έχει συμβεί και ό,τι πρόκειται να συμβεί, συμβαίνει αυτή την στιγμή!
Σε αυτή τη θεωρία κατέληξε μια ομάδα φυσικών οι οποίοι στοχεύουν στην επίλυση του μεγαλύτερου μυστηρίου του σύμπαντος.
Οι νόμοι της φυσικής είναι συμμετρικοί, τελικά, πράγμα που σημαίνει ότι ο χρόνος θα μπορούσε εύκολα να μετακινηθεί σε μια κατεύθυνση προς τα πίσω όπως κάνει προς τα εμπρός, υποστηρίζουν.
Πράγματι, ορισμένοι υποστηρικτές της θεωρίας υποστηρίζουν ότι ο χρόνος θα αρχίσει να πηγαίνει προς τα πίσω, όταν το σύμπαν σταματήσει να επεκτείνεται.
Το αίνιγμα όμως γιατί ερμηνεύουμε το χρόνο προς τα εμπρός, έχει δημιουργήσει ερωτήματα στους επιστήμονες, με ορισμένους να λένε πως αυτό συμβαίνει διότι ο χρόνος είναι απλώς ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα!
Οι επιστήμονες, ισχυρίζονται ότι υπάρχει ένα σημείο στο σύμπαν όπου ο χώρος και ο χρόνος συνδέονται.
Είναι ο γνωστός χωροχρόνος. 
Η θεωρία, η οποία υποστηρίζεται από τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, αναφέρει ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι μέρος μιας τετραδιάστατης δομής όπου ό,τι έχει συμβεί έχει τη δική του θέση στις συντεταγμένες στον χωροχρόνο.
Αυτό θα επιτρέψει τα πάντα να είναι «πραγματικά», με την έννοια ότι το παρελθόν, και ακόμη και το μέλλον, είναι ακόμα εκεί στο χωροχρόνο - κάνοντας τα πάντα εξίσου σημαντικά με το παρόν. 
Ο φυσικός Max Tegmark, του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης αναφέρει στο space.com:
"Μπορούμε να απεικονίσουμε την πραγματικότητα μας, είτε ως ένα τρισδιάστατο χώρο όπου τα πράγματα συμβαίνουν με την πάροδο του χρόνου, ή ως ένα τετραδιάστατο χώρο όπου δεν συμβαίνει τίποτα, (και αν απεικονίσουμε την πραγματικότητα με το δεύτερο τρόπο τότε το να αλλάξουμε την πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να αλλάζει, όλα είναι ακριβώς εκεί) το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον".

"Έχουμε την ψευδαίσθηση, σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, ότι το παρελθόν ήδη έχει συμβεί και το μέλλον δεν υπάρχει ακόμη, και ότι τα πράγματα αλλάζουν.
Αλλά ό,τι υπάρχει στον εγκέφαλο συμβαίνει τώρα.
Ο μόνος λόγος που αισθανόμαστε ότι έχουμε ζήσει κάτι στο παρελθόν είναι επειδή ο εγκέφαλός μας εμπεριέχει τις αναμνήσεις" αναφέρει χαρακτηριστικά ο φυσικός Max Tegmark.
Ο Julian Barbour, ένας Βρετανός φυσικός ο οποίος έχει γράψει πολλά βιβλία  σχετικά με το θέμα του χρόνου, περιγράφει τα πάντα ως μια σειρά από "τώρα".

"Όπως ζούμε, φαίνεται να κινούμαστε μέσα από μια διαδοχή των "τώρα", και το ερώτημα είναι, ποια είναι αυτά;" γράφει χαρακτηριστικά σε ένα από τα βιβλία του.

Εξηγεί, επίσης πως ότι αντιλαμβανόμαστε ως παρελθόν είναι απλά μια ψευδαίσθηση που σχηματίζεται στον εγκέφαλό μας.

