Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Μαθαίνω: Ξινά ξίδια και οξείδια

Ο τίτλος του σημερινού μας άρθρου θα μπορούσε να είναι και διλημματικός:
Ξίδι ή ξύδι, πώς το γράφετε εσείς;
Πριν από ένα μήνα περίπου είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο με έναν παρόμοιο διλημματικό τίτλο:
Τρένο ή τραίνο: Πώς το γράφετε εσείς;
Τότε λοιπόν, κάποιος φίλος στο Τουίτερ σχολίασε την ορθογραφία της λέξης «ξίδι/ξύδι» -και υποσχέθηκα να γράψω κάτι. 
Ε, σήμερα έρχεται η ώρα να εκπληρώσω την υπόσχεση.
Να πούμε εδωπέρα ότι το άρθρο θα εστιαστεί κυρίως στα ορθογραφικά του ξιδιού -όχι στα πλουσιότατα λεξιλογικά, παροιμιολογικά και φρασεολογικά του, που εδώ θα τα αναφέρω παρεμπιπτόντως και ακροθιγώς, επιφυλασσόμενος για άλλο, ειδικό άρθρο.
Το αστείο είναι ότι πριν από τρία χρόνια είχα αναφερθεί σε μερικές λέξεις οι οποίες στη μεν επίσημη ορθογραφία γράφονται με γιώτα, το ίδιο και σε όλα τα λεξικά, αλλά συχνά τις βρίσκει κανείς γραμμένες με ύψιλον και μάλιστα σε ορισμένες η γραφή με υ επικρατεί στη συχνότητα. 
Ήταν οι λέξεις: μπίρα, φιστίκι, ρεβίθι, σινάφι, σιντριβάνι. 
Στο άρθρο λοιπόν εκείνο για «το επίμονο ύψιλον» είχα ξεχάσει να αναφερθώ στο ξίδι (ή ξύδι), όπως μου θύμισε ο φίλος μας ο Πάνος. 
Οπότε, ένας λόγος παραπάνω για το σημερινό άρθρο.
Διότι, πράγματι, και στο ξίδι/ξύδι η παλιά γραφή, με ύψιλον, εξακολουθεί να είναι πολύ συχνή. 
Στο γκουγκλ μάλιστα, ο τύπος «ξύδι» εμφανίζεται να έχει 3-4 φορές περισσότερες ανευρέσεις από το «ξίδι». 
Από την άλλη, στα ράφια των σουπερμάρκετ, εννοώ στις ετικέτες των μπουκαλιών με ξίδι, συχνότερα βρίσκω την επίσημη γραφή, παρόλο που και οι δυο υπάρχουν (ενώ στα μπουκάλια της μπίρας υπερτερεί καθαρά ο τύπος «μπύρα»).


Μια άλλη διαφορά του ξιδιού από τη μπίρα (εννοώ, τις λέξεις!) είναι ότι η λέξη μπίρα/μπύρα διττογραφείται αυστηρά, ενώ στο ξίδι/ξύδι υπάρχει και τρίτη παραλλαγή, «ξείδι», που ήταν αρκετά συχνή παλιότερα (το απόσπασμα είναι από τις Παροιμίες του Νικ. Πολίτη, που εκδόθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, έκδοση που δυστυχώς έχει μείνει ημιτελής).
Το ξίδι στην καθαρεύουσα είναι όξος και οι δυο λέξεις συνδέονται περισσότερο απ’ όσο φαίνεται με γυμνό μάτι.
Το υποκοριστικό της λ. όξος, το οξίδιον, έγινε οξίδιν και ξίδιν και ξίδι. Το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη λέει για τύπους από τον 3ο αιώνα π.Χ., που εγώ δεν τους βρίσκω στο TLG -ίσως είναι σε επιγραφές. Πάντως βρίσκω μεταχριστιανικές αναφορές, σε ξίδιν και οξίδιν και οξίδιον, όπως «καλόν οίνον ηγόρασα και ηυρέθη οξίδιν εις δύο ώρας» σε έναν βίο αγίου περί τον 7ο αιώνα. Στα μεσαιωνικά χρόνια ο τύπος «ξίδι» επικρατεί πια.
Η γραφή με ύψιλον, ξύδι, προέρχεται από παρασυσχέτιση με το οξύς, αλλά δεν έχει ετυμολογική βάση. Παρομοίως με ύψιλον γράφεται πολλές φορές και η λέξη «ξινός» (δηλ. ξυνός) παρόλο που προέρχεται από το «όξινος», με σίγηση και με κατέβασμα του τόνου.
Στα βυζαντινά κείμενα βρίσκουμε ορθογραφική τριτυπία, δηλαδή (ο)ξίδιν, (ο)ξύδιν, (ο)ξείδιν -δηλαδή η ορθογραφική αβεβαιότητα υπάρχει εδώ και πολλούς αιώνες. 
Παρόμοιες σφαλερές γραφές με ει όπως στο ξείδι έχουμε δει και σε άλλες λέξεις που προέκυψαν απο υποκορισμό, όπως ταξείδι αντί για ταξίδι (από το τάξις) ή φείδι αντί για φίδι (από το όφις-οφίδιον).
Οπότε, το ξίδι γράφεται κανονικά με γιώτα, ξίδι.
Αλλά δεν τελειώσαμε, έχουμε ακόμα δυο θεματάκια.
Το πρώτο: Βρήκα το τουίτ που μου έδωσε το έναυσμα για το σημερινό άρθρο. 
Λέει: Να μας πει ο κύριος Νίκος Σαραντάκος, που μας έβαλε να γράφουμε το ξίδι με γιώτα γιατί ο Ξυδάκης γράφεται με ύψιλον.
Καλή ερώτηση. 
Αν ξίδι, γιατί Ξυδάκης; 
Θα έλεγα, για τον ίδιο λόγο που η σχολική ορθογραφία γράφει «καμένος» αλλά ο Πάνος Καμμένος γράφεται με δύο μ.
Εννοώ ότι αφού παλιότερα κυριαρχούσε η γραφή «ξύδι», το επώνυμο (είτε από επάγγελμα είτε από παρατσούκλι) γράφτηκε με ύψιλον, και γι’ αυτό σήμερα έτσι το γράφουν οι Ξυδάκηδες το επώνυμό τους, είτε πρόκειται για τον φίλο τον Νίκο, τον δημοσιογράφο, τ. υπουργό και διευθυντή του Κόκκινου 105.5, είτε για τον έξοχο συνθέτη είτε για όποιον άλλον. (Βρίσκω και μερικούς Ξιδάκηδες πάντως, αλλά δεν ξέρω αν είναι επίσημα γραμμένοι έτσι. Βλέπω επίσης ότι το επώνυμο επιχωριάζει στη Μύκονο, στους Μαλάδες Ηρακλείου και στα Σελήνια).
Το δεύτερο θεματάκι: Αν γράφουμε «ξίδι» γιατί γράφουμε, στη χημεία, «οξείδιο» (και διοξείδιο, τριοξείδιο, υπεροξείδιο και τα συναφή);
Καλή ερώτηση και αυτή. 
Κανονικά, όπως γράφουμε «ξίδι» έπρεπε να γράφουμε και «οξίδιο, διοξίδιο». 
Τα λεξικά του Μπαμπινιώτη, άλλωστε, προτιμούν τη γραφή «οξίδιο», που είναι ετυμολογικά συνεπέστερη, ενώ η σχολική ορθογραφία και το ΛΚΝ, αλλά και τα άλλα λεξικά, δίνουν το προβάδισμα στην καθιερωμένη χρήση και προτιμούν τη γραφή «οξείδιο».
Οι όροι της χημείας οξείδιο, διοξείδιο κτλ. δεν αποτελούν φυσικά μετεξέλιξη του μεσαιωνικού «οξίδιν», αλλά σχηματίστηκαν εκ νέου τον 19ο αιώνα στην τότε ορολογία της χημείας, από τους αντίστοιχους γαλλικούς oxide/oxyde, dioxide/dioxyde κτλ. (διτυπία και στα γαλλικά!). 
Και τότε, όπως γράφει ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ, οι λόγιοι που έπλασαν τον όρο βασίστηκαν στη σφαλερή γραφή «οξείδιον», που υπάρχει π.χ. στο σύγγραμμα «Περί ορθογραφίας» του Αίλιου Ηρωδιανού (του 2ου αι. μ.Χ.) -και το οξείδιο έχει πια καθιερωθεί.
Θα πείτε «Δεν είχε καθιερωθεί, τάχα, και το «ξύδι»; Γιατί το ξεκαθιερώσαμε;» Δεν είναι το ίδιο. 
Οι γραφές ξίδι/ξύδι, μπίρα/μπύρα, φιστίκι/φυστίκι υπήρχαν ανέκαθεν, οι λέξεις αυτές διττογραφουνται εδώ και αιώνες (το ξίδι/ξύδι, όπως είδαμε, έχει κλείσει χιλιετία). 
Στην περίπτωση του οξειδίου, ο τύπος «οξίδιο» ήταν πρακτικά ανύπαρκτος μέχρι το 1998, που τον συμπεριέλαβε στο λεξικό του ο Μπαμπινιώτης μαζί με τα τσηρώτα, τα αγώρια και τους κροκόδιλους.
Κι έτσι, εγώ τουλάχιστον, που για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο ακολουθώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, το ΛΚΝ και τη σχολική ορθογραφία, γράφω: ξινός, ξίδι αλλά οξείδιο. 
Και Ξυδάκης βέβαια. (Γι’ αυτό και καμιά φορά, όταν γράφω «Ξιδάκι» στο Τουίτερ μπορεί να το γράψω λάθος).
Εσείς πώς τα γράφετε;

