Δευτέρα 21 Αυγούστου 2023

Ακούει κανείς;

Κάθε φορά που νιώθουμε ένα συναίσθημα, μικρές ορμόνες, τα λεγόμενα "νευροπεπτίδια" εκκρίνονται από τα κύτταρά μας και κυκλοφορούν στο αίμα μας.
Αν το συναίσθημά μας αυτό το εκφράσουμε με οποιονδήποτε τρόπο, τα νευροπεπτίδια αυτά θα μεταβολιστούν και θα μετατραπούν σε άλλες χημικές ουσίες μέσα στο
σώμα μας, χρήσιμες στο να βοηθήσουν το σώμα μας να εκφραστεί, με τον τρόπο που αποφασίσαμε.
Αν όμως δεν εκφράσουμε το συναίσθημά μας, τα νευροπεπτίδια κυκλοφορώντας με το αίμα μας γύρω από όλα τα κύτταρά μας, θα κλειδώσουν σε κάποια από αυτά (όσα έχουν «υποδοχείς» που ταιριάζουν σε αυτά, ειδικές κεραίες δηλαδή στην περιφέρειά τους).
Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε διαταραχή της λειτουργίας των κυττάρων αυτών. 
Διαταράσσεται ακόμη και η λειτουργία τω γονιδίων τους.
Οι επιστημονικές έρευνες έχουν πλέον καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα. 
Δεν χρειάζεται λοιπόν πολλή εξυπνάδα για να αντιληφθεί κανείς πόσο σημαντική υπόθεση είναι η διαχείριση των συναισθημάτων για την υγεία. 
Εκτός από τους διάφορους περιβαλλοντικούς παράγοντες (μόλυνση ατμόσφαιρας, ηλεκτρομαγν. ακτινοβολίες, χημικά στις τροφές κ.λπ) τα συναισθήματα αποτελούν έναν επίσης πολύ σημαντικό παράγοντα υγείας.
Γι αυτό και πρέπει να μάθουμε να τα διαχειριζόμαστε από την μικρή ηλικία. 
Ποτέ δεν θα έπρεπε να λέμε στο παιδί μας την γνωστή φράση «μην κλαις… οι άντρες δεν κλαίνε…» 
ή τα «τα καλά παιδιά δεν φωνάζουν…» και όλες τις άλλες φράσεις με τις οποίες οι δικοί μας γονείς μεγάλωσαν ταλαιπωρημένα ψυχικά παιδιά, όλους εμάς. 

Είναι καλύτερα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είναι αυτό που οδηγεί το παιδί μας σε αυτή τη συμπεριφορά και να το βοηθήσουμε, στη συνέχεια, να βελτιώσει τον τρόπο που εκφράζει τα συναισθήματά του. 
Είναι μεγάλο λάθος να προσπαθούμε να το πείσουμε να μην τα εκφράζει και να τα κλείνει μέσα του. 
Αυτό θα το οδηγήσει, με μαθηματική ακρίβεια, σε ασθένεια στην ενήλικη ζωή του. 
Έχει τώρα διαπιστωθεί αυτό επιστημονικά.
Τα συναισθήματα δεν μπορούμε να τα αποφύγουμε, μπορούμε, όμως, να εκπαιδευτούμε να τα διαχειριζόμαστε σωστά. 
Αυτό είναι  η «συναισθηματική νοημοσύνη». 
Και πρέπει να μπει σύντομα αυτό το μάθημα, μαζί με όλους του υπόλοιπους τρόπους αντιμετώπισης του στρες, στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, από την προσχολική ακόμη ηλικία, εάν θέλουμε να έχουμε μικρότερα ποσοστά νοσηρότητας στον τόπο μας, και λιγότερα έξοδα στο σύστημα υγείας.
Ελπίζω κάποιος υπεύθυνος να το ακούσει επιτέλους...
Με αγάπη - dr.Ελένη Τσουκαλή:https://lenahealth.blogspot.com/2015/07/46.html

...στη γης ετούτη βρίσκεται μονάχα ο αγώνας για τη λευτεριά

...Η λευτεριά δεν έχει σκοπό...
μήτε βρίσκεται στη γης ετούτη - στη γης ετούτη βρίσκεται μονάχα ο αγώνας για τη λευτεριά...
αγωνιζόμαστε για τα άφταστα, και γι' αυτό ο άνθρωπος έπαψε να είναι ζώο....

Κάρτα ελευθερίας, ψηφιακά νομίσματα και τεχνητή νοημοσύνη

Η έννοια λοιπόν ενός εγγυημένου καθολικού εισοδήματος σε καμία περίπτωση δεν αφορά κάποια ελεημοσύνη που θα μας παρέχει το κράτος επειδή εμείς τεμπελιάζουμε και άλλοι εργάζονται.
Εμείς παράγουμε την πρώτη ύλη, στην οποία βασίζεται η τεχνητή νοημοσύνη που επιτρέπει στον σύγχρονο καπιταλισμό να παράγει περισσότερο 
πλούτο από ό,τι ποτέ ξανά στην ανθρώπινη ιστορία. 
Και μέχρι σήμερα, τα δεδομένα αυτά υφαρπάζονται, 
χωρίς να έχουμε κανένα απολύτως μερίδιο από την υπεραξία που παράγει η αξιοποίησή τους.
Τα επιδόματα και οι προπληρωμένες κάρτες μέσω app «ψηφιακού πορτοφολιού» στα "smartphone" (η τεχνολογία πίσω από την «κάρτα ελευθερίας» για τους νέους) είναι μια απλή προθέρμανση για το «Καθολικό Βασικό Εισόδημα» (Universal Basic Income) που θα δίνεται σε κάθε πολίτη σε μερικά χρόνια, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βγάλει στην κυκλοφορία το ψηφιακό ευρώ τεχνολογίας Blockchain.
Το ψηφιακό ευρώ δεν θα είναι αποκεντρωμένο ψηφιακό νόμισμα, ούτε θα έχει την ανωνυμία του bitcoin. 
Το ακριβώς αντίθετο. 
Θα ελέγχεται πλήρως από την εκάστοτε κεντρική τράπεζα (ECB, Fed, κ.λπ.) η οποία θα γνωρίζει όλα τα στοιχεία κάθε μας συναλλαγής και θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να μας επιβάλλει ατομικά "capital controls" αν η οικονομική διαχείριση που κάνουμε ή και η ευρύτερη πολιτική και κοινωνική μας δράση δεν συνάδει με τις εντολές του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι πολίτες πρέπει πρώτα να εξοικειωθούν με την πλήρη άρση της ιδιωτικότητάς τους, την παραχώρηση όλων των βιομετρικών και ψυχομετρικών τους δεδομένων στο κράτος και τις τράπεζες, καθώς και με τη συνεχή παρακολούθηση κάθε οικονομικής και φυσικής τους κίνησης από την κυβέρνηση, προκειμένουν το πρόγραμμα του Καθολικού Βασικού Εισοδήματος να μπορέσει να λειτουργήσει μαζικά.
Έτσι, έχουμε τώρα ένα "grooming" της γενιάς Ζ από την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου η γενιά αυτή να μην αντιδράει στα μελλοντικά μέτρα παρακολούθησης και καταστολής, αλλά να εξοικειωθεί τόσο με το τεχνολογικό, όσο και με το ηθικό κομμάτι αυτής της τεράστιας αλλαγής (με το πρόσχημα της «βιοηθικής»). 
Άλλα φημολογούμενα χαρακτηριστικά του Καθολικού Βασικού Εισοδήματος, για την αποδοχή των οποίων η κυβέρνηση σύντομα πιθανώς θα προσπαθήσει να μας εκπαιδεύσει είναι:
- Τα αρνητικά επιτόκια καταθέσεων. 
Το ψηφιακό χρήμα που θα δίνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο μέλλον, ενδέχεται να εξαφανίζεται σταδιακά όσο μένει στον λογαριασμό μας. 
Έτσι, θα πρέπει να ξοδεύεται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και για αυτό τον σκοπό να ενθαρρύνεται από τα ΜΜΕ μια φρενήρης υπερκατανάλωση και να επιβραβεύονται «τα πιο γρήγορα μπιστόλια».
- Η ποινικοποίηση της ατομικής ιδιοκτησίας. 
Παράλληλα με τα αντικίνητρα για την αποταμίευση, θα καταστεί ολοένα και δυσκολότερο ένας πολίτης να έχει στην ιδιοκτησία του κινητή ή ακίνητη περιουσία. 
Το νομοθετικό και φορολογικό πλαίσιο που διαμορφώνεται (με παράδειγμα τον νέο πτωχευτικό κώδικα) θα ευνοεί τη μεταφορά της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας από τα χέρια των πολιτών στις τράπεζες, το κράτος και τα funds.
- Η ενοικίαση όλων των βασικών αγαθών από τις μεγάλες πολυεθνικές. 
Σπίτια, αυτοκίνητα, είδη τεχνολογίας, εκπαίδευση, όλα σταδιακά θα νοικιάζονται από πολυεθνικές με τη μορφή υπηρεσιών στους πολίτες - ενίοτε θα δανείζονται ως επιβράβευση στους «καλούς» πολίτες, με αντάλλαγμα τα προσωπικά τους δεδομένα και την υπακοή τους στα μέτρα της κυβέρνησης.
- Η εξάρτηση μας από την τεχνητή νοημοσύνη, για τη διαχείριση και τη λειτουργία όλων των βασικών δραστηριοτήτων της καθημερινότητάς μας. 
Από το να ψωνίσουμε από το μπακάλικο της γειτονιάς μας, μέχρι να φάμε σε ένα εστιατόριο ή να χρησιμοποιήσουμε ένα μεταφορικό μέσο, θα πρέπει σε όλα αυτά να μάθουμε να εμπιστευόμαστε την τύχη μας σε προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης που θα έχουν αντικαταστήσει την ανθρώπινη εργασία.
- Η καθημερινή αξιολόγησή μας ως πολίτες από κυβερνήσεις, τράπεζες και πολυεθνικές, με βάση τη βαθμολογία των οποίων θα πας παρέχονται ή θα μας αφαιρούνται «προνόμια» και "bonus", τα οποία στην γλώσσα των επόμενων ετών θα αντικαταστήσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και τις βασικές έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τις γνωρίσαμε ως τώρα στον δυτικό κόσμο.
Κάποιος μπορεί να ρωτήσει: ποιος θα δουλεύει για να παίρνουν ολοι επίδομα? 
Από ποιον θα παράγονται τα φρουτα, τα λαχανικά, ποιος θα παράξει αυτοκίνητα, ποιος θα φτιάχνει δρόμους;

Μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας προβλέπεται ότι το 50% των θέσεων εργασίας παγκοσμίως θα καταργηθεί, επειδή την ανθρώπινη εργασία θα αντικαταστήσουν τα ρομπότ και η τεχνητή νοημοσύνη. 
Αυτό περιλαμβάνει π.χ. και τη γεωργία, την αυτοκινητοβιομηχανία και την οδοποιία.
Η παραγωγικότητα για τις μεγάλες επιχειρήσεις θα αυξηθεί εκθετικά, οι βιομήχανοι θα ελαχιστοποιήσουν τα κόστη τους και θα μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους σε αδιανόητα ιστορικά ύψη. 
Ταυτόχρονα, δισεκατομμύρια άνθρωποι θα μείνουν χωρίς δουλειά - και το χειρότερο, χωρίς αντικείμενο δουλειάς, μιας και χιλιάδες κλάδοι εργασίας θα καταργηθούν οριστικά.
Το πιο σημαντικό: η τεχνητή νοημοσύνη που θα καταστήσει τη νέα αυτή βιομηχανική επανάσταση εφικτή, λειτουργεί, μαθαίνει και βελτιστοποιείται καθημερινά χάρη στα προσωπικά δεδομένα μας - δεδομένα που εμείς παράγουμε κατά την χρήση του διαδικτύου και των έξυπνων συσκευών (οι οποίες σύντομα θα περιλαμβάνουν αυτοκίνητα, σπίτια και πόλεις ολόκληρες).
Τα δεδομένα μας (ειδικά τα βιομετρικά και ψυχομετρικά μας στοιχεία) είναι σήμερα η ακριβότερη πρώτη ύλη στον κόσμο, για αυτό και αποκαλούνται «το νέο πετρέλαιο». 
Η έννοια λοιπόν ενός εγγυημένου καθολικού εισοδήματος σε καμία περίπτωση δεν αφορά κάποια ελεημοσύνη που θα μας παρέχει το κράτος επειδή εμείς τεμπελιάζουμε και άλλοι εργάζονται.
Εμείς παράγουμε την πρώτη ύλη, στην οποία βασίζεται η τεχνητή νοημοσύνη που επιτρέπει στον σύγχρονο καπιταλισμό να παράγει περισσότερο πλούτο από ό,τι ποτέ ξανά στην ανθρώπινη ιστορία. 
Και μέχρι σήμερα, τα δεδομένα αυτά υφαρπάζονται, χωρίς να έχουμε κανένα απολύτως μερίδιο από την υπεραξία που παράγει η αξιοποίησή τους.
Ο πλούτος του σύγχρονου τεχνολογικού κεφαλαίου τσεπώνεται αποκλειστικά από τους τιτάνες όπως ο Elon Musk και ο Jeff Bezos, οι οποίοι αυξήσαν κατά τρισεκατομμύρια δολάρια την περιουσία τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας. 
Συνεπώς, για τον σύγχρονο καπιταλισμό το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι αφενός κάτι που οφείλεται δικαίως σε κάθε πολίτη (ψίχουλα και πάλι, σε σχέση με τα κέρδη που παράγονται εξαιτίας μας), αφετέρου είναι μια πολιτική επιλογή για να αποφευχθούν εξεγέρσεις και κοινωνικές αναταραχές λόγω των δισεκατομμυρίων ανέργων που θα προκύψουν εντός της δεκαετίας.
Αλλά ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. 
Ακόμα και το χρήμα αυτό που θα δίνεται ως καθολικό εισόδημα, δεν θα είναι χρήμα. 
Θα είναι η πεμπτουσία του καπιταλισμού της παρακολούθησης: ένα ψηφιακό νόμισμα, που θα δημιουργούν εκ του μηδενός οι κεντρικές τράπεζες και θα κατατίθεται στα ψηφιακά πορτοφόλια των πολιτών με αντάλλαγμα όλα τους τα προσωπικά δεδομένα. 
Και δεν μιλάμε εδώ μόνο για δεδομένα που, μέχρι και σήμερα τουλάχιστον, δίνουμε συναινετικά.
Μιλάμε για το πλήρες ψυχολογικό και σωματικό μας προφίλ, την πλήρη ποσοτικοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης - που θα οδηγήσει στη μοντελοποίηση της προσωπικότητάς μας και συνεπώς στην πρόβλεψη, τον έλεγχο και την χειραγώγηση της συμπεριφοράς μας. 
Η λήψη του εισοδήματος αυτού συνεπώς θα συνοδευτεί με την εξαγορά της συναίνεσής μας για την απώλεια κάθε ιατρικού απορρήτου, όλων των προσωπικών δεδομένων, καθώς φυσικά και των δημοκρατικών και εργασιακών μας δικαιωμάτων.
Συνεπώς αυτό που επιχειρείται εδώ, δεν είναι κάποια πραγματική χειραφέτηση της ανθρωπότητας, 
αλλά η μετατροπή μας σε σκλάβους εντός ενός σύγχρονου νεοφεουδαρχικού καθεστώτος, από τη στιγμή που - λαμβάνοντας το καθολικό αυτό εισόδημα - δεν θα έχουμε πλέον κυριότητα στο σώμα μας και στην ψυχή μας την ίδια, 
αλλά θα παραχωρούμε συναινετικά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της οντότητάς μας 
σε μια κεντρική τράπεζα και μέσω αυτής, 
στις κυβερνήσεις και τις πολυεθνικές εταιρείες.
Το ψηφιακό εθνικό νόμισμα θα πρέπει να το ξοδέψουμε αμέσως σε συγκεκριμένες υπηρεσίες πολυεθνικών που πιθανώς να μας υποδεικνύονται με αυστηρότητα - με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να έχουμε ρήτρες αν το ξοδεύουμε σε άλλες υπηρεσίες ή αγαθά που δεν εγκρίνει η κυβέρνηση. 
Αυτό ουσιαστικά θα σημάνει το τέλος τόσο της δημοκρατικής, όσο και της οικονομικής ελευθερίας των πολιτών.
Ωστόσο, η τεχνολογία δεν έχει πρόσιμο, εμείς της το προσδίδουμε. 
Το Blockchain, η τεχνητή νοημοσύνη, τα κρυπτονομίσματα, οι 3D εκτυπωτές, η εκτεταμένη πραγματικότητα, οι κβαντικοί υπολογιστές, είναι όλες εφευρέσεις που μπορούν όντως να φέρουν την χειραφέτηση του ανθρώπου, εάν η κοινωνία τις χρησιμοποιήσει για το συλλογικό καλό. 
Ο κίνδυνος που υπάρχει εδώ είναι στη διαχείριση που γίνεται από τη μεριά κυβερνήσεων και εταιρειών κολοσσών, που μας αποκλείουν από τον διάλογο και μας φέρνουν προ τετελεσμένων, με Psy-Ops και αδιαφανείς και δικτατορικές διαδικασίες - στην προσπάθεια των πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη να γίνουν πλουσιότατοι. 
Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στην ανθρώπινη ιστορία: 
"This ends when we say no". 
Ο τεχνοφοβικός «άγριος» του "Brave New World" που ζει εξόριστος, είναι ένα σκιάχτρο που τοποθετεί στο φαντασιακό της κοινωνιάς ο σύγχρονος κεφαλαιοκράτης για να σκιάζει τους τολμηρούς. 
Εμείς μπορούμε να υιοθετήσουμε τις νέες τεχνολογίες, έχουμε χρέος μάλιστα να μορφωθούμε και να εξελίξουμε τις δυνατότητές μας, αλλά με σκοπό το καλό της κοινωνίας, την αποκέντρωση της εξουσίας, την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τον ίδιο τον λαό για την παραγωγή και τη δίκαιη διανομή πλούτου, καθώς και την προσωπική μας αυτοπραγμάτωση. 
Να μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η δυστοπία του Huxley διαφέρει από τη δυστοπία του Orwell στο ότι προϋποθέτει τη συναίνεση των ίδιων των πολιτών για να λειτουργήσει. 
Όσο αδιανόητο και να μας φαίνεται, έχουμε και θα έχουμε την επιλογή να μην συναινέσουμε, να αντισταθούμε και να πρωτοτυπήσουμε, χαράζοντας έναν δικό μας, πιο βιώσιμο και πιο ανθρώπινο δρόμο.
_________________
Το κείμενο αυτό γράφτηκε την 1η Ιουλίου 2021, με αφορμή την κυκλοφορία του Freedom Pass από την ελληνική κυβέρνηση.
***
« Κάρτα Ελευθερίας | Freedom Pass: Εμβολιάσου και  Pass
Οι νέοι 18-25 ετών, που έχουν ήδη κάνει ή θα κάνουν την 1η δόση του εμβολίου, αποκτούν το #freedom_pass, μια προπληρωμένη κάρτα αξίας €150 για χρήση σε τουριστικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.
Η διαδικασία θα είναι εξαιρετικά απλή και θα δημιουργείται με το ΑΜΚΑ κάθε πολίτη. 
Η κάρτα θα είναι έτοιμη στα μέσα του Ιουλίου.
Κλείστε το ραντεβού σας, εμβολιαστείτε και απολαύστε την Ελευθερία με ασφάλεια.