"Τα μόνα στοιχεία που έχετε από την προηγούμενη εβδομάδα είναι η μνήμη σας αλλά η μνήμη προέρχεται από μια σταθερή δομή των νευρώνων στον εγκέφαλό σας.
Τα μόνα στοιχεία που έχουμε από το παρελθόν της Γης είναι πετρώματα και απολιθώματα.
Αλλά αυτά είναι μόνο σταθερές δομές με τη μορφή διακανονισμού των ορυκτών που εξετάζουμε στο παρόν.
Το θέμα είναι πως το μόνο που έχουμε είναι αυτά τα αρχεία και τα έχουμε μόνο στο -τώρα-" καταλήγει ο ίδιος.
photo:google.gr

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

Σε τρεις επιστήμονες το Νόμπελ Φυσικής για την παρατήρηση των βαρυτικών κυμάτων

Περίπου 1,3 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, δύο μαύρες τρύπες συγκρούστηκαν, στέλνοντας κυματισμούς στο χωροχρόνο μέσω του σύμπαντος.

Τα κύματα αυτά,τα οποία είχε προβλέψει η Γενική Σχετικότητα, έμεναν επί 100 χρόνια απαρατήρητα, μέχρι στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 στις 12:51 μ.μ. ώρα Ελλάδος.

Σε τρεις επιστήμονες, τους Rainer Weiss, Barry Barish και Kip Thorne απονεμήθηκε το Νόμπελ Φυσικής για την παρατήρηση των κυμάτων βαρύτητας.

Συγκεκριμένα απέσπασαν το κορυφαίο βραβείο για την έρευνα και την συνεισφορά τους στη βελτίωση του LIGO (Laser Interferometer Gravitational-Wave Observatory)

Το βραβείο απονεμήθηκε, κατά το ήμισυ στον Rainer Weiss και από κοινού στους Barry C. Barish και Kip S. Thorne.

Τα βαρυτικά κύματα αποτελούν πρόβλεψη της Γενικής Θεωρίας Σχετικότητας του Αϊνστάιν. Σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, η βαρύτητα κάμπτει τον χωροχρόνο, και όσο πιο μεγάλη μάζα έχει ένα σώμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η βαρυτική επίδρασή του. 


Για την ιστορία: 

  • 111 Νόμπελ Φυσικής έχουν δοθεί από το 1901 μέχρι σήμερα
  • Μόνο 2 σε γυναικες, ενώ υπάρχει και ένα άτομο, ο Τζον Μπάρντιν που έχει πάρει το Νόμπελ Φυσικής δύο φορές. 
  • Ο νεότερος βραβευμένος στην ιστορία του θεσμού ήταν ο Λόρενς Μπραγκ, ο οποίος τιμήθηκε με το όσκαρ φυσικής στα 25 του χρόνια. 
Τετάρτη θα δοθεί το Νόμπελ Χημείας και την Πέμπτη το βραβείο Νόμπελ για τη Λογοτεχνία. 

Με αφορμή την ανακοίνωση του Βραβείου Νόμπελ Φυσικής 2017, o Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Επίτιμος Διευθυντής του  Ευγενιδείου Πλανηταρίου κάνει τη δικιά του ανάλυση με θέμα: “Το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής 2017 για τον Εντοπισμό των Βαρυτικών Κυμάτων”.
Αναφέρει: «Η ύπαρξη Βαρυτικών Κυμάτων είναι μία από τις πλέον εντυπωσιακές προβλέψεις της Γενικής Σχετικότητας, που όμως έμεναν επί 100 χρόνια απαρατήρητα, μέχρις ότου στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, στα δύο εργαστήρια LIGO (που είχαν δημιουργηθεί για τον εντοπισμό Βαρυτικών Κυμάτων) σήμανε συναγερμός! 

