Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Το placebo και ο Σαμάνος

Καμιά φορά αναρωτιέμαι πως οι καταστάσεις καθορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη από το βαθύτερο και μικρότερο κομματάκι που κρύβεται στο ναυάγιο της ψυχής μας μέχρι το εξωτερικό περίβλημα μας που δεσπόζει κάθε πρωί κάτω από τις ακτίνες του ήλιου φορώντας ένα προσωπείο ευτυχίας μέσα από τα πρόζακ, 
τις διαφημίσεις, 
τη μανία καταδίωξης της επιτυχίας και την αυταρέσκεια που έχει στρογγυλοκαθίσει στο κεφάλι μας σαν μπούργκα και κρύβει το σάπιο χαμόγελό μας από τους αγοραστές μας για να μην φανεί ότι το προϊόν είναι σάπιο.
Κι όμως αυτές οι καταστάσεις υπήρχαν πάντα, υπάρχουν σήμερα και θα υπάρχουν και στο μέλλον. 
Τι είναι λοιπόν αυτό που έχει αλλάξει στις μέρες μας και ο άνθρωπος είναι τόσο αδύναμος να τις αντιμετωπίσει αντρίκεια, να σταθεί απέναντί τους να τις χλευάσει να τις προσπεράσει να τις νικήσει και να σταθεί στο φως αποφεύγοντας το σκοτάδι της ίδιας του της ψυχής; 
Μεγάλοι άνθρωποι της ιστορίας κατάφεραν να το πετύχουν, ήρωες ήρθαν και έφυγαν αλλά το όνομά τους έμεινε ανεξίτηλα γραμμένο στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Τι μας διαχωρίζει λοιπόν από τους παλιούς homo sapiens; 
Μήπως η ανθρώπινη φυλή έχει αλλάξει, μήπως πρέπει να ονομαστούμε χομο καταναλώτικους κομπιουτεράτους; 
Μήπως είμαστε άλλο είδος; 
Τέτοιες σκέψεις περνάνε από το μυαλό στις 4 το πρωί.
Ίσως πάλι οι άνθρωποι να ήταν πάντα έτσι, ένας ιός που αναπτύσσεται γρήγορα και τρώει τα πάντα στο διάβα του μέχρι να φάει τον ίδιο τον εαυτό του, να καταρρακώσει το μυαλό του, 
τα όνειρα του, 
την ψυχή του μέσα από την τρέλα της κοινωνίας μας με τους απίστευτους ρυθμούς και τις απάνθρωπες συνθήκες.

Και όταν κάποιος δεν μπορεί να ακολουθήσει τους ρυθμούς αυτούς, γιατί προτιμάει να είναι άνθρωπος από τους παλιούς, 
αυτούς που είχαν ψυχή, τότε έρχεται και φωλιάζει στο μυαλό η ιδέα της αποτυχίας μπολιασμένη καλά από την προπαγάνδα των ΜΜΕ και η κατάθλιψη καταλαμβάνει τη θέση της στο μυαλό, στρογγυλοκάθεται και σε κάθε κίνηση σε κάθε ενέργεια βαράει τα τύμπανα του πολέμου τόσο δυνατά που η ίδια η ύπαρξή μας γίνεται ανυπόφορη.
Και όμως τα παλιά χρόνια θα πηγαίναμε στο σαμάνο, 
θα χόρευε γύρω από τη φωτιά, 

θα μας έλεγε ότι η κατάρα του θεού του ελαφιού που μας είχε καταραστεί πέρασε και αυτό ίσως σαν placebo αυτό θα μας έγιανε, θα μας σήκωνε όρθιους και θα προχωρούσαμε. 
Πόσο χαζό πραγματικά είναι; 
Αφού σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όλη αυτή η κατάσταση οφείλεται στις βιοχημικές αντιδράσεις που παίρνουν μέρος στον εγκέφαλό μας και δεν μας επιτρέπουνε να σκεφτούμε καθαρά. 
Γι αυτό και πάμε στον ψυχίατρο που σαν καλός μηχανικός θα μας δώσει το κατάλληλο φάρμακο για να νεκρώσουμε τα επαναστατικά κύτταρα που το προκαλούν όλο αυτό τον συφερτό των ακατονόμαστο σκέψεων. 
Και όταν και άλλα κύτταρα θα σηκώσουν κεφάλι και θα αρχίσουν και αυτά να διαμαρτύρονται τότε και άλλα φάρμακα θα βγουν και όλα θα κλειστούν σε μικρά κουτιά και θα κλειδαμπαρωθούν στο ντουλάπι του μυαλού μας και θα είμαστε ένα καλογυαλισμένο γρανάζι έτοιμο να χρησιμοποιηθεί στην καλολαδωμένη μηχανή της σύγχρονης κοινωνίας. 
Και τότε σαν φυτά θα μεγαλώσουμε και θα ανθίσουμε σε έναν όμορφο κήπο μπολιασμένοι από την απώλεια της πραγματικής μας ύπαρξης και θα χαμογελάμε αγνοώντας ότι έξω από τον κήπο υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος χρώμα και κίνηση.
Γι αυτό λοιπόν σήμερα τα ξημερώματα αποφάσισα να αποδώσω τα σέβη μου σε όλους εκείνους που αψήφησαν τον φόβο, 
όλους εκείνους τους μποέμ τύπους που γέλασαν με τη ζωή και έμαθαν από αυτή και αφού πεταχτώ μια βόλτα από τον τροπικό του καρκίνου θα ακούσω Floyd και θα κοιμηθώ. 
Ίσως αύριο το φως να με ξυπνήσει καλύτερο.
                   και είναι ένα κείμενο του μαννυ γραμμένο το 2008
                                                                            free-fantasia
επιμέλεια κειμένου:ntina