19-02-2022 Οι εν αναστολή υγειονομικοί συνεχίζουν να αγωνίζονται για Ελευθερία, Δημοκρατία, Δικαιοσύνη με δύναμη και παλμό μπροστά στο υπουργείο υγείας

Δυναμική και με παλμό η σημερινή συγκέντρωση των υγειονομικών εν αναστολή και όχι μόνο, στο υπουργείο υγείας.
Εκτός των υγειονομικών παραβρέθηκαν και μίλησαν άτομα και από άλλους επαγγελματικούς κλάδους, τόσο από την Αθήνα όσο και από την επαρχία.
Ακούστηκαν ξανά τα συνθήματά τους, που όσοι τους ακολουθούμε και αγωνιζόμαστε μαζί τους τα έχουμε μάθει πιά "απέξω", όπως λέγαμε στα μαθητικά μας χρόνια
Δεν είναι ο Ιός, είναι ο φασισμός
Από τον Καναδά ως την Αυστραλία οι λαοί παλεύουνε για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Δεν υποχωρούμε αν δεν δικαιωθούμε
Δεν υπάρχει υγεία χωρίς ελευθερία.
Δεν είναι ο ιός, είναι ο φασισμός. 
Υγεία ελευθερία ζητά η κοινωνία.
Υποχρεωτικότητα και εκβιασμοί ταιριάζουν μόνο στους NAZI.
Παιδεία, υγεία, ελευθερία, με κ
ορονοϊό μας πήραν και τα τρία.
Και πολλές φορές, όλα τα στόματα μαζί βροντοφώναξαν για να ακουστούν παντού, τις λέξεις:
Ελευθερία - Δημοκρατία - Δικαιοσύνη
Υγειονομικοί:  κατά του υποχρεωτικού εμβολιασμού
Μετά τις ομιλίες και τα συνθήματα, ακολούθησε μουσική και χορός

ntina

Εκεί που συνάντησα τη θάλασσα και ήταν ένα μολυβένιο πρωί

" Θέλω τις φωτογραφίες μου τυπωμένες
σε ένα γιγάντιο φύλλο εφημερίδας,
που παρασύρεται από τον άνεμο
στους δρόμους της πόλης στις τρεις το πρωί.. William Klein

Στους δρόμους της πόλης - πάντα κάτι βλέπεις, πάντα κάτι ακούς...

βόλτα στους δρόμους
πάντα ξαφνιάζει
έχει πάντα κάτι να πει που δεν ξέρεις
ntina

Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο (ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας)

sevenwww.closeupfilmcentre_-1556744320-726x388

Αναδημοσιεύω ένα αξιολογότατο άρθρο, με τίτλο "Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο - ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας" από το: tetartoskosmos

     Τον καιρό του Μαύρου Θανάτου, ασφαλώς επειδή το ρητορικό σχήμα του πολέμου μ’ έναν αόρατο εχθρό δεν βγάζει και πολύ νόημα, αφού οι γραμματιζούμενοι και οι καλλιτέχνες προσωποποίησαν την αρρώστια με όλες τις δέουσες αλληγορίες και σε ποικίλες μορφές, ο λαουτζίκος, πιο πραχτικός, προτίμησε να ανακαλύψει ευθύς αμέσως τους υπαίτιους, εκείνους που, σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη, μόλυναν τα πηγάδια και τις πηγές, σκορπώντας μ’ αυτό τον τρόπο την αιτία του κακού. Οι συνηθισμένοι ύποπτοι, λεπροί, εβραίοι, αιρετικοί, όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά και ανάλογα με τις τοπικές προτεραιότητες, τράβηξαν των παθώ τους τον τάραχο, αλλά και διάφοροι άλλοι εύκολοι στόχοι – ανάμεσά τους κι οι τσιγγάνοι (πιο αφανώς, ως συνήθως).

i84422-les-pires-epidemies-que-le-monde-ait-connues

Όμως δεν είναι στις προθέσεις μου να απαριθμήσω εδώ αυτές τις σφαγές, τους εμπρησμούς και τις λοιπές φρικαλεότητες (παρότι κι ένα τέτοιο ανάγνωσμα θα ήταν επιμορφωτικό), ήθελα μόνο να πω ότι σε τέτοιες περιστάσεις ακόμα και πιο αξιοσέβαστους τους παίρνει καμιά φορά η μπάλα. 
Όσο για την εξουσία, παρότι πιο μορφωμένη και πιο κατατοπισμένη από τον χύδην όχλο, όπως καμαρώνει πάντα, φαίνεται ότι στις συνθήκες αυτές συχνά δε θέλει και πολύ για να προσυπογράψει προλήψεις, προκαταλήψεις και λιντσαρίσματα – για τους δικούς της λόγους, ασφαλώς.