Τα δύο εργαστήρια, στη Λουϊζιάνα και στην Ουάσιγκτον σε απόσταση 3.000 χλμ. μεταξύ τους, είχαν μερικές μόνον ημέρες από τότε που είχαν τεθεί σε λειτουργία μετά την αναβάθμισή τους σε νέα επίπεδα ακρίβειας και ευαισθησίας, και με την πρώτη πέτυχαν διάνα!
Εκείνη την ημέρα (στις 12:51 μ.μ. ώρα Ελλάδος) εντόπισαν την σύγκρουση δύο “Μαύρων Τρυπών”, η μία με μάζα 36 ηλιακών μαζών και η άλλη με 29 ηλιακές μάζες σε απόσταση 1,3 δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. 
Λίγο πριν από την σύγκρουση οι δύο μαύρες τρύπες περιφέρονταν η μία γύρω από την άλλη 250 φορές το δευτερόλεπτο ενώ η ταχύτητα περιφοράς τους έφτανε τα 150.000 χλμ. το δευτερόλεπτο (το 50% της ταχύτητας του φωτός).
Με την σύγκρουση δημιουργήθηκε μία μεγαλύτερη μαύρη τρύπα η μάζα της οποίας εξαρτάται από την γεωμετρία και το σπιν της σύγκρουσης κι έτσι δεν είναι το σύνολο των επί μέρους μαύρων τρυπών γιατί ένα 5% περίπου εκπέμπεται με την μορφή της ενέργειας των βαρυτικών κυμάτων που παράγονται κατά την σύγκρουση. 
Έτσι κι εδώ αντί των 65 ηλιακών μαζών είχαμε την δημιουργία μιας μαύρης τρύπας 62 ηλιακών μαζών. 

Οι τρεις “χαμένες” ηλιακές μάζες μετετράπησαν σε ενέργεια βαρυτικών κυμάτων η οποία ως ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία θα ήταν αντίστοιχη με την ενέργεια που εκπέμπουν ένα δισεκατομμύριο τρισεκατομμύρια ήλιοι (10^21) ή 50 φορές όλοι οι γαλαξίες του Σύμπαντος!
Γιατί με βάση την περίφημη εξίσωση του Einstein (E=mc^2) εάν αντικαταστήσουμε το “m” με τις 3 ηλιακές μάζες (ένα συγκλονιστικά τεράστιο ποσό) πολλαπλασιαζόμενο με το τετράγωνο της ταχύτητας του φωτός (c^2) θα μας δώσει το αδιανόητο νούμερο που αντιστοιχεί στην ενέργεια που απελευθερώνουν ένα δισεκατομμύριο τρισεκατομμύρια ήλιοι (10^21). Παρ’ όλα αυτά η παραμόρφωση που κατέγραψαν τα δύο συμβολόμετρα LIGO δεν υπερέβαινε τα τέσσερα χιλιοστά της διαμέτρου ενός πρωτονίου, ενώ η πιθανότητα κάποιου λάθους στη παρατήρηση αυτή ήταν μία στο εκατομμύριο, που στην ουσία αποτελεί μία βεβαιότητα! Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Einstein και τα βαρυτικά κύματα
Όπως είναι γνωστό η μεγαλύτερη ανακάλυψη του Einstein ήταν η διαπίστωσή του πως η βαρύτητα δεν είναι στην πραγματικότητα μία δύναμη αλλά το αποτέλεσμα της παραμόρφωσης των τεσσάρων διαστάσεων του χωρόχρονου. 
Οποιοδήποτε μικρό ή μεγάλο κομμάτι ύλης, πλανήτης, άστρο, ή γαλαξίας, παραμορφώνει την δομή του χωρόχρονου γύρω του. 
Καθώς τα διάφορα αντικείμενα κινούνται μέσα στο Σύμπαν είναι σαν να κυλάνε μέσα, έξω, και γύρω απ' αυτές τις παραμορφώσεις, ενώ η κίνηση τους επηρεάζεται απ’ αυτές παρ’ όλο που δεν μπορούμε να τις δούμε. Αντίθετα, εκείνο το οποίο βλέπουμε είναι το αποτέλεσμα που έχει στα διάφορα αυτά αντικείμενα η επίδραση της φαινομενικά μυστηριώδους δύναμης που ονομάζουμε βαρύτητα, με άλλα λόγια “η ύλη λεει στο χωρόχρονο πώς θα καμπυλωθεί και ο βαθμός καμπύλωσης του χωρόχρονου υπαγορεύει στην ύλη πώς θα κινηθεί”, όπως τόσο χαρακτηριστικά έγραφε πριν από χρόνια ο αείμνηστος καθηγητής John Archibald Wheeler.