Για αυτούς που δε λυγίζουνε και που δεν προσκυνάνε.

Από τους βράχους της Μάνης και τα χώματα της Μεσσηνίας, ξεπήδησε μια φλόγα ανυπότακτη, ένας ραψωδός της βιοπάλης.
Νίκο Καλογερόπουλε, δεν χώρεσες σε καλούπια, ούτε σε σαλόνια δήθεν σοβαρά.
Έγινες ο φαντάρος της αλήθειας, έφτυσες την υποκρισία στα μούτρα της εποχής, με ένα γέλιο πικρό, γεμάτο φως, αλμύρα και λεβεντιά.
Στο σανίδι, στο πανί, με το λαούτο και το στίχο, κουβάλησες την Ελλάδα την αρχαία και τη λαϊκή.
Όχι αυτή των βιτρινών και των συμβιβασμών, αλλά την Ελλάδα του μερακλή, του αντάρτη και του ελεύθερου στοχασμού.
Γεια σου διονυσιακέ ποιητή των καιρών μας!
Που έκαμες την τέχνη καταφύγιο και μετερίζι, και κράτησες την ψυχή σου αδάμαστη, όπως τα άγρια κύματα που χτυπούν τις ακτές της πατρίδας σου.
..........................................
Όπως στα λέω να τους τα γράψεις,
όπως στα λέω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής,
Καραϊσκάκης μπεσαλής.

Καραϊσκάκης γεια χαρά,
γεια σου ρε γέρο του Μοριά
και γεια που σ' αγαπάνε.
Γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε.
                          
Τους στοίχους και τη μουσική έχει γράψει Νίκος Καλογερόπουλος. και έχει τραγουδήσει ανεπανάληπτα ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

Άκου ρε γιε της καλογριάς,
ο φίλος σου είμαι ο πανουργιάς
και το δεξί σου χέρι
κι εκείνος που καλύτερα
απ' ολουνούς σε ξέρει.

Λένε πως παίζεις με χανουμάκια,
με τουρκοπούλες και καλογριές
και σ' αραδιάζουνε βρισιές.
Πως μπαινοβγαίνεις στους μαχαλάδες,
με ντερβησάδες στήνεις χορό
και με ρωτάν και τι να πω;

Λένε πως έχεις αλισβερίσι,
μ' Αλή Πασάδες κάνεις χωριό
και σε ρωτάω τι να τους πω.

Πες τους ρε φίλε πανουργιά,
(ορέ) έχω εις στον πούτσον μου βιολιά,
έχω και τουμπερλέκια
κι όπως γουστάρω τα βαρώ
και σπάω τα ζεμπερέκια.

Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω
και αν αργήσω δώσ' τους κι αυτό,
είναι τ' αρχίδια μου τα δυο.

Όπως στα λέω να τους τα γράψεις,
όπως στα λέω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής,
Καραϊσκάκης μπεσαλής.

Καραϊσκάκης γεια χαρά,
γεια σου ρε γέρο του Μοριά
και γεια που σ' αγαπάνε.
Γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε.

Λένε για μένα τα καρακόλια,
άκου τι λένε να μη γαμεί,
μίλα κι εσύ ρε Θοδωρή.

Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.

Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Κολοκοτρώνης και Γιωργής,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.

Γεια σου ρε Ανδρούτσο, γεια χαρά,
γεια σας παιδιά μου αητόπουλα,
που 'χετε αητό πατέρα
κι όποιος δε με κατάλαβε,
τότε ας μας κάνει αέρα.

Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.

Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.

Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
μαζί τους είμαστε κι εμείς
μαζί σας είμαστε κι εμείς.
ntina