barbiere 1105857

Καθώς περνούσαν οι αιώνες και τα κύματα της πανούκλας, κάπου προς το τέλος του 16ου αιώνα, διαδόθηκε στο σοφό λαό, τρέχα-γύρευε πώς, η φήμη για μια άλλη μέθοδο που υποτίθεται χρησιμοποιούσαν οι καταχθόνιοι ώστε να σκορπίσουν τη συμφορά στο ποίμνιο του Θεού. 
Αυτή ήταν το πασάλειμμα: πάει να πει, οι μοχθηροί έφτιαχναν ένα διαβολικό σκεύασμα, σαν ωχρή λάσπη ή ασπρουδερή μπογιά, κάτι σα λερωμένο ασβέστη, ή ξινισμένο ξίγκι, ή βρώμικο λίπος, και πασαλείφανε τοίχους, πόρτες, φράχτες κι ό,τι άλλο – και αυτό το πράγμα σκόρπιζε στον αγέρα το θανατικό, τον τρομερό λοιμό. 
Διάφορες αναφορές και μαρτυρίες, κάποτε από σχετικά αξιόπιστες πηγές, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη, ας πούμε, ύποπτων επαλείψεων. 
Και μπορούμε να σκεφτούμε ό,τι θέλουμε, σε πραγματολογικό επίπεδο, γι’ αυτές τις περιπτώσεις (π.χ. μπορεί να ήταν ποικίλες μαγγανείες και τεχνάσματα λαϊκής μαγείας που είχαν αποτροπαϊκό χαραχτήρα, δηλ. που θέλανε απεναντίας να κρατήσουν μακριά την αρρώστια, ή μπορεί πάλι κάποιοι να ήθελαν έτσι να τρομάξουν τους εχθρούς τους ή να αγαπούσαν τα μακάβρια καλαμπούρια), κατά τη γνώμη μου όμως, αν πάρουμε υπόψη μας το πως δουλεύουν οι φήμες κι ο πανικός, στις περισσότερες από αυτές τις μαρτυρίες δεν υπάρχει ανάγκη να υποθέσουμε ούτε έναν έστω κόκκο αλήθειας. 
Οι φανταστικοί αυτοί πράκτορες του χάους, στα ιταλικά αφού κυρίως σε ιταλικά εδάφη εμφανίστηκε το φαινόμενο, πήρανε το όνομα untori, που θα μπορούσε να αποδοθεί αλειφτάδες ή αλειμματάδες. 
Εν πάση περιπτώσει, σε καιρούς κρίσης όπως θα λέγαμε, όταν λυσσομανούσε ο θανατάς, είχε γίνει επικίνδυνο να πλησιάζεις σε τοίχους, να έχεις συνάφεια με οποιαδήποτε παχύρρευστη ουσία, ή και να πολυκυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να έχεις κάποια ξεκάθαρη εξήγηση για το πού πας και για ποιο σκοπό (κι ούτε κι αυτό σε έσωζε πάντα, όπως θα δούμε παρακάτω).

8120846

Η πανούκλα του 1630 στο Μιλάνο είναι από τις πιο διάσημες, τουλάχιστον στην ιταλική κουλτούρα, αν όχι για τίποτ’ άλλο εξαιτίας της πολύ ζωντανής περιγραφής του Αλεσάντρο Μαντσόνι. 
Με δυο αιώνες καθυστέρηση, ο Μαντσόνι έψαξε τα παλιά κιτάπια και τα ντοκουμέντα για να φτιάξει ένα μέρος του σκηνικού για το διάσημο ιστορικό του μυθιστόρημα promessi sposi ή, σε μετάφραση, Οι λογοδοσμένοι
Τα κατάφερε υπερβολικά καλά, ίσως πιο καλά απ’ όσο ήθελε ή σκόπευε, μπορεί και να το παράκανε μάλιστα – αφού σε πολλούς αναγνώστες αυτό το κομμάτι, η νουβέλα της πανούκλας, ας πούμε, έχει μείνει πολύ πιο ζωηρά απ’ ό,τι το υπόλοιπο μυθιστόρημα, με τα βαθιά του ηθικά διδάγματα, μάλλον γλυκερά και χλιαρά μεταξύ μας.[1] 
Τόσο πολύ μάλιστα που το υλικό ξεχείλισε και του περίσσεψε, με αποτέλεσμα να προσθέσει ένα παράρτημα στη δεύτερη έκδοση, ένα ανεξάρτητο δοκίμιο στην ουσία, με τον τίτλο Storia della colonna infame – αλλά η σημασία αυτού του τίτλου θα εξηγηθεί παρακάτω.