Τα τελευταία 100 χρόνια, η βαρυτική θεωρία του Einstein έχει γίνει αποδεκτή ως η πιο ικανοποιητική απ' όλες τις άλλες.
Επί πλέον η θεωρία αυτή περιλαμβάνει με τον καλύτερο τρόπο όλα όσα γνωρίζουν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες για τη βαρύτητα. 
Παρ’ όλα αυτά ακόμη κι αυτή άφηνε ορισμένα βασικά ερωτήματα αναπάντητα, όπως: η παραμόρφωση του χωρόχρονου συμβαίνει άραγε «αστραπιαία» ή μήπως μεταδίδεται με τη μορφή κυμάτων; 
Η αναζήτηση του Einstein για μια απάντηση στο ερώτημα αυτό, τον οδήγησε σε μία εκπληκτική εκτίμηση: ακριβώς όπως υπάρχουν κύματα φωτός που μεταφέρουν ενέργεια από μέρος σε μέρος, έτσι θα πρέπει να υπάρχουν και βαρυτικά κύματα τα οποία μεταφέρουν ενέργεια από τόπο σε τόπο. Θεώρησε δηλαδή ότι οι βαρυτικές δυνάμεις ακτινοβολούνται προς τα έξω σαν τα κύματα που δημιουργούνται από την πτώση μιας πέτρας στο νερό μιας λίμνης.

Οι αναζητήσεις του Einstein τον οδήγησαν δηλαδή σε μια εκπληκτική διαπίστωση: ακριβώς όπως τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα δημιουργούνται από την κίνηση ηλεκτρικών φορτίων και διαδίδονται στον χωρόχρονο, έτσι θα πρέπει να υπάρχουν και βαρυτικά κύματα που θα δημιουργούνται από τη βίαιη μετακίνηση μεγάλων μαζών και θα εμφανίζονται ως πτυχώσεις στη δομή του χωρόχρονου. 
Ο Einstein υπέθεσε ότι διάφορα καταστροφικά κοσμικά συμβάντα, όπως η τελική εκρηκτική κατάρρευση ενός ετοιμοθάνατου άστρου, ή η σπειροειδής σύμπτυξη ενός ζεύγους άστρων νετρονίων ή μαύρων τρυπών, θα πρέπει να εκπέμπουν κύματα βαρύτητας στο Διάστημα με ταχύτητα ίση με την ταχύτητα του φωτός.
Παρ’ όλα αυτά ο Einstein πίστευε ότι αφού η βαρύτητα είναι η πιο αδύναμη από τις θεμελιώδεις δυνάμεις, με ισχύ 100 τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων τρισεκατομμύρια φορές μικρότερη της ηλεκτρομαγνητικής αλληλεπίδρασης (δύναμης), η επίδραση των βαρυτικών κυμάτων θα πρέπει να ήταν εξ ίσου αδύναμη οπότε δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν αντιληπτά. 
Γι’ αυτό, άλλωστε, και δεν είχαν εντοπιστεί μέχρι τώρα.
Κι έτσι η θεωρία του Einstein για τα βαρυτικά κύματα παρέμενε χωρίς αποδείξεις.

ο εντοπισμός των βαρυτικών κυμάτων
Κι όμως στις 11 Φεβρουαρίου 2016 η ομάδα ερευνητών στα εργαστήρια LIGO ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα της παρατήρησης που έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου 2015.
Και δεν έφτανε μόνον αυτό αφού στα μέσα Ιουνίου 2016 το LIGO ξαναχτύπησε και πάλι όταν οι ερευνητές του ανακοίνωσαν τον εντοπισμό ενός ακόμη σήματος που παρατηρήθηκε τα ξημερώματα της 26ης Δεκεμβρίου του 2015 και το οποίο προέρχονταν από την σύγκρουση, και τις τελευταίες 27 περιφορές πριν απ’ αυτή, δύο μικρότερων μαύρων τρυπών (14 και 8 ηλιακών μαζών) και σε απόσταση 1,4 δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. 