Επιδημία ή πείραμα;

Τα πειραματικά εμ-βόλια που έχουν διχάσει την κοινωνία μας αυτή την εποχή, δεν είναι παρά η αρχή ενός προγράμματος δημιουργίας φαρμάκων που θα επεμβαίνουν στα γονίδιά μας. 
Το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να το βλέπει κάποιος με ελαφρότητα ή με πολιτικά κριτήρια, όπως γίνεται από τους περισσότερους.
Τα γονίδιά μας, είναι μικρά κομμάτια του DNA μας τα οποία δίνουν στο κύτταρο την εντολή να φτιάξει μία πρωτεΐνη. 
Καθώς όλα σχεδόν τα στοιχεία του οργανισμού μας αποτελούνται από πρωτεΐνες (κόκκαλα, μυς, τένοντες, ένζυμα, ορμόνες κ.λπ) από τη λειτουργία αυτών των γονιδίων μας εξαρτάται η υγεία και η καλή λειτουργία του οργανισμού μας.
Στον οργανισμό μας όμως τίποτα δεν είναι απλό, όπως νομίζουμε. 
Το κάθε γονίδιο έχει 30.000 διαφορετικούς τρόπους
να «μιλάει» στο κύτταρο και για να δοθεί μία εντολή για την δημιουργία πρωτεΐνης συνεργάζονται πολλά, έως χιλιάδες γονίδια… 

Η συνεργασία αυτή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, ο πιο απλός από τους οποίους είναι η θέση του κάθε γονιδίου στην αλυσίδα του DNA. 
Και έχει βρεθεί, πως σε κάποιες περιπτώσεις τα γονίδια δημιουργούν αντίγραφα του εαυτού τους και τα τοποθετούν σε άλλες θέσεις μέσα στην αλυσίδα του DNA… 
Έχουν ονομαστεί αυτά «jumping genes» (πηδηχτά γονίδια)…
Ο λόγος που ανέφερα όλα αυτά πιο πάνω είναι για να καταλάβει κάποιος πόσο δύσκολη είναι μία επέμβαση στη λειτουργία των γονιδίων. 
Κι όμως οι ερευνητές δεν παραιτούνται από την προσπάθεια να επέμβουν σε αυτά για την δημιουργία φαρμάκων. 
Οι λόγοι είναι πολλοί. Ανάμεσά τους οι πιο σοβαροί, κατά την άποψή μου, είναι τα χρήματα και η δόξα.
Το λέω αυτό με λύπη, γιατί είναι πια γνωστό πως η λειτουργία των γονιδίων εξαρτάται από το περιβάλλον των κυττάρων. 
Στο μεσοκυττάριο υγρό, το υγρό δηλαδή που υπάρχει ανάμεσα στα κύτταρά μας, φτάνουν όλες οι ουσίες που υπάρχουν και κυκλοφορούν στο αίμα μας. 
Ορμόνες και νευροπεπτίδια που δημιουργούνται από τα συναισθήματά μας, καθώς και ουσίες που έχουν μπει στο σώμα μας από το περιβάλλον, μέσα από το αναπνευστικό, το δέρμα και το πεπτικό μας σύστημα.
Τα κύτταρά μας δηλαδή κολυμπούν σε ένα υγρό, η σύστασή του οποίου εξαρτάται από τον τρόπο ζωής και σκέψης μας… 
Και με βάση την ποιότητα αυτού του υγρού, τα γονίδια που βρίσκονται καλά ασφαλισμένα μέσα στον πυρήνα των κυττάρων μας αλλάζουν τις εντολές τους προς τα κύτταρα, ώστε αυτά να προσαρμόσουν την λειτουργία τους  στις ανάγκες του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν.
Το περιβάλλον λοιπόν των κυττάρων, (ο τρόπος ζωής και σκέψης μας δηλαδή) επηρεάζει τις εντολές που τα γονίδια δίνουν στα κύτταρα. 
Η επίδραση αυτή στα γονίδια μεταφέρεται και στους απογόνους, όπως έχει διαπιστωθεί. 
Έτσι παιδιά μπορεί να έχουν κληρονομήσει γονίδια των οποίων η λειτουργία έχει πολύ επηρεαστεί από τον τρόπο ζωής και σκέψης της μητέρας και του πατέρα τους (ή του παππού και της γιαγιάς τους...) και μπορεί να τα οδηγήσει σε ασθένεια. 
Αν, όμως, ο δικός τους τρόπος σκέψης και ζωής είναι διαφορετικός και πολύ σωστότερος από αυτόν των γονέων τους, τα γονίδια αυτά μπορούν να αλλάξουν και πάλι λειτουργία και τα άτομα αυτά να ζήσουν μία φυσιολογική ζωή δίχως ασθένεια.
Αν αντίθετα τα παιδιά αυτά ζουν σε συνθήκες με έντονο στρες, οι ορμόνες του στρες επιδρώντας στα γονίδια με την ήδη διαταραγμένη λειτουργία θα οδηγήσουν τα παιδιά αυτά σύντομα σε ασθένεια. 
Δεν είναι, όπως καταλαβαίνετε, τυχαία η αύξηση της εμφάνισης καρκίνων στα παιδιά που βλέπουμε στην εποχή μας, η αύξηση του αυτισμού, της διάσπασης προσοχής και όλων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν από νωρίς τα παιδιά.  
Κατά την άποψή μου, δηλαδή, ο καλύτερος τρόπος για την βελτίωση της λειτουργίας των γονιδίων είναι η από πολύ νωρίς εκπαίδευση των παιδιών στη συναισθηματική νοημοσύνη και τον σωστό τρόπο ζωής. 
Τα κληρονομημένα γονίδια θα βελτιώνουν τη λειτουργία τους με αυτόν τον τρόπο, τα άτομα θα γίνονται όλο και πιο ανθεκτικά στα νοσήματα και οι κληρονόμοι τους ακόμη πιο ανθεκτικοί…
Ένα τέτοιο πρόγραμμα όμως, δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από κανέναν, αφού δεν οδηγεί σε άμεσο οικονομικό όφελος, εκτός από την αποσυμφόρηση των κρατικών συστημάτων υγείας… 
Αντίθετα βλάπτει οικονομικά πολλούς (φαρμακευτικές εταιρείες, γιατρούς, ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα, ερευνητικά κέντρα κ.λπ). 
Το να πιστεύει επομένως κάποιος πως κάτι τέτοιο μπορεί να εφαρμοστεί στην εποχή μας είναι μάλλον ΟΥΤΟΠΙΑ…
Η υγεία θα συνεχίσει να μένει στα χέρια των φαρμακευτικών εταιρειών, δυστυχώς, και αυτές θα προσπαθούν όλο και περισσότερο να αντιμετωπίζουν τον ανθρώπινο οργανισμό σαν μία μηχανή στην οποία μπορεί κάποιος να αλλάζει τη λειτουργία διαφόρων μερών της σύμφωνα με την δική του ανθρώπινη αντίληψη…
Η τόσο υλιστική αντιμετώπιση της ζωής όμως, δεν είναι συμβατή με την ανθρώπινη υπόσταση. 

Μένει να δούμε, επομένως, πού θα οδηγήσει την ανθρωπότητα η λεγόμενη «πρόοδος της επιστήμης»…
Αιτία για τις πιο πάνω σκέψεις, ήταν μία πρόσφατη έρευνα που διάβασα.
Σε αυτήν ερευνητές χρησιμοποιώντας την τεχνολογία που υπάρχει στα εμ-βόλια της εποχής για τα οποία γίνεται τόσος θόρυβος, προσπάθησαν να κάνουν ένα γονίδιο να σιωπήσει, ώστε να επιμηκυνθεί η ζωή των ατόμων που το είχαν κληρονομήσει από τους γονείς τους και τους δημιουργούσε θανατηφόρο νόσο με τη λειτουργία του. 
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature πριν λίγες ημέρες.
Καταλαβαίνετε τι σημαίνει μία τέτοια επιτυχία για τις φαρμακευτικές εταιρείες… 
Καταλαβαίνετε και πόση ανάγκη έχουν αυτές από ανθρώπινα πειραματόζωα για να μελετήσουν τις επιπτώσεις των τεχνικών που εφαρμόζουν στον ανθρώπινο οργανισμό…
Μια «επιδημία» σαν αυτή που ζούμε στην εποχή μας, είναι λοιπόν γι αυτές μία πηγή ανθρώπινων πειραματόζωων για τον έλεγχο των δοκιμών τους… 
Την πληρωμή σε χρήμα των συμμετεχόντων δεν πιστεύω πως την έχουν γλυτώσει, βέβαια... Τα χρήματα όμως έχουν πάει αλλού, και όχι άμεσα σ΄ αυτούς που συμμετέχουν στο πείραμα, δυστυχώς...
Δεν ξέρω αν η διαίσθησή μου με απατά. 
Αλλά δεν ξέρω πραγματικά και τι είναι καλύτερο για τον κόσμο: να είναι αληθινή η διαίσθησή μου, πως όλο αυτό που ζούμε αυτόν τον καιρό είναι ένα καλοστημένο βρώμικο παιχνίδι, ή να κάνω λάθος και να πρόκειται για μία θανατηφόρα επιδημία;;;;;
Με αγάπη - dr. Ελένη τσουκαλή - https://lenahealth.blogspot.com/2021/07/blog-post_6.html