untor

Αυτό το δοκίμιο λοιπόν μας επιστρέφει στο θέμα μας, καθώς εκείνη η πανούκλα του 1630 προσφέρει και το πιο γνωστό παράδειγμα του κυνηγιού των αλειμματάδων, ή αλλιώς untori. Κάποια ωραία μέρα λοιπόν, που δεν ήταν καθόλου ωραία, κάποιος Γκουλιέλμο Πιάτσα τριγυρνούσε στους δρόμους.
Είχε πολύ καλούς λόγους, ή αιτιολογία: ήταν ένας από τους «Επιθεωρητές της Υγείας», ένας Commissario di Sanità, και διάβολε καθήκον ενός διορισμένου επιθεωρητή είναι να επιθεωρεί, ακόμα περισσότερο σε καιρό επιδημίας. 
Εκεί που περπατούσε, πλησίασε έναν τοίχο. Και γι’ αυτό το πλησίασμα είχε πολύ καλούς λόγους: εκείνη τη μέρα έβρεχε (σας το είπα δα ότι δεν ήταν καθόλου ωραία μέρα), το σπίτι είχε κάποιο στέγαστρο σε κείνη τη μεριά κι ο καημένος ο Γκουλιέλμο είχε βαρεθεί να βρέχεται. Εκεί λοιπόν που στάθηκε, τέντωσε το χέρι του κι ακούμπησε τον τοίχο: ε, αυτό ήταν αδικιολόγητο. (Ξέρω, θα σκεφτήκατε όπως κι εγώ ότι ο άνθρωπος ήταν κουρασμένος από την περιοδεία του κι ήθελε να ξαποστάσει, αλλά κανένας δικαστής δε θα έχαβε τέτοιες φτηνές δικιολογίες, άμα ήθελε να καταδικάσει.) Κάποια κυράτσα της γειτονιάς έβαλε τις φωνές, «Ωιμέ, ένας αλειμματάς!», κάτι τέτοιο, και τη συνέχεια τη φαντάζεστε. 
Ο φουκαράς ο Γκουλιέλμο, όσο κι αν δεν καταλάβαινε από πού του ήρθε, βρέθηκε γρήγορα παρασυρμένος από τη ροή της συγκυρίας, ανάμεσα σ’ ένα αλλοπαρμένο πλήθος που έψαχνε εξιλαστήρια θύματα και τους πολύ σοβαρούς, πολύ λόγιους, πολύ σοφούς και πολύ ευσεβείς αξιωματούχους και δικαστάδες, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να ρίξουν όποιον έβρισκαν πρόχειρο στα λιοντάρια – για να ξεχαστούν κι οι δικές τους ευθύνες (για τις οποίες γινόταν ήδη πολύς λόγος). 
Ο άνθρωπος βρέθηκε γρήγορα στον τροχό των βασανιστηρίων και, μετά από κάποιες ώρες που θα ήθελε να τις ξεχάσει (ε, εντάξει, βόηθησε και η ψεύτικη υπόσχεση ότι αν ομολογούσε θα έσωζε τη ζωή του: ηθική βασανιστών και δικαστών), ομολόγησε το έγκλημα που δεν είχε κάνει. 
Ομολόγησε, όπως του ζητήθηκε, και τον δήθεν συνένοχό του, κάποιο μπαρμπέρη ονόματι Τζαν Τζάκομο Μόρα. 
Όπως ξέρετε, οι μπαρμπέρηδες εκείνου του καιρού ήταν και λιγάκι φαρμακοτρίφτες και ο ταλαίπωρος Τζαν Τζάκομο, θες από υπερβολική εμπιστοσύνη στις βοτανολογικές του γνώσεις, θες από εμπορικό δαιμόνιο, είχε φτιάξει το δικό του μαντζούνι (ένα είδος κηραλοιφής), που το διαφήμιζε και το πουλούσε σαν προστασία από την πανούκλα. 
Ο Γκουλιέλμο ήταν πελάτης του κι είχε προμηθευτεί λίγο, πιστεύοντας αφελώς ότι, κι αν δεν τον έσωζε, κακό δε θα του έκανε. 
Ε, δεν ήθελαν και πολύ οι άλλοι για να υποστηρίξουν ότι αυτό το μαντζούνι, η κηραλοιφή, σκόρπιζε στην πραγματικότητα την πανούκλα. Και μπορεί ο μπαρμπέρης να γέλασε όταν ήρθαν να τον μπαγλαρώσουν, σύντομα όμως του κόπηκαν τα γέλια. 
Το γεγονός ότι στο μαγαζί του βρέθηκαν ένα σωρό μπουκαλάκια και βαζάκια με διάφορες μυστήριες και όχι εύκολα αναγνωρίσιμες ουσίες, πράγμα λογικό για ένα φαρμακοτρίφτη αλλά και για ένα μπαρμπέρη που ήθελε να παρφουμάρει την πελατεία του, θεωρήθηκε επιβαρυντικό στοιχείο, αν όχι ατράνταχτη απόδειξη (ξεχνώντας πολύ βολικά ότι ανάλογα βαζάκια και μπουκαλάκια βρίσκονταν σε κάθε μπαρμπέρικο της πόλης). 
Μετά από κάποια ώρα στα βασανιστήρια, ο μπαρμπέρης ομολόγησε κι αυτός – αν ήθελε ας έκανε κι αλλιώς. 
Φυσικά του ζήτησαν να ομολογήσει κι άλλους συνενόχους, κι αυτοί με τη σειρά τους αρνήθηκαν στην αρχή και ομολόγησαν μετά από βασανιστήρια την ενοχή τους, και πάει λέγοντας. 
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι δικαστές εκείνου του καιρού δεν μπορούσανε να αρκεστούν σε μια, προαποφασισμένη εδώ που τα λέμε, καταδίκη αλλά ήθελαν πρώτα να ησυχάσουν τη συνείδησή τους, ή ό,τι είχανε στη θέση της τέλος πάντων, αποσπώντας με κάθε θυσία (και στην καμπούρα του κατηγορούμενου) μια ομολογία.

torture SS2881477 2

Εδώ, θέλω ν’ ανοίξω, με ψευδομαντσονιανό τρόπο, μια μεγάλη παρένθεση για τα βασανιστήρια. Καταρχήν, μπορούμε άραγε να πούμε ότι εντάσσονται στη βιοπολιτική; 
Μάλλον όχι, αν σκεφτούμε τον τρόπο που τα χρησιμοποιούσαν, όπως μόλις είδαμε, στην απαρχή του Αιώνα των Φώτων. 
Ίσως ναι, αν σκεφτούμε τη μεσαιωνική Ιερά Εξέταση, η οποία πολύ χριστιανικά επέτρεπε τα βασανιστήρια μόνο εφόσον δεν απειλούσαν τη ζωή του κατηγορούμενου και μόνο εφόσον δεν του προκαλούσαν ανήκεστη βλάβη (στη θεωρία τουλάχιστον). 
Αν μη τι άλλο, ενδιαφερόταν απλώς να πειθαρχήσει το σώμα, εξασφαλίζοντας με επιμέλεια την επιβίωση, ακόμα και την καλή υγεία. Βέβαια, ο λόγος για όλη αυτή τη μέριμνα, συχνά, αποδεικνυόταν λιγότερο βιοπολιτικός – και μύριζε τσίκνα. 
Από την άλλη, η επίσημη υπεράσπιση των βασανιστηρίων επανεμφανίστηκε στις απαρχές τούτου του αιώνα (όχι ότι η πρακτική είχε εκλείψει, κάθε άλλο, αλλά τουλάχιστον οι βασανιστές έπρεπε να διαψεύδουν την ίδια την ύπαρξή τους – και να υπερασπίζουν μέχρι τέλους τη διάψευσή τους, εν ανάγκη χρησιμοποιώντας κι άλλα βασανιστήρια), επανεμφανίστηκε λέω η θεωρητική δικαίωσή τους και η ρητορική τους εξύμνηση εν ονόματι του γενικού καλού (…κάποιον Μπους θα τον θυμόσαστε). 
Και ο κύκλος της, ας πούμε βιοπολιτικής επαναξιολόγησης των βασανιστηρίων ας κλείσει με την εν παρόδω μνημόνευση ενός άξιου υπουργού που χρωστάει τη θέση του, πέρα από τη βραβευμένη υποταγή του, στη φήμη που απόχτησε μέσα από την πρωτοποριακή χρήση πειραματικών βασανιστηρίων.
Πιο παραδοσιακά και πιο φιλολογικά, όμως, υπάρχει κάτι ακόμα που με διαολίζει στην υπόθεση αυτή, κι αυτό είναι η αταλάντευτη πεποίθηση των αρχαίων σοφών, ελλήνων και ρωμαίων, ότι τα βασανιστήρια αποτελούν εγγύηση της αλήθειας μιας ομολογίας. 
Έχω στο νου μου ένα απόσπασμα από κάποιο λόγο του Κικέρωνα, αλλά νομίζω ότι θα μπορούσε να βρει πολλά χωρία κάποιος ερευνητής και η πίστη αυτή μοιάζει να ήταν εδραιωμένη. Θεωρούσαν την αλήθεια ένα ακέραιο και ξεκάθαρο, στιλπνό και στρογγυλό, χειροπιαστό πράγμα, το οποίο ο ύποπτος έκρυβε συνειδητά ή ασυνείδητα μέσα στο σώμα του, όπως το ψάρι που είχε καταπιεί το δαχτυλίδι του Πολυκράτη – έπρεπε λοιπόν να βασανιστεί αυτό το σώμα για να υποχρεωθεί να το ξεράσει. Στην άλλη άκρη του Παλιού Κόσμου, οι σοφοί της αρχαίας Κίνας φαίνεται να πίστευαν ακράδαντα το ίδιο πράγμα. 
Η αντίθετη άποψη, που τη διατυπώνει υποδειγματικά κάπου ο Ουμπέρτο Έκο, και που την αποδεικνύει ένα πλήθος παραληρηματικών και άλλα αντ’ άλλων ομολογιών, δεν φαίνεται να υποστηρίχτηκε στα σοβαρά πριν απ’ το Διαφωτισμό, πριν δηλ. από στοχαστές όπως ο Πιέτρο Βέρι και ο Τσέζαρε Μπεκαρία που –κοίτα σύμπτωση– ήτανε παππούς του Μαντσόνι. (Για να είμαστε δίκαιοι, οι ιεροεξεταστές, σχολαστικοί με όλες τις έννοιες, φαίνεται ότι το είχαν υποψιαστεί: στο κάτω-κάτω, δεν ήθελαν να αποδίδουν λάθος αιρέσεις σε λάθος αιρετικούς στις πραγματείες τους – μάλιστα οι πιο ευσυνείδητοι ανάμεσά τους αποφεύγανε συνήθως τα βασανιστήρια, επειδή μάλλον τα θεωρούσαν άχρηστα για τους στόχους τους. 
Φαίνεται όμως ότι, μη θέλοντας να εκθέσουν τον κοσμικό βραχίονα, κράτησαν αυτή τη θεωρητική γνώση ανάμεσα στα άλλα επαγγελματικά μυστικά τους.) 
Τέλος της παρένθεσης.