Η δεύτερη αυτή σύγκρουση είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μιας μαύρης τρύπας 21 ηλιακών μαζών ενώ τα υλικά μιας ολόκληρης ηλιακής μάζας είχαν μετατραπεί, σε κλάσμα του δευτερολέπτου, σε βαρυτική ενέργεια η οποία έφτασε στη Γη με την μορφή κυματισμών στο χωροχρονικό συνεχές του Σύμπαντος και η οποία αντιστοιχεί με την εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ίσης μ’ αυτήν που εκπέμπουν ένα τρισεκατομμύριο γαλαξίες σαν τον δικό μας.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου 2017, παρατηρήθηκε ένα τρίτο σήμα το οποίο προέρχονταν κι αυτό από την σύγκρουση δύο μαύρων τρυπών (αυτή τη φορά 31 και 19 ηλιακών μαζών). 
Το τέταρτο σήμα παρατηρήθηκε στα μέσα του περασμένου Αυγούστου και η ανακοίνωση του εντοπισμού του έγινε προ ημερών (27 Σεπτεμβρίου) στη συνάντηση των υπουργών επιστήμης και έρευνας των κρατών του G7 που έγινε στο Τορίνο της Ιταλίας, ενώ οι λεπτομέρειες της ανακάλυψης θα δημοσιευθούν στο περιοδικό Physical Review Letters της American Physical Society (https://dcc.ligo.org/LIGO-P170814/public/main). 

Τα βαρυτικά αυτά κύματα προέρχονταν από την σύγκρουση δύο μαύρων τρυπών με μάζα 25 και 30 φορές την μάζα του Ήλιου μας σε απόσταση 1,8 δις ετών φωτός (προς την κατεύθυνση του αστερισμού του Ηριδανού) και εντοπίστηκαν από τα τρία εργαστήρια στις 14 του περασμένου Αυγούστου. 
Εάν μάλιστα αληθεύουν και οι φήμες που κυκλοφόρησαν στα μέσα του περασμένου Αυγούστου τότε οι ανιχνευτές LIGO ίσως να εντόπισαν και μία πέμπτη σύγκρουση η οποία δημιούργησε βαρυτικά κύματα από την συγχώνευση δύο άστρων νετρονίων (πάλσαρ) που αυτή τη φορά βρίσκονταν στον γαλαξία NGC4993 σε απόσταση 130 εκατομμυρίων ετών φωτός προς την κατεύθυνση του αστερισμού της Ύδρας.

άστρα νετρονίων ή πάλσαρ
Τέτοιου είδους συγκρούσεις ήταν αναμενόμενες από το 1974 όταν δύο αμερικανοί αστροφυσικοί, ο καθηγητής Joseph Taylor και ο μεταπτυχιακός του φοιτητής Russel Hulse, ανακάλυψαν συνολικά 40 νέα πάλσαρ, μεταξύ των οποίων κι ένα διπλό σύστημα άστρων νετρονίων. 

Σύμφωνα με την Γενική Σχετικότητα του Άλμπερτ Einstein τα δύο αυτά πάλσαρ θα έπρεπε να εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες βαρυτικής ακτινοβολίας και ως εκ τούτου θα έπρεπε να χάνουν ενέργεια με αποτέλεσμα οι τροχιές τους να ελαττώνονται συνεχώς ενώ η περίοδος περιφοράς τους να μικραίνει αφού σύμφωνα με τον Einstein ένα τέτοιο διπλό αστρικό σύστημα εκπέμπει βαρυτικά κύματα. 

Παρ’ όλο που οι μεταβολές που μετρήθηκαν ήταν πάρα πολύ μικρές, εντούτοις αντιστοιχούσαν με μεγάλη ακρίβεια στις τιμές που προέβλεπε η Γενική Σχετικότητα, γεγονός που αποτελούσε μια έμμεση έστω ένδειξη ότι τα βαρυτικά κύματα που προέβλεψε ο Einstein έπρεπε όντως να υπάρχουν. 
Υπολογίστηκε μάλιστα ότι τα δύο αυτά άστρα νετρονίων θα συγκρουστούν σε περίπου 300 εκατομμύρια χρόνια. 

Για την ανακάλυψή τους αυτή οι δύο ερευνητές έλαβαν το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής του 1993, αφού ο εντοπισμός του διπλού αυτού πάλσαρ θεωρήθηκε ότι πρόσθετε ένα φυσικό εργαστήριο για την μελέτη της βαρύτητας και των βαρυτικών κυμάτων.

Είναι ήδη γνωστό ότι η ύπαρξη των πάλσαρ είναι αποτέλεσμα της απότομης και υπερβολικά γρήγορης βαρυτικής κατάρρευσης των υλικών της καρδιάς ενός γιγάντιου άστρου και στη τρομαχτική συμπίεση του αστρικού κέντρου. 