Η Naomi Klein, ο Πινοσέτ και τα παιδιά από το Σικάγο

Το πραξικόπημα στη Χιλή το Σεπτέμβριο του 1973, όπως και όλα τα πραξικοπήματα, δεν θα μπορούσε να οργανωθεί από τη μια μέρα στην άλλη. 
Στηρίχτηκε σε δομές που λειτουργούσαν για λογαριασμό του χρόνια πριν και καλλιεργούνταν με τις ευλογίες της CIA. 
Η Ναόμι Κλάιν/Naomi Klein στο βιβλίο της «Το Δόγμα του Σοκ» εξηγεί : 
«Στα χρόνια που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος εκπαιδευτές από τις ΗΠΑ, πολλοί από τους οποίους ανήκαν στη CIA, είχαν φροντίσει να εμπνεύσουν παράφορο αντικομουνιστικό μένος στους στρατιωτικούς της Χιλής, πείθοντάς τους ότι οι σοσιαλιστές ήταν ντε φάκτο Ρώσοι κατάσκοποι, μια ξένη εχθρική δύναμη στους κόλπους της χιλιανής κοινωνίας, ένας αυτόχθων “εσωτερικός εχθρός”». (σελ. 108).
Από την άλλη, η σοσιαλιστικού προσανατολισμού πολιτική του προέδρου Αλιέντε δυσαρεστούσε και τους μεγάλους επιχειρηματικούς κύκλους της χώρας: 
«Το Σεπτέμβριο του 1971, με τη συμπλήρωση ενός έτους θητείας του Αλιέντε/Salvador Allende, οι κορυφαίοι επιχειρηματίες της Χιλής συναντήθηκαν επειγόντως στην παραθαλάσσια πόλη Βίνια δεν Μαρ προκειμένου να χαράξουν μια συνεκτική στρατηγική για την αλλαγή του καθεστώτος. Σύμφωνα με τον Ορλάντο Σάενς, πρόεδρο της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών (που τη χρηματοδοτούσαν γενναιόδωρα η CIA και πολλές από τις ξένες πολυεθνικές που επεξεργάζονταν τα δικά τους συνωμοτικά σχέδια στην Ουάσινγκτον), στη συνάντηση αποφασίστηκε ότι “η κυβέρνηση του Αλιέντε/Salvador Allende δε συνάδει με την ελευθερία στη Χιλή και με την ύπαρξη των ιδιωτικών επιχειρήσεων, και ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί το τέλος είναι η ανατροπή της κυβέρνησης”». (σελ. 102 – 103).
Το μόνο που απέμενε ήταν η συνεργασία στρατού και επιχειρηματιών να αναλάβει ενεργό δράση: 
«Οι επιχειρηματίες συγκροτήθηκαν σε μια “πολεμικά διαρθρωμένη οργάνωση”. Κάποιοι θα δρούσαν ως σύνδεσμοι με το στρατό, ενώ άλλοι, σύμφωνα με τον Σάενς, “θα προετοίμαζαν συγκεκριμένα προγράμματα που θα αντικαθιστούσαν τα κυβερνητικά και για τα οποία θα ενημερώνονταν συστηματικά οι ένοπλες δυνάμεις”». (σελ. 103).
Φυσικά, αυτή η σύμπλευση του στρατού με τους επιχειρηματίες για την «ελευθερία» δεν άφησε ασυγκίνητα τα παιδιά από το Σικάγο που έδρευαν στο Καθολικό Πανεπιστήμιο: 
«Το Καθολικό Πανεπιστήμιο, η “στέγη” των Παιδιών του Σικάγου, αποτέλεσε το επίκεντρο για τη δημιουργία αυτού που η CIA αποκαλούσε “κλίμα πραξικοπήματος”. 
Πολλοί φοιτητές έγιναν μέλη της φασιστικής οργάνωσης Πατρίδα και Ελευθερία (Patria y Libertad), παρελαύνοντας στους δρόμους με το βήμα της χήνας, μιμούμενοι απροκάλυπτα τη χιτλερική νεολαία». (σελ. 102).