torture SS2881450

Ομολόγησαν λοιπόν και γρήγορα εκτελέστηκαν, ο Γκουλιέλμο Πιάτσα, ο μπαρμπέρης και άλλοι, πέντε συνολικά, γρήγορα αλλά διόλου βιαστικά, μ’ ένα μακροσκελέστατο και γεμάτο φαντασία τρόπο που δε μου κάνει κέφι να περιγράψω. 
Του μπαρμπέρη μάλιστα, επιπλέον, του ισοπέδωσαν το μαγαζί και το σπίτι (μέθοδο που χρησιμοποιούν και ορισμένα πολιτισμένα κράτη σήμερα), ώστε να τιμωρηθεί κι η οικογένειά του και να ξεριζωθεί το κακό. 
Στη θέση του φτιάξανε πλατεία και στήσανε αναμνηστική στήλη και βάλανε κι επιγραφή, και την είπανε αυτή τη στήλη colonna infame, κολόνα της ατιμίας. Της ατιμίας ποιανού;

untori 9558137

Εκείνο το κύμα της πανούκλας (που στο Μιλάνο εξόντωσε την πλειοψηφία των κατοίκων) θεωρείται ότι έφτασε στην Ιταλία απ’ το βορρά, μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα που πολιόρκησαν τη Μάντοβα (1628) και, με διάφορους κύκλους και διαδρομές, σάρωσε όλη τη βόρεια Ιταλία (οι εκτιμήσεις για τους νεκρούς μιλάνε για κάτι ανάμεσα στο ένα τρίτο και το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού). 
Στα ιταλικά εδάφη της Republica, της Serenissima θέλω να πω, τέλος πάντων στη βενετσιάνικη ηπειρωτική επικράτεια, η πηγή που θα χρησιμοποιήσω παρακάτω λέει ότι «έλειψαν οι μισοί». 
Μετά, «πέρασε τη θάλασσα η θανατηφόρα μόλυνση κι έφτασε στην Κέρκυρα», στο νησί δηλ. του αφηγητή που μας μιλάει, ο οποίος είναι ο Αντρέας Μάρμορας, ο αριστοκράτης τοπικός ιστορικός του 17ου αιώνα.[2] Για να πούμε την αλήθεια, το θανατικό δεν φαίνεται να στάθηκε εκεί τόσο φοβερό, «non così fiero», όσο στην ιταλική χερσόνησο (παρά τις γλαφυρές περιγραφές που κυκλοφορούν για χμ, αγιολογικούς και θαυματολογικούς σκοπούς) και, όπως διαβάζουμε παρακάτω, μέσα σε τρεις-τέσσερις μήνες (από τα Χριστούγεννα μέχρι την Κυριακή των Βαΐων), οι νεκροί δεν ξεπέρασαν τους εξήντα («soli sessanta, e non più»), κι αυτό σ’ ένα νησί που μετρούσε περίπου 50.000 ψυχές.[3]

Marmoras 2

Όπως και να ’χει, «τη νύχτα των Χριστουγέννων [του 1629] σε τέσσερα σημεία της Πόλης φανερώθηκαν σημάδια της πανούκλας, με κίνδυνο, λόγω της κοσμοσυρροής, να μολυνθεί ολόκληρο το Nησί, γιατί ήταν μέσα στα τείχη όχι μόνο οι Δημότες (Cittadini) αλλά και πολλοί Χωρικοί (Villani), που είχαν έρθει για τη γιορτή από διάφορους Οικισμούς (Castelli)». 
Οι αρμόδιοι, οι Προβλεπτές για την Υγεία, «Proveditori alla Sanità», πήραν αμέσως μέτρα που δεν περιγράφονται, πάντως, λέει, ήταν πολύ αυστηρά («diligenze grandissime») – και παράλληλα, αμέσως άρχισαν τις ανακρίσεις («rigorosi processi») για να βρούνε την πηγή, «το πρώτο σπέρμα του κακού», il primo seme del male. 
Το συμπέρασμά τους ήταν ότι ο υπηρέτης ενός δικηγόρου, του Οδηγητριανού Σαραντάρη, είχε αγοράσει δυο τούρκικα μαντίλια («faccioletti turcheschi»), με προέλευση κάποιο ξένο καράβι («nave forastiera») και, θεωρώντας ο υπηρέτης ότι ήταν πολύ καλοφτιαγμένα, τα έκανε δώρο στην Κυρά του. Εκείνη πάλι, τα φύλαξε λέει στο σεντούκι μιανής κόρης της – κι αυτή η κόρη ήταν το πρώτο, μάλλον, θύμα της αρρώστιας. 
Πάντα κατά τους Προβλεπτές, το κακό εξαπλώθηκε ακριβώς κατά την κηδεία της – και επισήμαναν, εδώ, την κακή συνήθεια των γυναικών ν’ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται για να δηλώσουν τη συμπόνια τους. 
Η ειρωνεία είναι ότι ο αβοκάτος Σαραντάρης ήταν ο ίδιος ένας από τους Προβλεπτές για την Υγεία, αυτό όμως δεν τον βόηθησε και πολύ, όπως δεν βόηθησε και τον μιλανέζο Γκουλιέλμο Πιάτσα το οφίτσιο του Επιθεωρητή της Υγείας.