Κάτω από την τεράστια αυτή συμπίεση τα αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια συγχωνεύονται με τα θετικά φορτισμένα πρωτόνια του πυρήνα με αποτέλεσμα την δημιουργία νετρονίων και νετρίνων. 
Κι ενώ τα νετρίνα δραπετεύουν άμεσα από το άστρο, μεταφέροντας μάλιστα και αρκετή από την ενέργειά του, τα νεοσχηματισμένα νετρόνια παραμένουν εκεί και ενώνονται με τα ήδη υπάρχοντα νετρόνια των ατομικών πυρήνων.
Αποτέλεσμα αυτής της συμπίεσης είναι η δημιουργία μιας σφαίρας μερικών χιλιομέτρων με την πιο λεία, στερεή επιφάνεια που έχει γνωρίσει ποτέ το Σύμπαν.
Βρισκόμαστε δηλαδή αντιμέτωποι μ’ ένα άστρο νετρονίων που περιστρέφεται σαν σβούρα δεκάδες ή και εκατοντάδες φορές κάθε δευτερόλεπτο.

Υλικά από ένα τέτοιο άστρο με μέγεθος όσο είναι το κεφάλι μιας καρφίτσας, θα "ζύγιζαν" ένα εκατομμύριο τόνους, όσο δέκα σύγχρονα αεροπλανοφόρα, ενώ ένα μωρό 5 κιλών στην επιφάνειά του θα "ζύγιζε" 50 εκατομμύρια τόνους! 
Αν η Γη μας είχε συμπιεστεί σε μια σφαίρα με την πυκνότητα που έχει ένα τέτοιο άστρο θα χωρούσε άνετα στο εσωτερικό του κλειστού Σταδίου "Ειρήνης και Φιλίας". 
Όταν λοιπόν δύο τέτοια άστρα νετρονίων βρεθούν το ένα δίπλα στο άλλο, αρχίζει ένας "ναπολιτάνικος χορός" που αργά ή γρήγορα θα καταλήξει στην σύγκρουσή τους και στη δημιουργία μιας Μαύρης Τρύπας με το 90% των υλικών των δύο πάλσαρ.
Κατά την διάρκεια όμως της σύγκρουσης μία ποσότητα υλικών ίση με χίλιες φορές τα υλικά της Γης μετατρέπονται σε βαρέα χημικά στοιχεία, ενώ συγχρόνως εκπέμπονται τεράστιες ποσότητες βαρυτικών κυμάτων καθώς και εκλάμψεις ακτίνων γάμα.

οι ανιχνευτές LIGO
Προς το παρόν οι ανιχνευτές LIGO είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε για τον εντοπισμό των Βαρυτικών Κυμάτων. 

Καθένας από τους ανιχνευτές αυτούς αποτελείται από δύο κυλινδρικούς βραχίονες, κάθετους μεταξύ τους, με μήκος 4 χλμ. ο καθένας σε απόλυτο σχεδόν κενό που φτάνει να είναι ίσο με το ένα τρισεκατομμυριοστό της ατμοσφαιρικής πίεσης που επικρατεί στην επιφάνεια της θάλασσας.
Στο εσωτερικό των κυλίνδρων εκπέμπονται δέσμες ακτίνων λέιζερ που ανακλώνται συνεχώς από καθρέφτες με αποτέλεσμα η απόσταση των 4 χλμ. να αυξάνεται κατά 280 φορές κάνοντας έτσι το μήκος κάθε 

βραχίονα ουσιαστικά να είναι ίσο με 1.120 χλμ.
Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να μετρήσουμε απειροελάχιστες διακυμάνσεις μέχρι και μήκους ενός δεκάκις χιλιοστού της διαμέτρου ενός πρωτονίου. 
Η διακύμανση αυτή είναι τόσο απειροελάχιστη ώστε η απόσταση μεταξύ της Γης και του πλησιέστερου άστρου σ’ εμάς μετά τον Ήλιο (του Εγγύτατου του Κενταύρου σε απόσταση 40 τρισεκατομμυρίων χλμ.) δεν υπερβαίνει το πάχος μιας ανθρώπινης τρίχας!