Τα παιδιά από το Σικάγο στρατολογήθηκαν από τον Σάενς για να ετοιμάσουν το οικονομικό πρόγραμμα που θα ακολουθούταν μετά την ανατροπή του Αλιέντε: 
«Η ομάδα, με επικεφαλής τον απόφοιτο του Πανεπιστημίου του Σικάγου Σέρχιο δε Κάστρο και τον Σέρχιο Ουντουράγα, συνάδελφο του Σέρχιο δε Κάστρο στο Καθολικό Πανεπιστήμιο, πραγματοποιούσε μυστικές εβδομαδιαίες συνεδριάσεις στη διάρκεια των οποίων διατυπώνονταν λεπτομερείς προτάσεις για το πώς θα ανοικοδομούσαν τη χώρα βάσει των νεοφιλελεύθερων αρχών. 
Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη έρευνα της Γερουσίας των ΗΠΑ, “πάνω από 75%” της χρηματοδότησης αυτής της “αντιπολιτευτικής ερευνητικής οργάνωσης” προερχόταν απευθείας από τη CIA». (σελ. 103).
Τα πράγματα πλέον στη Χιλή είχαν μπει στην τελική τους ευθεία: 
«Για ένα διάστημα υπήρχαν δύο διακριτοί πόλοι στην προετοιμασία του πραξικοπήματος: Ο στρατός συνωμοτούσε για να εξοντωθούν ο Αλιέντε και οι υποστηρικτές του, ενώ οι οικονομολόγοι συνωμοτούσαν για να εξαλείψουν τις ιδέες τους». (σελ. 103). 
Αυτό που έμενε ήταν το μανιφέστο που θα πλαισίωνε και ιδεολογικά τους οικονομικούς χειρισμούς της χούντας. 
Τα παιδιά από το Σικάγο έπρεπε να αναλάβουν δράση αμέσως: 
«Καθώς το ρεύμα άρχισε να ευνοεί τη βίαιη λύση, ξεκίνησε ένας διάλογος ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, με τον Ρομπέρτο Κέλι, επιχειρηματία ο οποίος είχε σχέσεις με την εφημερίδα El Mercurio, που τη χρηματοδοτούσε η CIA, να ενεργεί ως ενδιάμεσος. 
Μέσω του Κέλι, τα Παιδιά του Σικάγου έστειλαν μια πεντασέλιδη σύνοψη του οικονομικού τους προγράμματος στο ναύαρχο που ήταν ο αρχηγός του ναυτικού. 
Το ναυτικό έδωσε τη συγκατάθεσή του και τα Παιδιά του Σικάγου άρχισαν να εργάζονται πυρετωδώς για να έχουν έτοιμο το πρόγραμμά τους όταν θα γινόταν το πραξικόπημα». (σελ. 103).
Το οικονομικό μανιφέστο της χούντας (δια χειρός παιδιών Σικάγο) ήταν η Βίβλος των ιδιωτικοποιήσεων: 
«Η έκτασης 500 σελίδων βίβλος τους, ένα λεπτομερές οικονομικό πρόγραμμα που θα καθοδηγούσε τη χούντα από τις πρώτες μέρες της, έγινε γνωστή στη Χιλή ως “το Τούβλο”. 
Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη επιτροπή της Γερουσίας των ΗΠΑ, “συνεργάτες της CIA είχαν αναμειχθεί στην επεξεργασία του αρχικού συνολικού οικονομικού σχεδίου, το οποίο θα χρησίμευε ως η βάση για τις πιο σημαντικές οικονομικές αποφάσεις της χούντας”. Οχτώ από τους δέκα συγγραφείς του “Τούβλου” είχαν σπουδάσει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου». (σελ. 103 – 104).
Η 11η Σεπτεμβρίου του 1973 θα είναι συνταρακτική για τους Χιλιανούς: 
«Ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοτσέτ και οι οπαδοί του αναφέρονταν συστηματικά στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 ως “πόλεμο” κι όχι ως “πραξικόπημα”. [… …] 
… ο Πινοτσέτ έλεγχε απόλυτα το στρατό, το ναυτικό, τους πεζοναύτες και την αστυνομία. 
Εξάλλου ο Πρόεδρος Αλιέντε είχε αρνηθεί να οργανώσει τους υποστηρικτές του σε ένοπλες ομάδες άμυνας, συνεπώς δε διέθετε δικό του στρατό. 
Η μοναδική εστία αντίστασης ήταν το Προεδρικό Μέγαρο (γνωστό ως Λα Μονέδα) και στέγες γειτονικών κτιρίων, καθώς ο Αλιέντε και ο στενός του κύκλος προσπαθούσαν θαρραλέα να υπερασπίσουν την έδρα της δημοκρατίας. 
Ήταν ένας άνισος αγώνας. 
Παρόλο που οι υποστηρικτές του Αλιέντε ήταν μόνο τριάντα έξι, ο στρατός εκτόξευσε εναντίον του μεγάρου είκοσι τέσσερις ρουκέτες». (σελ. 107 – 108).
Η επικράτηση της χούντας ήταν πια γεγονός: 
«Με τον Αλιέντε νεκρό, τους υπουργούς του υπό κράτηση και χωρίς εμφανή μαζική αντίσταση, η μεγάλη μάχη της χούντας είχε τελειώσει μέχρι τα μέσα του απογεύματος. [… … … …] 
Οι στρατηγοί γνώριζαν ότι, για να παραμείνουν στην εξουσία, έπρεπε να τρομοκρατήσουν τους Χιλιανούς… 
Τις επόμενες μέρες περίπου 13.500 πολίτες συνελήφθησαν, στοιβάχτηκαν σε φορτηγά και οδηγήθηκαν σε φυλακές, σύμφωνα με μια αποχαρακτηρισμένη αναφορά της CIA.
Χιλιάδες κατέληξαν στα δύο κυριότερα ποδοσφαιρικά γήπεδα του Σαντιάγο, το Στάδιο της Χιλής και το τεράστιο Εθνικό Στάδιο. 
Μέσα στο Εθνικό Στάδιο ο θάνατος αντικατέστησε το ποδόσφαιρο ως δημόσιο θέαμα. 
Κουκουλοφόροι καταδότες περιφέρονταν στις κερκίδες και υποδείκνυαν τους “υπονομευτές” στους στρατιώτες που τους συνόδευαν, οι οποίοι τους έσερναν στα αποδυτήρια και στα θεωρεία των επισήμων, που είχαν μετατραπεί σε αυτοσχέδιους θαλάμους βασανιστηρίων. 
Εκατοντάδες εκτελέστηκαν. 
Τα άψυχα σώματα εγκαταλείπονταν στα κράσπεδα μεγάλων αυτοκινητόδρομων ή κατέληγαν να επιπλέουν στα λασπωμένα κανάλια της πόλης». (σελ. 109).
Η χούντα του Πινοσέτ/Augusto Pinochet ήταν η καταστροφή της Χιλής: 
«Πολύ σύντομα ολόκληρη η χώρα είχε λάβει το μήνυμα: Η αντίσταση ισοδυναμούσε με θάνατο. 
Παρόλο που ο πόλεμος του Πινοτσέτ ήταν μονόπλευρος, οι επιπτώσεις του ήταν εξίσου σημαντικές με εκείνες ενός εμφυλίου πολέμου ή μιας ξένης εισβολής. 
Συνολικά, περισσότεροι από 3.200 άνθρωποι εξαφανίστηκαν ή εκτελέστηκαν, τουλάχιστον 80.000 φυλακίστηκαν και 200.000 εγκατέλειψαν τη χώρα για πολιτικούς λόγους». (σελ. 109).
Τα παιδιά από το Σικάγο όμως είχαν κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένα: 
«Για τα Παιδιά του Σικάγου, η 11η Σεπτεμβρίου ήταν μια μέρα πυρετώδους αναμονής και υψηλής αδρεναλίνης. 
Τις προηγούμενες μέρες ο Σέρχιο δε Κάστρο μιλούσε συνέχεια στο τηλέφωνο με το σύνδεσμό του στο ναυτικό, διαβάζοντάς του σελίδα προς σελίδα το τελευταίο τμήμα του “Τούβλου” για να πάρει την τελική έγκριση. 
Τη μέρα του πραξικοπήματος αρκετά από τα Παιδιά του Σικάγου είχαν στρατοπεδεύσει στο τυπογραφείο της δεξιάς εφημερίδας El Mercurio. 
Υπό τους ήχους πυροβολισμών στους δρόμους, προσπαθούσαν να τυπώσουν εγκαίρως το “Τούβλο”, ώστε να είναι έτοιμο από την πρώτη μέρα που η χούντα θα άρχιζε να ασκεί την εξουσία. 
Ο Αρτούρο Φοντέν, ένας από τους εκδότες της εφημερίδας, θυμάται ότι τα πιεστήρια “δούλευαν ασταμάτητα για να τυπώσουν αντίτυπα αυτού του πολυσέλιδου εγγράφου”. 
Και τα κατάφεραν – έστω και την τελευταία στιγμή. 
“Πριν από το μεσημέρι της Τετάρτης 12 Σεπτεμβρίου 1973 οι στρατηγοί των ενόπλων δυνάμεων που είχαν αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα είχαν το Σχέδιο στα γραφεία τους”». (σελ. 110).
Η Χιλή ήταν η μεγάλη ευκαιρία να εφαρμοστούν στην πράξη οι νεοφιλελεύθερες απόψεις του Φρίντμαν: 
«Οι προτάσεις στο τελικό κείμενο είχαν μια εντυπωσιακή ομοιότητα με εκείνες που υπάρχουν στο Capitalism and Freedom του Φρίντμαν: ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση και περικοπές κοινωνικών δαπανών – η αγία τριάδα της ελεύθερης αγοράς. [… … …] 
“Για εμάς, ήταν μια επανάσταση”, είχε δηλώσει ο Κριστιάν Λαρουλέτ, ένας από τους οικονομικούς συμβούλους του 
Πινοσέτ/Augusto Pinochet 
Πρόκειται για ένα δίκαιο χαρακτηρισμό. 
Η 11η Σεπτεμβρίου 1973 σηματοδότησε κάτι περισσότερο από το βίαιο τέλος της ειρηνικής σοσιαλιστικής επανάστασης του Αλιέντε: 
Ήταν η αρχή αυτού που το περιοδικό The Economist θα χαρακτήριζε αργότερα “αντεπανάσταση”, η πρώτη συγκεκριμένη νίκη στην εκστρατεία που διεξήγε η Σχολή του Σικάγου για να ακυρωθούν οι κατακτήσεις που είχαν επιτευχθεί χάρη στην οικονομική της ανάπτυξης και στον κεϊνσιανισμό». (σελ. 110).
Τα «μεγάλα πνεύματα» του νεοφιλελευθερισμού βρισκόταν σε πελάγη ευτυχίας: 
«Ο Χοσέ Πινιέρα, απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικών του Καθολικού Πανεπιστημίου και αυτοχαρακτηριζόμενος “Παιδί του Σικάγου”, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Χάρβαρντ όταν έγινε το πραξικόπημα. Μόλις έμαθε τα καλά νέα, επέστρεψε στην πατρίδα του “για να βοηθήσω να αναδυθεί μια νέα χώρα, αφοσιωμένη στο όραμα της ελευθερίας, μέσα από τις στάχτες της παλιάς”. 
Σύμφωνα με τον Πινιέρα, που έμελλε να γίνει υπουργός Εργασίας του Πινοτσέτ, επρόκειτο για “μια πραγματική επανάσταση, […] μια ριζική, ευρεία και αποφασιστική κίνηση προς την ελεύθερη αγορά”». (σελ. 111).
Φυσικά, τα παιδιά από το Σικάγο ήταν οι κύριοι σύμβουλοι του Πινοτσέτ: 
«… διόρισε αμέσως οικονομικούς συμβούλους του αρκετούς απόφοιτους του Σικάγου, συμπεριλαμβανομένου του Σέρχιο δε Κάστρο, ηγέτη των Παιδιών του Σικάγου και βασικού συγγραφέα του “Τούβλου”. 
Τους αποκαλούσε technos, δηλαδή “τεχνικούς”, κολακεύοντας έτσι τη ματαιοδοξία των Παιδιών του Σικάγου, που ισχυρίζονταν ότι η ανόρθωση μιας οικονομίας ήταν ζήτημα της επιστήμης και όχι υποκειμενικών ανθρώπινων επιλογών». (σελ. 112).
Ο Πινοσέτ, εντελώς άσχετος με την οικονομία, υιοθέτησε αμέσως τις νεοφιλελεύθερες απόψεις των Παιδιών: 
«Παρόλο που ο Πινοσέτ/Augusto Pinochet  γνώριζε ελάχιστα πράγματα για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια, οι technos μιλούσαν μια γλώσσα την οποία  καταλάβαινε. 
Για εκείνους, τα οικονομικά ισοδυναμούσαν με δυνάμεις της φύσης τις οποίες πρέπει να σεβόμαστε και να υπακούμε, επειδή “το να δρας ενάντια στη φύση είναι αντιπαραγωγικό και γεννά αυταπάτες”, όπως εξηγούσε ο Πινιέρα. 
Ο Πινοτσέτ συμφωνούσε: 
Οι άνθρωποι, έγραψε κάποτε, πρέπει να υπόκεινται σε δομές, επειδή “η φύση μάς δείχνει ότι μια βασική τάξη και ιεραρχία είναι αναγκαία”. 
Αυτός ο αμοιβαίος ισχυρισμός ότι δρούσαν σύμφωνα με ανώτερους φυσικούς νόμους αποτέλεσε τη βάση της συμμαχίας του Πινοσέτ/Augusto Pinochet  με τα Παιδιά του Σικάγου». (σελ. 112).
Η χούντα του Πινοσέτ ακολούθησε κατά γράμμα τις νεοφιλελεύθερες υποδείξεις: 
