Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Ο "Υπηρέτης δύο Αφεντάδων" του Goldoni Carlo στο θέατρο Κνωσσός

Η θεατρική ομάδα της ΔΡΑΣΗΣ για την Κοινωνία,τον Πολιτισμό και την Ποιότητα Ζωής , παρουσιάζει 5 & 6 Οκτωβρίου στο θέατρο Κνωσσός , το θεατρικό έργο "Υπηρέτης δύο Αφεντάδων" του Goldoni Carlo

Λίγα λόγια για τον συγραφέα
Ο Goldoni Carlo γεννήθηκε στη Βενετία, στις 25 Φεβρουαρίου του 1707  και πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Φεβρουαρίου 1793.
Ήταν Ιταλός κωμωδιογράφος , ο οποίος θεωρείται ότι ανανέωσε την ιταλική κωμωδία, απομακρυνόμενος από τις χοντροκομμένες φάρσες, δημιουργώντας την «κωμωδία χαρακτήρων».
Στα έργα του, παρουσιάζονται χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες της μεσαίας τάξης του καιρού του.
Στο ιταλικό θέατρο εμφανίστηκε με την τραγωδία Amalasunta στο Μιλάνο, το οποίο αποτέλεσε θεατρική και οικονομική αποτυχία.
Ο διευθυντής της όπερας του τόνισε ότι στη Γαλλία ο συγγραφέας θα έπρεπε να προσπαθήσει να ευχαριστήσει το κοινό , αλλά στην Ιταλία έπρεπε να συμβουλευτεί και να ευχαριστήσει τα μέλη του θιάσου.
Έπειτα από αυτό, ο Goldoni Carlo  έκαψε το χειρόγραφο του έργου.
Το επόμενο έργο του με τίτλο Belisario (1734) είχε μεγαλύτερη επιτυχία.
Ταυτόχρονα, έγραφε λιμπρέτα για όπερα, ενώ υπηρέτησε ως πνευματικός διευθυντής της βενετσιάνικης όπερας San Giovanni Grisostomo.
Σύντομα ανακάλυψε ότι είχε μεγαλύτερο ταλέντο στην κωμωδία, ενώ συνειδητοποίησε ότι η ιταλική σκηνή χρειαζόταν μια μεγάλη ανανέωση.
Σαν πρότυπό του είχε τον Molière και το 1738 παρουσίασε την πρώτη του κωμωδία, με τίτλο L'uomo di mondo.
Ακολούθησαν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του έργα, στα οποία διαφαινόταν το ιδιαίτερο στυλ γραφής του που συνδύαζε το ύφος του Molière  και τη δυναμική της Commedia dell'arte , προσθέτοντας παράλληλα τή δική του προσωπική πινελιά.
Μετά το 1748, ο Goldoni Carlo συνεργάστηκε με το συνθέτη Baldassare Galuppi , συνεισφέροντας σημαντικά στην ανάπτυξη της Opera Buffa , είδος κωμικής ναπολιτάνικης όπερας με κύρια χαρακτηριστικά την παρωδία και το φλύαρο «parlando».
Η Opera Buffa γεννήθηκε στο τέλος της εποχής του Μπαρόκ (1720-1730) και προέκυψε από τα σύντομα κωμικά μουσικά επεισόδια που παίζονταν ανάμεσα στις τρεις πράξεις μιας σοβαρής όπερας.
Στις κωμωδίες του που ακολουθούσαν αυτή τη φόρμα, ο Goldoni Carlo ενσωμάτωσε χαρακτήρες της Commedia dell'arte με αναγνωρίσιμα στοιχεία από την σύγχρονή του πραγματικότητα, συνήθειες και χαρακτήρες της μεσαίας τάξης και της καθημερινότητας της Βενετίας.
Το 1761, εξαιτίας της διαμάχης του με το θεατρικό συγγραφέα Carlo Gozzi ,  ο οποίος τον κατηγόρησε ότι στέρησε από το Ιταλικό θέατρο την ποίηση και τη φαντασία, μετακόμισε αγανακτισμένος στο Παρίσι, όπου έγινε δεκτός στην Αυλή και τέθηκε υπεύθυνος του Ιταλικού Θεάτρου.
Έμεινε στη Γαλλία μέχρι το τέλος της ζωής του, γράφοντας στα γαλλικά τα έργα του και τα Απομνημονεύματά του.
Υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα.
Όταν αποσύρθηκε στις Βερσαλλίες, δεχόταν σύνταξη από τον ίδιο το Βασιλιά, την οποία έχασε μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά αποδόθηκε ξανά στη σύζυγό του μετά το θάνατό του.
Ο Goldoni Carlo ενδιαφερόταν για τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, τη φιλοσοφία, το κίνημα του Ουμανισμού, ενώ ασκούσε κριτική στην αλαζονεία, στην αδιαλλαξία και την κατάχρηση εξουσίας. Συχνά σατίριζε τους υπερόπτες ευγενείς και τους φτωχούς που δεν είχαν τιμιότητα και αξιοπρέπεια.
Λίγα λόγια για το έργο:
"Υπηρέτης δύο Αφεντάδων" τίτλος πρωτότυπου:
Il servitore di due padroni
Ο "Υπηρέτης δύο Αφεντάδων" είναι η διάσημη κωμωδία του Carlo Goldoni , που γράφτηκε το 1745 .
Σε πλήρη αρμονία με την παράδοση της Commedia dell'Arte , ο Goldoni έγραψε το έργο με τη μορφή canovaccio , ένα σενάριο που χρησιμοποιείται από τους ηθοποιούς της commedia dell'arte 
Κεντρικό πρόσωπο του παιχνιδιού είναι ο Truffaldino , ο υπηρέτης των δύο κυρίων, ο οποίος , για να μην αποκαλυφθεί η πονηριά του και να αποκομίζει τα οφέλη και από τους δύο αφεντάδες , συνυφαίνει μια απίστευτη ιστορία σε απίστευτο βαθμό, δημιουργώντας μόνο παρανοήσεις και προβλήματα.
Ο Truffaldino ή Arlecchino , ενεργεί ως ανόητος όταν τα πράγματα δεν τον ενδιαφέρουν , αλλά δείχνει μεγάλη πονηριά σε καταστάσεις που τον αγγίζουν άμεσα.
Ο Truffaldino, είναι  παμπόνηρος, πολυμήχανος, γκαφατζής , αναιδής αλλά άκακος ήρωας που εκπροσωπεί τους υπηρέτες όλων των εποχών.
Υπηρετεί ,  ξεγελά , πληρώνεται από δύο κυρίους και σταδιακά φτάνει να διαφεντεύει τις ζωές τους.
Τα θαλασσώνει και τα μπαλώνει, ενώ περιπλέκει τους πάντες και τα πάντα.
Τι γίνεται όμως όταν ο έρωτας τον επισκέπτεται;
Το έργο του Goldoni Carlo "Υπηρέτης δύο Αφεντάδων" είναι μια σάτιρα για τον έρωτα, το πάθος για ευτυχία, αλλά και την αγωνιώδη προσπάθεια για επιβίωση , την αγωνιώδη προσπάθεια του Υπηρέτη για επιβίωση.
Ο Goldoni Carlo μέσα από το χιούμορ αλλά και με μια διεισδυτική κριτική ματιά στις συμπεριφορές των ηρώων του, αποκαλύπτει την ηθική παρακμή μιας κοινωνίας που στηρίζεται στην υποκρισία και την διαφθορά.
Η περιπέτεια για την κατάκτηση του αντικείμενου του πόθου του αφέντη, συνυπάρχει με την περιπέτεια για τον κορεσμό της πείνας του υπηρέτη, που επιστρατεύει όλη του την τέχνη για να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο που μόνο δημαγωγικά ενδιαφέρεται για την ικανοποίηση των αναγκών του.
Ο «Υπηρέτη δύο Αφεντάδων» του Carlo Goldoni είναι ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου θεάτρου και η θεατρική ομάδα της  ΔΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ & ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ μας καλεί όλους να το παρακολουθήσουμε στις 5 ή στις  6 Οκτωβρίου στο θέατρο Κνωσσός - Πατησίων 195 και Κνωσσού

Κείμενο και επιμέλεια κειμένου: ntina

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Δημοτικό Θέατρο Νέας Ιωνίας-και η παράσταση «Δεν Είμαι Εγώ»