Στην ουσία οι ανιχνευτές των εργαστηρίων LIGO δεν είναι τίποτε άλλο παρά τεράστια συμβολόμετρα, με τα οποία μελετάμε φαινόμενα συμβολής κυμάτων.
Πρόκειται δηλαδή για μία τεχνική που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην πιο απλή της μορφή το 1887 στο πείραμα "Michelson-Morley", αν και το LIGO είναι ουσιαστικά 144.000 φορές μεγαλύτερο εκείνου.
Σήμερα η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται ευρέως στην Αστρονομία, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του συστήματος των 66 ραδιοτηλεσκοπίων ALMA (Atacama Large Millimeter/submillimeter Array) του Ευρωπαϊκού Νότιου Αστεροσκοπείου που είναι εγκατεστημένα στη Χιλή. 

Η δημιουργία δύο τέτοιων εργαστηρίων LIGO εγκατεστημένων σε τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ τους είναι απαραίτητη γιατί οι ανιχνευτές αυτοί είναι τόσο ευαίσθητοι ώστε μπορούν να καταγράψουν τους κραδασμούς από την διέλευση ενός φορτηγού στην περιοχή τους, μέχρι και τις διακυμάνσεις ενός μικρού σεισμού χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. 
Η μεγάλη απόστασή τους χρησιμεύει επίσης και στον καλύτερο εντοπισμό της απόστασης της πηγής των βαρυτικών κυμάτων γιατί λόγω της απόστασης καταγράφονται οι ίδιες βαρυτικές ταλαντώσεις, αλλά με μια ελάχιστα μικρή χρονική καθυστέρηση ίση με δέκα χιλιοστά του δευτερολέπτου, ενώ η προσθήκη και του τρίτου εργαστηρίου στην Πίζα της Ιταλίας (VIRGO) βοηθάει ακόμη περισσότερο στον εντοπισμό.

Σε τελική ανάλυση η ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων του LIGO μάς ανοίγει ένα καινούργιο παράθυρο ανακαλύψεων αφού μπορούμε να "ακούσουμε" για πρώτη φορά τους ψιθύρους του Σύμπαντος να μάς "μιλάνε", μια και οι συχνότητες των βαρυτικών αυτών κυμάτων είναι συχνότητες που μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αυτί.
Γιατί τα βαρυτικά κύματα μπορούν να περιγράψουν τη βίαιη προέλευσή τους, ενώ η συχνότητα και η ένταση τους στο χρόνο μας αποκαλύπτουν την ιστορία της πηγής που τα δημιούργησε, την μάζα, την ταχύτητα περιστροφής, το σχήμα της τροχιάς, την θέση της και την απόστασή της. 
Κι όχι μόνο, αφού μπορούν επίσης να μας αποκαλύψουν και το τι συνέβη στα πρώτα κλάσματα του δευτερολέπτου μετά τη γέννηση του Σύμπαντος. 

Γιατί, όπως η μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου είναι η ηλεκτρομαγνητική υπογραφή της Μεγάλης Έκρηξης, μπορεί να υπάρχει επίσης κι ένα υπόβαθρο βαρυτικών κυμάτων που ίσως να δημιουργήθηκε με την απότομη διόγκωση του Σύμπαντος στην φάση της πληθωριστικής του διαστολής στα πρώτα τρισεκατομμυριοστά του πρώτου δευτερολέπτου της ύπαρξής του.
Κι έτσι στο άμεσο μέλλον υπολογίζεται ότι θα υπάρξουν ακόμη πιο μεγάλες δυνατότητες απ’ ότι προηγουμένως αφού η έκταση των παρατηρήσεων των ανιχνευτών αυτών θα επεκταθεί με την δημιουργία κι άλλων ανιχνευτών όχι μόνο στην επιφάνεια της Γης αλλά και στο διάστημα (LISA). 
Στους επόμενους μήνες μάλιστα προβλέπεται ότι θα υπάρξουν πολλές ακόμη καταγραφές βαρυτικών κυμάτων, ενώ στα επόμενα δύο χρόνια τέτοιου είδους καταγραφές αναμένεται ότι θα γίνονται σε καθημερινή βάση εμπλουτίζοντας ουσιαστικά τις γνώσεις μας για το Σύμπαν. 
iefimerida.gr