«Το πρώτο ενάμισι έτος ο Πινοσέτ/Augusto Pinochet  εφάρμοσε πιστά τους κανόνες της Σχολής του Σικάγου: 
Ιδιωτικοποίησε μερικές – αν και όχι όλες – από τις κρατικές επιχειρήσεις (συμπεριλαμβανομένων κάποιων τραπεζών), επέτρεψε νέες, υπερσύγχρονες μορφές χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, άνοιξε τα σύνορα για τις εισαγωγές, καταργώντας τους φραγμούς που επί πολλά χρόνια προστάτευαν τους Χιλιανούς βιομήχανους, και περιέκοψε τις δημόσιες δαπάνες κατά 10% – με εξαίρεση το στρατό, όπου σημειώθηκε μια σημαντική αύξηση. 
Επιπλέον κατάργησε τον έλεγχο των τιμών – μια ιδιαίτερα τολμηρή ενέργεια σε μια χώρα όπου για δεκαετίες ρυθμιζόταν από το κράτος το κόστος βασικών αγαθών, όπως το ψωμί και το λάδι». (σελ. 112 – 113).
Τα αποτελέσματα ήταν απολύτως χειροπιαστά: 
«Το 1974 ο πληθωρισμός άγγιξε το 335% – το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρο τον κόσμο, σχεδόν διπλάσιο από το υψηλότερο επίπεδο που είχε φτάσει ο Αλιέντε. 
Το κόστος βασικών αγαθών, όπως το ψωμί, εκτινάχθηκε στα ύψη. 
Ταυτόχρονα, χιλιάδες Χιλιανοί είχαν μείνει χωρίς δουλειά, καθώς οι πειραματισμοί του 
Πινοσέτ/Augusto Pinochet με το “ελεύθερο εμπόριο” είχαν ως αποτέλεσμα η χώρα να κατακλυστεί από φτηνά εισαγόμενα προϊόντα. 
Οι εγχώριες επιχειρήσεις έκλειναν, αδυνατώντας να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό, η ανεργία έφτασε σε επίπεδα – ρεκόρ, η πείνα αυξανόταν ανεξέλεγκτα». (σελ. 113).
Τα παιδιά από το Σικάγο όμως δεν αποδέχονταν καμία ευθύνη: 
«Ο Σέρχιο δε Κάστρο και τα υπόλοιπα παιδιά του Σικάγου ισχυρίζονταν (με τον τυπικό τρόπο της Σχολής του Σικάγου) ότι το πρόβλημα δεν εντοπιζόταν στη θεωρία τους, αλλά στο ότι αυτή δεν εφαρμοζόταν με την αναγκαία αυστηρότητα. 
Η οικονομία δεν είχε καταφέρει να αυτοδιορθωθεί και να επιστρέψει σε μια αρμονική ισορροπία επειδή εξακολουθούσαν να υπάρχουν “στρεβλώσεις” έπειτα από μισό αιώνα κρατικής παρέμβασης. 
Για να πετύχει το πείραμα, ο Πινοσέτ/Augusto Pinochet έπρεπε να διορθώσει αυτές τις στρεβλώσεις, πράγμα που σήμαινε περισσότερες περικοπές, περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, μεγαλύτερη ταχύτητα στην εφαρμογή τους». (σελ. 113).
Εντωμεταξύ, άρχισαν να δυσφορούν και οι μεγάλοι επιχειρηματίες, που στην αρχή έκαναν ό,τι μπορούσαν για να οργανωθεί το πραξικόπημα: 
«Στη διάρκεια αυτού του διαστήματος πολλοί από τους κορυφαίους επιχειρηματίες της χώρας αγανάκτησαν με το ριψοκίνδυνο εγχείρημα των Παιδιών του Σικάγου να επιβάλουν έναν ακραίο καπιταλισμό. 
Οι μόνοι που επωφελούνταν ήταν οι ξένες εταιρείες και μια μικρή κλίκα επενδυτών γνωστών ως “πιράνχας”, οι οποίοι αποκόμιζαν τεράστια χρηματικά ποσά κερδοσκοπώντας. 
Οι βιομήχανοι, που είχαν υποστηρίξει με θέρμη το πραξικόπημα, βρίσκονταν τώρα αντιμέτωποι με το φάσμα της καταστροφής. 
Ο Ορλάντο Σάενς, ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών, ο οποίος είχε μυήσει τα Παιδιά του Σικάγου στη συνωμοσία για το πραξικόπημα, περιέγραψε τα αποτελέσματα του πειράματος ως “μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στην οικονομική ιστορία μας”». (σελ. 113 – 114).
Το μεγάλο νεοφιλελεύθερο πείραμα κινδύνευε με φιάσκο. 
Τώρα πια ήταν η ώρα των μεγάλων σταρ: 
«Το Μάρτιο του 1975 ο Μίλτον Φρίντμαν και ο Άρνολντ Χάρμπεργκερ, προσκεκλημένοι μιας μεγάλης τράπεζας, πέταξαν στο Σαντιάγο για να βοηθήσουν να σωθεί το πείραμα. 
Ο ελεγχόμενος από τη χούντα Τύπος υποδέχτηκε τον Φρίντμαν σαν να ήταν κάποιος σταρ της ροκ, ο γκουρού της νέας τάξης πραγμάτων. 
Οι ομιλίες του γίνονταν πρωτοσέλιδα, οι ακαδημαϊκές του διαλέξεις μεταδίδονταν από τη δημόσια τηλεόραση και έγινε δεκτός από τον πιο σημαντικό άνθρωπο της χώρας: Συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον ίδιο το στρατηγό Πινοτσέτ». (σελ. 114).
Ο Φρίντμαν, υπερασπίζοντας βέβαια τα ιδανικά της "ελευθερίας" είχε την τιμή να συμβουλεύσει προσωπικά το δικτάτορα. 
Το κακό ήταν ότι ακόμη κι ο Πινοσέτ/Augusto Pinochet  δεν ήταν ιδιαίτερα αποφασιστικός στην εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων ιδεών του: 
«Μετά τη συνάντησή του με τον Πινοσέτ/Augusto Pinochet  ο Φρίντμαν κατέγραψε μερικά σχόλιά του, τα οποία θα δημοσιοποιούσε δεκαετίες μετά στα απομνημονεύματά του. 
Παρατηρούσε ότι ο στρατηγός “έβλεπε με συμπάθεια την ιδέα μιας θεραπείας σοκ, αλλά ήταν φανερό ότι τον στενοχωρούσε η πιθανή προσωρινή αύξηση της ανεργίας την οποία θα προκαλούσε”. [… … …] 
Ωστόσο συνέχισε να επιμένει, και σε μια επιστολή του μετά τη συνάντησή τους, αφού πρώτα εξύμνησε τις “εξαιρετικά σοφές” αποφάσεις του στρατηγού, παρότρυνε τον Πινοσέτ/Augusto Pinochet να περικόψει ακόμα περισσότερο τις δημόσιες δαπάνες, “κατά 25% μέσα στους επόμενους έξι μήνες […] σε όλους τους τομείς”, και παράλληλα να υιοθετήσει ένα πακέτο φιλικών προς τις επιχειρήσεις πολιτικών, που θα οδηγούσαν στο “απόλυτα ελεύθερο εμπόριο”». (σελ. 114 – 115).
Από κει και πέρα, όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχή για τη χιλιανή οικονομία: 
«Ο Milton Friedman προέβλεπε ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που θα απολύονταν από το δημόσιο τομέα θα έβρισκαν δουλειά στον ιδιωτικό, ο οποίος πολύ σύντομα θα ανθούσε χάρη στις προσπάθειες του Πινοτσέτ να καταργήσει “όσο το δυνατόν περισσότερους από τους φραγμούς που σήμερα παρεμποδίζουν τη λειτουργία της ιδιωτικής αγοράς”. 
Ο Φρίντμαν διαβεβαίωνε το στρατηγό ότι, αν ακολουθούσε τη συμβουλή του, θα πιστωνόταν ένα “οικονομικό θαύμα”: 
Θα μπορούσε να “βάλει τέλος στον πληθωρισμό μέσα σε μερικούς μήνες”, ενώ το πρόβλημα της ανεργίας θα ήταν εξίσου “σύντομο, διάρκειας μηνών, και η ανάκαμψη θα ήταν γρήγορη”». (σελ. 115).
Ο Πινοσέτ ακολούθησε τις οδηγίες του Milton Friedman.
Έδιωξε μάλιστα και τον υπουργό Οικονομικών που είχε κι έβαλε στη θέση του τον Σέρχιο δε Κάστρο, το καλύτερο παιδί από το Σικάγο. 
Αργότερα τον προβίβασε και σε υπουργό Οικονομίας. 
Φυσικά, όλα τα πόστα στελεχώθηκαν με ανθρώπους που επέλεγε ο δε Κάστρο. 
Τα παιδιά του Σικάγο βρίσκονταν στο απόγειο της δόξας. 
Όσο για τον Ορλάντο Σάενς, «που αντιδρούσε στις μαζικές απολύσεις και στο κλείσιμο των εργοστασίων, αντικαταστάθηκε από κάποιον που ήταν πιο δεκτικός στη θεραπεία – σοκ. “Αν υπάρχουν βιομήχανοι που διαμαρτύρονται, ας πάνε στο διάολο. 
Δε θα τους υπερασπιστώ”, ανακοίνωσε ο νέος πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών». (σελ. 115).
Τώρα πια δεν υπήρχε η ελάχιστη αντίσταση: 
«Απαλλαγμένοι από όσους πρόβαλλαν αντιρρήσεις, ο Πινοτσέτ και ο Σέρχιο δε Κάστρο άρχισαν να απογυμνώνουν το κράτος πρόνοιας για να φτάσουν στην αγνή καπιταλιστική ουτοπία τους. 
Το 1975 περιέκοψαν τις δημόσιες δαπάνες κατά 27%, και συνέχισαν τις περικοπές, με αποτέλεσμα το 1980 αυτές να είναι οι μισές από όσες ήταν επί Αλιέντε. 
Η υγεία και η εκπαίδευση δέχτηκαν τα ισχυρότερα πλήγματα. 
Ακόμα και ο Economist, ένα περιοδικό που εξυμνεί την ελεύθερη αγορά, έγραψε ότι ήταν “ένα όργιο αυτοακρωτηριασμού”. 
Ο Σέρχιο δε Κάστρο ιδιωτικοποίησε σχεδόν πεντακόσιες κρατικές εταιρείες και τράπεζες, στην ουσία χαρίζοντας μερικές από αυτές, καθώς το ζήτημα ήταν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα τη θέση που τους άρμοζε στην οικονομική τάξη πραγμάτων. 
Δεν έδειξε κανένα έλεος ούτε για τις εγχώρειες εταιρείες, καταργώντας ακόμα περισσότερους εμπορικούς φραγμούς, με συνέπεια να χαθούν 177.000 θέσεις εργασίας στη βιομηχανία μεταξύ 1973 και 1983. 
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η βιομηχανική παραγωγή ως ποσοστό της εθνικής οικονομίας είχε πέσει στα επίπεδα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου». (σελ. 115 – 116).
Η Naomi Klein θα καταθέσει κι άλλα στοιχεία: 
«Το πρώτο έτος της εφαρμογής της θεραπείας – σοκ η οικονομία της Χιλής συρρικνώθηκε κατά 15% και η ανεργία, που έφτανε μόνο στο 3% επί Αλιέντε, άγγιξε το 20%, ένα πρωτοφανές ποσοστό για τη Χιλή. 
Η “θεραπευτική αγωγή” προκάλεσε σπασμούς στη χώρα. 
Και, σε αντίθεση με τις αισιόδοξες προβλέψεις του Φρίντμαν, η κρίση της ανεργίας κράτησε χρόνια και όχι μήνες». (σελ. 117). 
Ο κόσμος έφτασε σε κατάσταση εξαθλίωσης: 
«Περίπου το 74% του μισθού διοχετευόταν μόνο στην αγορά ψωμιού, με συνέπεια οι οικογένειες να περικόπτουν “πολυτέλειες” όπως το γάλα και τα εισιτήρια των αστικών λεωφορείων για να πηγαίνουν στη δουλειά τους. 
Κι όλα αυτά ενώ την περίοδο της διακυβέρνησης του Αλιέντε το ψωμί, το γάλα και τα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών αντιστοιχούσαν στο 17% του μισθού ενός δημοσίου υπαλλήλου. 
Επιπλέον, πολλά παιδιά δεν είχαν πια τη δυνατότητα να πίνουν γάλα στο σχολείο, καθώς μια από τις πρώτες ενέργειες της χούντας ήταν να καταργήσει το πρόγραμμα διανομής γάλακτος στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. 
Αυτό σε συνδυασμό με την οικογενειακή οικονομική ανέχεια είχε ως αποτέλεσμα ολοένα και περισσότερα παιδιά να λιποθυμούν στις τάξεις, ενώ πολλά σταμάτησαν να πηγαίνουν στο σχολείο». (σελ. 118).
Παρόλα αυτά, η χούντα συνέχιζε να εφαρμόζει τις οικονομικές επιταγές της "ελευθερίας" του Φρίντμαν: 
«Απτόητη, η οικονομική ομάδα του Πινοσέτ/Augusto Pinochet προχώρησε σε ακόμη περισσότερους πειραματισμούς, εφαρμόζοντας τις πιο τολμηρές πολιτικές του Φρίντμαν: 