moreau 2

Ο Σαραντάρης μεταφέρθηκε μαζί με την οικογένειά του στο Λαζαρέτο κι εκεί, με συνοπτικές διαδικασίες και με όλη τη σπουδή μιας εξουσίας που ήθελε να δείξει πυγμή, καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε. 
Ο καλός μας ιστορικός διαμαρτύρεται, όπως θα σαστίζει και θ’ αγαναχτεί ο κάθε αναγνώστης του υποθέτω, γι’ αυτή την άδικη απόφαση και λέει ότι ο άνθρωπος ήταν εντελώς αθώος («innocentissimo»). 
Γράφοντας μερικές δεκαετίες αργότερα (ήταν παιδί όταν συνέβαιναν τα γεγονότα), επιχειρηματολογεί αναλυτικά και κάνει τη («συνωμοσιολογική») υπόθεση ότι ο καημένος ο αβοκάτος πρέπει να έπεσε θύμα σκευωρίας των προσωπικών του εχθρών, υπονοώντας αντίδικούς του σε δικαστικές υποθέσεις.[4] 
Ας παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι, τουλάχιστον, η εκτέλεσή του ήταν γρήγορη και «ανθρωπιστική», σε αντίθεση με το κανιβαλικό θέαμα που έμελλε να ξετυλιχτεί λίγους μήνες αργότερα στο Μιλάνο, δηλ. απλώς τον ντουφεκίσανε («a colpi di muschetti l’uccisero») πάνω σε μια βάρκα, λίγο έξω από αυτό το νησάκι του λοιμοκαθαρτηρίου και των ντουφεκισμών.[5]

flaggel 2

Μετά, ακολούθησε η εποχή της χολέρας. Άλλοι καιροί, άλλες επιδημίες. 
Θυμήθηκα τώρα εκείνες τις σκηνές από το τέλος του Αλονζανφάν (μέσα στα καταφύγια, τι άλλο από παλιό καλό σινεμά;), με τη χολέρα να θερίζει τα χωριά του Νότου και τους χωρικούς να αυτομαστιγώνονται. 
Όχι και πολύ χριστιανικό μάλλον και όχι θεολογικά βάσιμο ασφαλώς, όμως ο παπάς του χωριού το δικιολογεί γεμάτος κατανόηση απέναντι στον κατά φαντασία απεσταλμένο του επίσκοπου: «Κάλλιο να μαστιγώνονται από μόνοι τους παρά να ξεσηκώνονται εναντίον της αρχής!». 
Αλλά κι αυτό, το αυτομαστίγωμα, είναι μια κληρονομιά από τον καιρό της πανούκλας, από τα χρόνια του Μαύρου Θανάτου, τη μεγάλη κι εξοντωτική επιδημία του 14ου αιώνα, όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά, σε μαζική κλίμακα τουλάχιστον, αυτός ο καθαρτήριος εξορκισμός μέσω μαζοχιστικής αυτοτιμωρίας – κι αν δε με πιστεύετε ξαναδείτε την Έβδομη Σφραγίδα
Οι αυτομαστιγούμενοι τιμωρούσαν σκληρά τον εαυτό τους για τις προσωπικές τους αμαρτίες, οι οποίες υποτίθεται ότι είχαν προκαλέσει τη συλλογική συμφορά (αποδέχονταν δηλ. ένα είδος «ατομικής ευθύνης»). 
Από τότε και μέχρι σήμερα, το έθιμο αναβιώνει μεταφορικά σε περιόδους κρίσης – πάντα δικαιωμένο με το μεστό επιχείρημα που ξεστόμισε, ή ψιθύρισε μάλλον, εκείνος ο καλός εφημέριος του Νότου.

7thseal-1

Και κάτι τελευταίο, κάποιες συμπτώσεις ας πούμε. Κοντά στην πανούκλα του Μιλάνου, έπεσε η «εξέγερση του ψωμιού», οι ταραχές του Αγιού Μαρτίνου (βλ. σημ. 1), λίγο πριν, το 1628 για την ακρίβεια. 
Η πανούκλα της Κέρκυρας πάλι, βρίσκεται χρονολογικά τοποθετημένη ανάμεσα σε δυο μεγάλους τοπικούς αγροτικούς ξεσηκωμούς, του 1610 και κυρίως του 1640. Κι ο 14ος αιώνας δεν είναι μόνο ο αιώνας του Μαύρου Θανάτου αλλά κι ο αιώνας της Μεγάλης Ζακερί, της εξέγερσης των ciompi – και τόσων άλλων. 
Στην ταινία που αναφέρθηκε προηγουμένως η εξέγερση δεν συμβαίνει, και μάλιστα η ιδέα της γελοιοποιείται (υποθέτω εξαιτίας της πολύ-PCI λογικής των αδερφών Ταβιάνι, με τη γραμμική αντίληψη της ιστορίας να την κρίνει «πρώιμη» ή «ύστερη», εκτός εποχής πάντως), όμως το φάντασμά της στοιχειώνει – την ταινία και την εποχή της. Ποιος ξέρει λοιπόν…

allonsanfan


Στους δρόμους της πόλης μιά Κυριακή πρωί...

 Την άχαριν αλήθειαν γυμνήν δεν βλέπω πλέον.
Άλλην απήλαυσα ζωήν, και κόσμον έχω νέον·
εν των ονείρων τω ευρεί ευρίσκομαι πεδίω -
δος, δος να πίω!
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
ntina

Αλυκή Αιγίου -Ένα σπάνιο οικοσύστημα στην πόλη του Αιγίου

Αλυκή Αιγίου ,ένας πανέμορφος υδροβιότοπος μια ανάσα από το κέντρο της όμορφης πόλης

Υπάρχουν σημεία σε κάποιους τόπους που το υδάτινο και το χερσαίο στοιχείο συνυπάρχουν και δημιουργούν ένα οικολογικής σημασίας τοπίο που δεν συναντάτε εύκολα,τους υδροβιότοπους,οι οποίοι κατά καιρούς φιλοξενούν σπάνια είδη πουλιών, ψαριών και άλλων οργανισμών.

Εδώ στην Αλυκή του Αιγίου είναι κάτι μέρες που το νερό της λιμνοθάλασσας γίνεται ο καθρέπτης του ουρανού,των δέντρων και των βουνών που την περιτριγυρίζουν.
Η μικρή λιμνοθάλασσα του Αιγίου,ένα από τα σπανιότερα σημεία φυσικής ομορφιάς της Αχαΐας,που στις όχθες της καλαμιές,αρμυρήθρες,αμάραντοι, λογής λογής λουλούδια,