Το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από κουπόνια φοίτησης σε ιδιωτικά ιδρύματα και από επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη παρεχόταν επί πληρωμή, τα νηπιαγωγεία και τα νεκροταφεία ιδιωτικοποιήθηκαν.
 Η πιο ακραία ενέργεια από όλες ήταν η ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. 
Ο Χοσέ Πινιέρα, που εισήγαγε το πρόγραμμα, έχει δηλώσει ότι εμπνεύστηκε την ιδέα διαβάζοντας το Capitalism and Freedom». (σελ. 118 – 119).
Η Naomi Klein θα κάνει μια αναφορά στον Andre-Gunder Frank, μαθητή του Φρίντμαν που διαφώνησε κι έγινε οικονομικός σύμβουλος του Αλιέντε, θέτοντας το ζήτημα στην ορθή του βάση.
 «… υπήρχε άμεση σχέση ανάμεσα στις βάναυσες οικονομικές πολιτικές που είχαν επιβάλλει οι πρώην συμφοιτητές του και στη βία που είχε εξαπολύσει ο Πινοτσέτ. 
Οι συνταγές του Φρίντμαν ήταν τόσο στραγγαλιστικές, ώστε ο αποστάτης του Σικάγου να γράψει πως δεν μπορούσαν “να υλοποιηθούν ή να επιβληθούν χωρίς τα δύο στοιχεία στα οποία βασίζονταν: τη στρατιωτική ισχύ και την πολιτική τρομοκρατία”». (σελ. 118).
Κι αυτός ακριβώς είναι ο πυρήνας της "ελευθερίας" του Φρίντμαν: 
η τρομοκρατία που θα αναγκάσει τον κόσμο να αποδεχτεί την ισχύ της. 
Και δε χρειάζεται κατ’ ανάγκη να καταφύγει κανείς στον Πινοσέτ/Augusto Pinochet  
Ο οικονομικός εκβιασμός, η απειλή της χρεοκοπίας, η διαφθορά και η αδιαφάνεια των πολιτικών αποφάσεων μπορούν να παίξουν τον ίδιο ρόλο επίσης αποτελεσματικά. 
Το θέμα είναι να βρεθεί ο τρόπος, ώστε να αποδεχτεί ο λαός τη νέα τάξη πραγμάτων. 
Το σίγουρο είναι ότι η αγάπη του Φρίντμαν για την "ελευθερία" δεν έδειξε να ενοχλείται από τις μεθόδους του Πινοσέτ/Augusto Pinochet 
«Ο Φρίντμαν επικροτούσε. 
Όταν ρωτήθηκε από ένα δημοσιογράφο “αν το κοινωνικό κόστος αυτών των πολιτικών θα είναι υπερβολικό”, απάντησε: “Ανόητη ερώτηση”. 
Σε έναν άλλο δημοσιογράφο είπε: “Η μοναδική μου ανησυχία είναι αν θα επιμείνουν για όσο χρόνο και όσο σκληρά απαιτείται”». (σελ. 117).
Τελικά, «το 1982, παρά την αυστηρή προσήλωση στο δόγμα του Σικάγου, η οικονομία της Χιλής κατέρρευσε: 
Το χρέος της πήρε εκρηκτικές διαστάσεις, η χώρα βρέθηκε για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με τον υπερπληθωρισμό και η ανεργία έφτασε στο 30% – ποσοστό δεκαπλάσιο από ό,τι επί Αλιέντε. 
Η βασική αιτία ήταν ότι τα “πιράνχας”, οι ιδιοκτήτες χρηματοοικονομικών εταιρειών τύπου Enron στις οποίες τα Παιδιά του Σικάγου είχαν επιτρέψει να δρουν ανεξέλεγκτα, είχαν αγοράσει τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας με δανεικά χρήματα, δημιουργώντας ένα τεράστιο χρέος 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων». (σελ. 120).
Το νεοφιλελεύθερο δόγμα οδήγησε τη Χιλή σε αδιέξοδο αποδεικνύοντας ότι δεν έχει καμία σχέση ούτε με την ανάπτυξη του κράτους ούτε με τις επενδύσεις ούτε με την ευημερία των πολιτών, αλλά με τις αρπακτικές διαθέσεις μιας ελάχιστης ελίτ, που απομυζεί τον εθνικό πλούτο: 
«Ο πόλεμος αυτός (που πολλοί Χιλιανοί δικαιολογημένα τον αντιμετωπίζουν ως έναν πόλεμο των πλουσίων εναντίον των φτωχών και της μεσαίας τάξης) είναι η πραγματική ιστορία του οικονομικού “θαύματος” της Χιλής. 
Μέχρι το 1988, όταν η οικονομία σταθεροποιήθηκε και άρχισε να μεγεθύνεται με γρήγορους ρυθμούς, το 45% του πληθυσμού ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας. 
Ωστόσο τα εισοδήματα όσων ανήκαν στο πλουσιότερο 10% των Χιλιανών είχαν αυξηθεί κατά 83%. 
Ακόμα και εν έτει 2007 η Χιλή παρέμεινε μια από τις κοινωνίες με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο (από τις 123 χώρες στις οποίες καταγράφουν στοιχεία για την ανισότητα στα Ηνωμένα Έθνη η Χιλή ήταν στην 116η θέση, δηλαδή όγδοη στην κατάταξη από άποψη ανισοτήτων)». (σελ. 121).
Το πώς κατάφερε ο Πινοσέτ να επαναφέρει την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης πετυχαίνοντας το «οικονομικό θαύμα» της Λατινικής Αμερικής δεν έχει καμία σχέση με τις «φυσικές δυνάμεις» του νεοφιλελεύθερου δόγματος: 
«Η κατάσταση ήταν τόσο ασταθής, ώστε ο Πινοσέτ/Augusto Pinochet υποχρεώθηκε να κάνει ό,τι ακριβώς είχε κάνει και ο Αλιέντε: να εθνικοποιήσει αυτές τις εταιρείες. 
Καθώς η οικονομία βρισκόταν στο χείλος της καταστροφής, σχεδόν όλα τα Παιδιά του Σικάγου έχασαν τα κυβερνητικά τους αξιώματα, συμπεριλαμβανομένου του Σέρχιο δε Κάστρο. 
Πολλοί άλλοι απόφοιτοι του Σικάγου κατείχαν σημαντικές θέσεις στις χρηματοοικονομικές εταιρείες των “πιράνχας” και τέθηκαν στο μικροσκόπιο προανακριτικών ερευνών για απάτη, με συνέπεια να πέσει το προσεκτικά φιλοτεχνημένο προσωπείο της επιστημονικής ουδετερότητας, που διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο στην ταυτότητα των Παιδιών του Σικάγου». (σελ. 120).
Και η Naomi Klein θα συμπληρώσει: 
«Το μόνο πράγμα που έσωσε τη Χιλή από την ολοκληρωτική οικονομική κατάρρευση στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν το γεγονός ότι ο Πινοσέτ/Augusto Pinochet δεν είχε ιδιωτικοποιήσει την Codelco, την κρατική εταιρεία εξόρυξης χαλκού, την οποία είχε εθνικοποιήσει ο Αλιέντε. 
Το 85% των εσόδων από τις εξαγωγές της Χιλής προερχόταν από αυτή την εταιρεία, κάτι που σήμαινε ότι, όταν έσκασε η χρηματοοικονομική “φούσκα”, το κράτος εξακολουθούσε να έχει μια σταθερή πηγή κεφαλαίων». (σελ. 120).
Κι αν κάποιος αναρωτιέται τι θα μπορούσαν να λένε οι υποστηρικτές του νεοφιλελεύθερου δόγματος μετά τη Χιλή, η Naomi Klein θα δώσει μια μικρή γεύση: 
«Ακόμα και τρεις δεκαετίες μετά, οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς εξακολουθούν να θεωρούν τη Χιλή απόδειξη ότι ο φριντμανισμός λειτουργεί. 
Όταν το Δεκέμβριο του 2006 πέθανε ο 
Πινοσέτ/Augusto Pinochet, ένα μήνα μετά το Φρίντμαν, οι  New York Times τον εκθείασαν επειδή “είχε μεταμορφώσει μια χρεοκοπημένη οικονομία στην πιο ευημερούσα της Λατινικής Αμερικής”, ενώ το κύριο άρθρο της Washington Post ανέφερε ότι “εισήγαγε τις πολιτικές της ελεύθερης αγοράς που δημιούργησαν το οικονομικό θαύμα της Χιλής”. 
Ωστόσο τα δεδομένα πίσω από το “θαύμα της Χιλής” εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έντονων συζητήσεων». (σελ. 119 – 120).
Κλασικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας αποτελεί η στάση του, δήθεν μετριοπαθούς, Niall Ferguson στο βιβλίο του «Η εξέλιξη του χρήματος». 
Στο ζήτημα της ιδιωτικοποίησης της ασφάλισης των εργαζομένων από τον Πινιέρα γράφει: 
«Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν ενθουσιώδης.
Ως το 1990 πάνω από το 70% των εργαζομένων είχε πραγματοποιήσει τη μεταστροφή προς το ιδιωτικό σύστημα. 
Ο καθένας έπαιρνε ένα αστραφτερό ολοκαίνουριο βιβλιάριο μέσα στο οποίο καταχωρούνταν οι εισφορές και οι αποδόσεις της επένδυσης. 
Ως το τέλος του 2006 περίπου 7,7 εκατομμύρια Χιλιανοί είχαν Προσωπικό Συνταξιοδοτικό Λογαριασμό· 2,7 εκατομμύρια είχαν επίσης κάλυψη από ιδιωτικούς υγειονομικούς φορείς, υπό το επονομαζόμενο “ σύστημα ISARPE”, το οποίο έδινε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να αποσυρθούν από το σύστημα κρατικής υγειονομικής ασφάλισης υπέρ ενός ιδιωτικού παρόχου. 
Μπορεί να μην ακούγεται έτσι, όμως, μαζί με τις υπόλοιπες μεταρρυθμίσεις που εμπνεύστηκαν οι άνθρωποι από το Σικάγο και τέθηκαν σε εφαρμογή επί Πινοσέτ, αυτό αντιπροσώπευσε μια τόσο μεγάλη επανάσταση, που δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα από όσα είχε σχεδιάσει ο μαρξιστής Αλιέντε χρόνια πριν, το 1973». (Β΄ τόμος, σελ. 57).
Το ότι τελικά ο Πινοσέτ απομάκρυνε τα Παιδιά από το Σικάγο και προχώρησε σε εθνικοποιήσεις δεν απασχόλησε τον Ferguson. 
Ούτε οι χαοτικές ταξικές διαφορές που δημιουργήθηκαν φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. 
Το μόνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι η υποστήριξη της γραμμής Φρίντμαν. Εξάλλου, κατά τον Ferguson πάντα, και για την δωδεκαετή παταγώδη αποτυχία του μοντέλου δεν ευθύνονταν οι θεωρίες από το Σικάγο: 
«… η μεταρρύθμιση έπρεπε να εισαχθεί σε κάποια περίοδο ακραίας οικονομικής αστάθειας, η οποία ήταν αποτέλεσμα της κοντόφθαλμης απόφασης να προσδεθεί το χιλιανό νόμισμα στο δολάριο, το 1979, τότε που φαινόταν πως ο δράκος του πληθωρισμού είχε σκοτωθεί. 
Όταν λίγο μετά, τα επιτόκια των ΗΠΑ αυξήθηκαν, η αποπληθωριστική πίεση βούτηξε τη Χιλή σε μια ύφεση που απειλούσε να εκτροχιάσει εντελώς την ταχεία Σικάγο – Χάρβαρντ. 
Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 13% το 1982, δικαιώνοντας φαινομενικά τους κριτικούς της αριστερής πτέρυγας για τη “θεραπεία-σοκ” του Φρίντμαν. 
Μόνο προς τα τέλη του 1985 έγινε σαφές ότι η μεταρρύθμιση ήταν επιτυχής: οι μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική πρόνοια ήταν εξολοκλήρου υπεύθυνες για το 50% της μείωσης των συνολικών κρατικών δαπανών, από 34% του ΑΕΠ, σε 22%». (Β΄ τόμος, σελ. 57 – 58).
Το ότι ακόμη και η αποτυχημένη σύνδεση του χιλιανού νομίσματος με το δολάριο ήταν επιλογή της χούντας δε χρειάζεται να τονιστεί, αφού ήταν ο «δράκος του πληθωρισμού» που έφερε την ευθύνη. 
Το γιατί πέρασαν τόσα χρόνια οικονομικής καταστροφής, ενώ ο Φρίνταμν υποσχόταν μερικούς μήνες, επίσης δε διευκρινίζεται.
 Όπως και το γιατί ο Πινοσέτ προχώρησε σε εθνικοποιήσεις προκειμένου να σώσει την κατάσταση. 
Η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα δε χρειάζεται να διευκρινίσει. 
Λίγη θολούρα οικονομικής ορολογίας είναι απολύτως αρκετή. 
Ο Ferguson, καθηγητής του Χάρβαρντ, δε θα αλλάξει τη συνταγή.

Αυτό που πραγματικά εκπλήσσει όμως, είναι ότι επιχειρεί να παρουσιάσει τον Πινοσέτ ως προστάτη της δημοκρατίας, υποδηλώνοντας ότι τα Παιδιά από το Σικάγο άξιζε να ασχοληθούν μαζί του: 
«Άξιζε τον κόπο; 
Άξιζε το τεράστιο ηθικό στοίχημα που έβαλαν τα παιδιά από το Σικάγο και το Χάρβαρντ, να ανακατευτούν σε τέτοιες δουλειές με ένα δολοφόνο, βασανιστή στρατιωτικό δικτάτορα; 
Η απάντηση εξαρτάται από το αν νομίζετε ή όχι ότι αυτές οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν στην προλείανση του εδάφους για την επιστροφή σε ένα σταθερό δημοκρατικό πολίτευμα στη Χιλή. 
Το 1980, μόλις επτά χρόνια μετά το πραξικόπημα, ο Πινοσέτ αναγνώρισε ένα νέο σύνταγμα το οποίο υπαγόρευε μια δεκαετή σταδιακή μετάβαση στο παλιό δημοκρατικό καθεστώς. 
Το 1990, έχοντας αποτύχει σε δημοψήφισμα σχετικά με την ηγεσία του, παραιτήθηκε από την προεδρία, αν και παρέμεινε επικεφαλής του στρατού για οκτώ επιπλέον έτη. 
Η δημοκρατία είχε αποκατασταθεί και από εκείνη τη στιγμή το οικονομικό θαύμα βρισκόταν σε εξέλιξη, βοηθώντας να διασφαλιστεί η επιβίωσή της». (σελ. 58).
Με άλλα λόγια, υιοθετείται πλήρως η χουντική προπαγάνδα που έχει να κάνει με την εξυγίανση του τόπου. 
Η «διασφάλιση της επιβίωσης» της δημοκρατίας αφορούσε το δικτάτορα Πινοσέτ κι όχι τον δημοκρατικά εκλεγμένο Αλιέντε. 
Και βέβαια άξιζε τα Παιδιά από το Σικάγο να τον στηρίξουν. 
Τίποτε δε θα μπορούσε να σταματήσει «το ρεύμα των λαμπρών νέων Χιλιανών οικονομολόγων» (Β΄ τόμος, σελ. 54), όπως αποκαλεί ο Ferguson τους φοιτητές της Χιλής, που υποστήριζαν το δόγμα Φρίντμαν και περπατούσαν φασιστικά για να δείξουν την υποστήριξή τους στη χούντα – γεγονός που αποφεύγει να αναφέρει.
Από την πλευρά του ο Νόαμ Τσόμσκι στο βιβλίο «Ισχύει ό,τι πούμε εμείς» θα σημειώσει την περίπτωση των Times, που θα παίξουν με τη σειρά τους το ρόλο του αβανταδόρου της χούντας: 
«Το άρθρο των Times αποφαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι μπορεί ο Πινοσέτ να μην ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος, αλλά άφησε πίσω του μια καταπληκτικά ακμάζουσα οικονομία, με την καθοδήγηση των “Παιδιών από το Σικάγο”». (σελ. 90). Και θα συμπληρώσει: 
«Η αλήθεια όμως, και οι Times το ξέρουν […] είναι ότι τα “Παιδιά από το Σικάγο” όχι μόνο βασίστηκαν στον τρόμο για να διευθύνουν την οικονομία, αλλά επιπλέον προκάλεσαν και ύφεση στη χώρα, τη χειρότερη ίσως στην ιστορία της. 
Το 1982 χρειάστηκε παρέμβαση του κράτους για να μην καταρρεύσει ο ιδιωτικός τομέας. 
Η περίοδος Πινοσέτ συνολικά ήταν ολέθρια». (σελ. 90).
Και προκειμένου να γίνουν τα πράγματα απολύτως κατανοητά ο Τσόμσκι προβαίνει σε μια υποθετική αντιστροφή αντιπαραβάλλοντας την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 με την 11η Σεπτεμβρίου των Δίδυμων Πύργων: 
«Για να καταλάβεις καλύτερα τι συνέβη τότε, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στη δική μας 11η Σεπτεμβρίου. 
Ας φανταστούμε ότι τα γεγονότα ήταν στην ίδια κλίμακα με αυτά που συνέβησαν στη Χιλή το 1973, στα οποία παίξαμε οργανικό ρόλο. 
Για να δεις ρεαλιστικά τις ομοιότητες, πρέπει να κάνεις αναγωγή στο συνολικό πληθυσμό, επειδή οι ΗΠΑ είναι πολύ μεγαλύτερη χώρα. 
Θα έπρεπε, λοιπόν, να φανταστείς, ότι στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 η Αλ Κάιντα βομβάρδισε το Λευκό Οίκο, σκότωσε τον πρόεδρο, προκάλεσε στρατιωτικό πραξικόπημα, δολοφόνησε 50.000 έως 100.000 πολίτες, βασάνισε 700.000, και εδραίωσε στην Ουάσινγκτον ένα κέντρο τρομοκρατίας, το οποίο θα υποκινούσε ή θα στήριζε παρόμοια στρατιωτικά πραξικοπήματα σε κάθε γωνιά του ημισφαιρίου και θα δολοφονούσε όποιον ήθελε, σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. 
Φαντάσου, ακόμη, ότι έφερε ένα σωρό οικονομολόγους – ας τους ονομάσουμε “τα Παιδιά από το Κανταχάρ” – οι οποίοι γκρέμισαν την οικονομία, δοξάστηκαν και μετά γύρισαν πίσω και πήραν βραβεία Νόμπελ. 
Ας υποθέσουμε ότι όλα αυτά είχαν συμβεί. 
Θα είχαν αλλάξει τον κόσμο; 
Όλοι λένε ότι η δική μας 11η Σεπτεμβρίου άλλαξε τον κόσμο. 
Δεν είναι υποθέσεις, όμως. 
Αυτά συνέβησαν στις 11 Σεπτεμβρίου 1973». (σελ. 90 – 91).
Ναόμι Κλάιν: «Το Δόγμα του Σοκ, η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής», εκδόσεις Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2010.
Νόαμ Τσόμσκι: «Ισχύει ό,τι πούμε εμείς, για την εξουσία των ΗΠΑ σ’ έναν κόσμο που αλλάζει», εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2008.
Niall Ferguson: «Η Εξέλιξη του Χρήματος, μια οικονομική ιστορία του κόσμου», Β΄ τόμος, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, για λογαριασμό της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», Αθήνα. 
*photo: Το προεδρικό μέγαρο λίγο μετά τον βομβαρδισμό από τον δικτάτορα Πινοσέτ(11/9/2073)