όπως οι πανέμορφες βιολέτες της θάλασσας και πιο έξω ευκάλυπτοι,και σπάνια πουλιά,πολλά,έχουν καταμετρηθεί μέχρι σήμερα 235 είδη πουλιών, ένας εντυπωσιακός αριθμός για έναν τόσο μικρό υδροβιότοπο.
Η Αλυκή τους Αιγίου, ένας ξεχωριστός κόσμος, απίστευτα όμορφος.
Ένα ξεχωριστό τοπία στην άκρη μιας πανέμορφης πόλης
Ένα ξεχωριστό και σημαντικό οικοσύστημα που συγκεντρώνει όλα τα κύρια χαρακτηριστικά ενός τυπικού υγροβιότοπου.
Οι καλαμιές, τα βάτα και άλλα θαμνώδη φυτά προσφέρουν καταφύγιο σε χιλιάδες μεταναστευτικά πουλιά κάθε χρόνο.
Μεταξύ αυτών υπάρχουν διάφορες ομάδες υδρόβιων και παρυδάτιων πουλιών, όπως κύκνοι και φοινικόπτεροι τα γνωστά και αγαπητά φλαμίνγκο-phoenicopterus ruber
Αυτή η ποικιλότητα είναι η μεγαλύτερη μεταξύ των υγροτόπων της Πελοποννήσου,αναδεικνύοντας τον υγρότοπο της Αλυκής ως μια αξιόλογη περιοχή.
Ο ερχομός των μεταναστευτικών πουλιών που βρίσκουν καταφύγιο στα ήσυχα νερά της Αλυκής του Αιγίου δημιουργούν ένα εντυπωσιακό φυσικό θέαμα.
Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, και πολλές φορές οι  καιρικές συνθήκες ωθούν περισσότερα πτηνά στα απάνεμα νερά της μικρής λιμνοθάλασσας.
Κύκνοι, φοινικόπτεροι, πάπιες και φαλαρίδες ,οι γνωστές μπάλιζες ή μαυρόκοτες,συνυπάρχουν αρμονικά, χαρίζοντας σε εμάς τους παρατηρητές ένα ήρεμο,γαλήνιο θέαμα.
Παρατηρούμε όλα αυτά τα υδρόβια πουλιά να συνυπάρχουν, ακριβώς γιατί η μόνη τους έγνοια είναι η εύρεση της τροφής του αδιαφορώντας για τους γείτονές του.
Οι κύκνοι περιφέρονται στην υδρόβια βλάστηση που είναι και η κύρια τροφή τους, οι πάπιες διαλέγουν διαφορετικούς οργανισμούς του πυθμένα και οι φοινικόπτεροι βουτούν το μακρύ λαιμό τους με το ισχυρό ράμφος ψάχνοντας καβούρια, γαρίδες.
Τα υδρόβια αυτά πουλιά μαγνητίζουν τα βλέμματα χάρη στην ψηλόλιγνη σιλουέτα τους, το μακρύ λαιμό τους,τη γαμψή μύτη,το ρόδινο χρώμα των φτερών τους αλλά και τη ράθυμη και γαλήνια ύπαρξή τους.
Τα ροζ φλαμίνγκο είναι τα μεγαλύτερα σε ηλικία πουλιά , ενώ τα μικράκια έχουν γκρίζο χρώμα.
Όπως όλα τα μεταναστευτικά πουλιά τα φλαμίνγκο ήταν πιστά στα ραντεβού τους.
Εμφανίζονταν στην Αλυκή και στους υπόλοιπους υδροβιότοπους την πρώτη μέρα του Φλεβάρη, για αυτό και η Παγκόσμια Ημέρα Υδροβιότοπων γιορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου.
Τα παλαιότερα χρόνια ήταν οι φινικόπτεροι ήταν ακριβοθώρητοι, τα τελευταία όμως τρία  χρόνια αυτό έχει αλλάξει και έχουν γίνει σχεδόν μόνιμοι κάτοικοι της Αλυκής.
Έρχονται στις αρχές Οκτωβρίου και μένουν ως το Μάιο,ο δε πληθυσμός τους έχει αυξηθεί αισθητά και αν σηκωθούν όλα μαζί και πετάξουν ψηλά στον ουρανό, μοιάζουν με απαλό ροζ σύννεφο.
                       Αυτό το σπάνιο,όμως,για την περιοχή οικοσύστημα όπως πολύ καλά καταλαβαίνουμε χρειάζεται προστασία,πρώτα-πρώτα από όλους εμάς που πηγαίνουμε εκεί για να θαυμάσουμε το όμορφο τοπίο και να χαρούμε τα σπάνια αυτά πουλιά.
Γιατί για μας είναι ένα τοπίο θαυμασμού για όλα αυτά τα πουλιά όμως είναι η ζωή τους.
Αυτό δεν πρέπει όλοι οι εμείς οι επισκέπτες να το ξεχνάμε.
Είτε πεζοί,είτε εποχούμενοι πρέπει να σεβόμαστε αυτούς τους χώρους και τους κατοίκους του,τα χαριτωμένα πουλιά.
Δεν έχουμε το δικαίωμα,ούτε να πετάμε πέτρες για να σηκωθούν ψηλά τα πουλιά και να χαζέψουμε το θέαμα,ούτε να αφήνουμε τα παιδιά μας,για όσους έχουμε και τα έχουμε μαζί μας, να συμπεριφέρονται με τρόπο αγενέστατο στα πουλιά.
Πρέπει να τα διδάξουμε να σέβονται το περιβάλλον και ότι αυτό το αποτελεί και όχι να τα αφήνουμε να τρομάζουν πετώντας πέτρες και φωνάζοντας  τα απροστάτευτα πουλιά ή οποιοδήποτε άλλο είδος αυτού του πλανήτη.
Και βέβαια οι οδηγοί των αυτοκινήτων όταν περνάν από το σημείο ας χαμηλώνουν λίγο ταχύτητα,δεν είναι δα και τόσο δύσκολο,και όλοι εμείς οι υπόλοιποι να μην πετάμε τα σκουπίδια μας στη γύρω περιοχή.
Και τα λέω όλα αυτά γιατί τα παρατήρησα κατά τη επίσκεψή μου στην πανέμορφη πόλη του Αιγίου και στον υπέροχο υδροβιότοπο που είναι δίπλα της.
Είναι κρίμα ένα τόσο όμορφο μέρος να μολύνεται από τα σκουπίδια και τον θόρυβο.
Δεν μπορούμε πάντα να ζητάμε από την πολιτεία να κάνει το καθήκον της όταν πρώτοι εμείς οι πολίτες της δεν κάνουμε το δικό μας.

Λίγα λόγια ακόμα για το φλαμίνγκο
Ένα φλαμίνγκο για να φτάσει εδώ αναζητώντας την τροφή του μπορεί να διανύσει έως 6.500 χιλιόμετρα.
Για σκεφτείτε το 6000 χιλιόμετρα!
Είναι μαγικό και αξιοθαύμαστο.
Αυτό και μόνο θα μπορούσε να αποτελεί πόλο έλξης επισκεπτών.
Το όνομα φλαμίνγκο προέρχεται από την πορτογαλική ή ισπανική λέξη “flamengo”, που σημαίνει “αυτός που έχει το χρώμα της φλόγας”.
Στη γλώσσα μας το περίεργο αυτό πουλί ονομάζεται φοινικόπτερος που έχει, παρόμοιο νόημα,καθώς η λέξη “φοινικόπτερος” σημαίνει “αυτός που έχει φτερά στο κόκκινο χρώμα του αίματος”.
Τα φτερά τους διαθέτουν διάφορες αποχρώσεις του πορτοκαλί και του ροζ χρώματος.
Αυτό οφείλεται στις χρωστικές των τροφών που καταναλώνουν, οι οποίες περιέχουν καροτενοειδείς χρωστικές,ωστόσο, υπάρχει ένα εξαιρετικά σπάνιο φλαμίνγκο χρώματος μαύρου, το οποίο εθεάθη σε Περιβαλλοντικό Κέντρο της Κύπρου.
Η εξαίρεση αυτή φαίνεται να οφείλεται στην απορρόφηση υπερβολικής ποσότητας μελανίνης από την τροφή που καταναλώνει το συγκεκριμένο φλαμίνγκο
Τα φλαμίνγκο μπορούν να ζήσουν μέχρι και (50) πενήντα χρόνια,καταπληκτικό!
Γενικά τα φλαμίνγκο επιλέγουν ως τόπο διαμονής τους ρηχούς παράκτιους υγρότοπους, όπως παράκτιες λιμνοθάλασσες, πλημμυρισμένες περιοχές, αλμυρές και γλυκές λίμνες, αλυκές ή εκβολές ποταμών και πολλές φορές αφιλόξενες λίμνες με αυξημένα επίπεδα άλατος και ανθρακικού νατρίου, εκεί όπου δεν φυτρώνει τίποτα και το νερό είναι ακατάλληλο προς πόση για τα υπόλοιπα ζώα.
Τρέφονται με μικρά θαλάσσια ασπόνδυλα, όπως γαρίδες και μαλάκια και γίνονται σεξουαλικά ώριμα σε ηλικία 2-3 ετών.
Είναι μονογαμικό είδος που φωλιάζει σε αποικίες.
Τα θηλυκά γεννούν μόνο ένα αυγό το χρόνο, το οποίο τοποθετούν στην κορυφή ενός λοφίσκου από χώμα,το οποίο επωάζουν για 28-29 ημέρες.
Οι γονείς το κλωσούν εναλλάξ, ενώ και οι δύο παράγουν στον φάρυγγά τους ένα πολύ θρεπτικό, κόκκινο «γάλα» με το οποίο ταΐζουν το νεοσσό τους δύο πρώτους μήνες της ζωής του,αξιοσημείωτο δε είναι πως κατά την περίοδο της αναπαραγωγής μπορεί να γίνουν ακόμα και επιθετικά.
Τα μικρά τους φεύγουν από την φωλιά 70-75 ημέρες μετά από την εκκόλαψή τους.
Τα φλαμίνγκο, αφού εγκαταλείψουν τη φωλιά τους, ζουν πολλά μαζί δημιουργώντας τεράστιες αποικίες.
Παρά το γεγονός ότι ενδέχεται να υπάρχουν μαζεμένα παραπάνω από 30.000 πουλιά, τα νεαρά φλαμίνγκο δέχονται να τα ταΐσουν μόνο οι γονείς τους, οι οποίοι τα ξεχωρίζουν από τις τσιρίδες τους!
Είναι πουλιά που προτιμούν την απομόνωση και αποφεύγουν την ανθρώπινη παρουσία.

Αυτά λοιπόν τα πουλιά, τα φλαμίνγκο, τα ιερά πουλιά των αρχαίων Ελλήνων που συνόδευαν τον Θεό Απόλλωνα, μαζί με πολλά άλλα τα συναντάμε στον υδροβιότοπο της Αλυκής του Αιγίου, όπου είναι συχνοί επισκέπτες.

Ο υδροβιότοπος είναι περιοχή Natura-2000, δηλαδή αναγνωρισμένη πανευρωπαϊκά και με επίσημο καθεστώς προστασίας,

Όθων Κουμαρέλλας:Παρατηρώ τελευταία, ότι κύκλοι της «αντιπολίτευσης» προσπαθούν να συντηρήσουν με κάθε μέσο και τρόπο την τρομολαγνεία σε σχέση με τον κορωναϊό.

Από το χρονολόγιο του Othon Koumarellas https://www.facebook.com/othon.koumarellas/posts/4915527485203607

Παρατηρώ τελευταία, ότι κύκλοι της «αντιπολίτευσης» προσπαθούν να συντηρήσουν με κάθε μέσο και τρόπο την τρομολαγνεία σε σχέση με τον κορωναϊό.

Ίσως πιστεύουν, ότι ανοίγεται χώρος για να κατηγορήσουν την κυβέρνηση ότι προσπαθεί να επιβάλλει μια νέα στρατηγική «αντιμετώπισης» της πανδημίας που έχει να κάνει με την ανοσία της αγέλης, μοχλεύοντας φοβίες και προλειαίνοντας το έδαφος για μια τρικομματική διαχείριση του κράτους κατά τας επιθυμίας των Βρυξελλών.
Έτσι, υπερθεματίζουν στη θανατολαγνεία.
Αρνούνται την αποδεδειγμένη (και ομολογημένη εξ αρχής δια στόματος του ίδιου του Σ. Τσιόρδα από τον Απρίλιο του 2020 και πρόσφατα από τον ίδιο τον Μητσοτάκη) τακτική «υπερκαταγραφής» θανάτων από covid, ενώ ακόμη και ο ΕΟΔΥ ποτέ δεν χρησιμοποίησε την πρόθεση «από» αλλά ανέκαθεν χρησιμοποιεί την πρόθεση «με».
Αρνούνται το διεθνώς πανθομολογούμενο γεγονός ότι πλέον η πανδημία -δια της «Ο»- ουσιαστικά έχει λήξει και οι χώρες, η μια μετά την άλλη, αποσύρουν τα φασιστικά μέτρα.
Πιστοί στη «γεροτζάφεια» προπαγανδιστική τακτική κατηγορούν την κυβέρνηση, ότι περίπου δικαιώνει τους «αρνητές» με τις παραδοχές της, προσπαθώντας να χαϊδέψουν τα αυτιά των εναπομεινάντων «αψέκαστων» οπαδών της πολιτικής ορθότητας των παραλλαγών του ακραίου κέντρου όπως αυτό εκφράζεται από την πτέρυγα ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ (με το ΚΚΕ και την εξωκοινοβουλευτική «αριστερά» πάντα στον δικό τους κόσμο να σιγοντάρουν ψαρεύοντας στα θολά νερά του φόβου των ανθρώπων).
Αγνοούν ότι προσπαθώντας να «αντιπολιτευτούν» από τη θέση του ναζιστικού ακραίου κέντρου τον Μητσοτάκη, ουσιαστικά ταυτίζονται με τις χειρότερες εκδοχές της πολιτικής του, αποτελώντας έτσι τα νέα freikorps του καθεστώτος.
Δεν είναι κακό -και καλό μας κάνουν.
Διότι έτσι ξεκαθαρίζει το τοπίο και τα στρατόπεδα γίνονται απολύτως διακριτά. Το «συνταγματικό» σύμπλοκο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ με τις παραφυάδες του στα δεξιά και τα αριστερά από τη μια πλευρά και η στενάζουσα από τον ζυγό κοινωνία από την άλλη.
Μια στενάζουσα από τον φασιστικό ζυγό κοινωνία που ψάχνει να βρει διέξοδο και αργά ή γρήγορα θα την βρει.
Να δούμε τότε που θα τρέχουν να κρυφτούν οι απανταχού τυφλοπόντικες και οι πιο άθλιοι εκφραστές της ναζιστικής νέας τάξης στο όνομα της «αριστεράς» και της... προόδου.