Οι παραστάσεις του καλλιτεχνικού έργου «Δεν Είμαι Εγώ» στο  Δημοτικό Θέατρο Νέας Ιωνίας συνεχίζονται κάθε Σάββατο & Κυριακή στις 8:30 μέχρι τέλος Απριλίου,η είσοδος είναι ελεύθερη.
Το «Δεν Είμαι Εγώ» αν και έργο εποχής χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα. Έχει ενδιαφέρουσα πλοκή και ωραίους χαρακτήρες. Θίγει θέματα καυτά και σατιρίζει τα ήθη της εποχής με ζωντανό χιούμορ.
Δες τε περισσότερε ςπληροφορίες για το έργο αλλά και πολλές-πολλές φωτογραφίες στο www.galatsinews.gr

galatsinews:togalatsi.blogspot.gr

Γαλάτσι- 28-03-2018

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

«Οι Μάγισσες του Σάλεμ» του Άρθουρ Μίλλερ,στο θέατρο Κνωσσός από τη θεατρική ομάδα Δράση

συντάκτης galatsinews,gr
Γαλάτσι-11-3-2018

Σαββάτο βράδυ και το  θέατρο Κνωσσός ήταν γεμάτο κόσμο!
Παιζόταν το θεατρικό «Οι Μάγισσες του Σάλεμ» του Άρθουρ Μίλλερ,από τη θεατρική ομάδα της Δράσης
Σίγουρα η θεατρική ομάδα έδωσε τον καλύτερό της εαυτό σε μία πραγματική δύσκολη θεατρική δοκιμασία,και
κατάφερε να σταθεί αντάξια των προσδοκιών
Το έργο έχει μια τεράστια υστεροφημία όπου και αν αυτό έχει παιχτεί, σε θέατρο και σε κινηματογράφο.
Το Hollywood και το Broadway έχουν προσφέρει τόσο έντονα κινηματογραφικά και θεατρικά βιώματα που τόσο για τους ηθοποιούς όσο και για τους θεατές « Οι Μάγισσες » έχουν πάντα  να παλέψουν με χαραγμένες μνήμες εξαιρετικών ερμηνειών «καλλιτεχνικών τεράτων»..
δείτε φωτογραφίες και ώρες παράστασης του έργου:www.galatsinews.gr
galatsinews:togalatsi.blogspot.gr


Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Θανάσης Παπαγεωργίου: Αν δεν έχεις να πεις κάτι, να σιωπάς

Αν δεν έχεις να πεις κάτι, να σιωπάς. Αν έχεις να πεις, να ξέρεις ότι έχεις μεγάλη ευθύνη, γιατί ο κόσμος δίνει μεγάλη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που έχει μια δημοσιότητα και μπορεί και δημοσιοποιεί την άποψή του. Να ξέρεις, λοιπόν, ότι αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο, γιατί μπορείς να τον πάρεις και στο λαιμό σου. Να τον πάρεις στο λαιμό σου και να τον καταστρέψεις! Και να τον καταστρέψεις, και κυριολεκτικά, και μεταφορικά!»

Θανάσης Παπαγεωργίου,o ηθοποιός, o σκηνοθέτης, o δάσκαλος, o συγγραφέας και o ιδρυτής του θεάτρου Στοά
Κύριε Παπαγεωργίου, πώς αποφασίσατε να ανεβάσετε αυτό το έργο; 
Να κλείσω το παράθυρο, μισό λεπτό, γιατί έχει παρέλαση έξω […] Είναι οι πατροπαράδοτες παρελάσεις με τη Σοφία Βέμπο…
Εκεί σταμάτησε η σύγχρονη ιστορία στα δικά μας σχολικά βιβλία:
Στο Αλβανικό…
Λοιπόν; Πώς διαλέξατε αυτό το έργο; 
Δεν έχω απάντηση στο γιατί το διάλεξα. Δεν ξέρεις ποτέ γιατί διαλέγεις κάτι. Σου μιλάει, σου λέει κάτι μέσα σου. Είναι σαν το ζωγράφο, που δεν μπορείς να του πεις «γιατί ζωγράφισες αυτό το δέντρο κι όχι μια θάλασσα, εκείνη την ημέρα;».
Μου δόθηκε το κείμενο, μου άρεσε, είδα ότι μπορεί να γίνει κάτι από εκεί μέσα, και το αποφάσισα. Βέβαια, έχω μία αγάπη για το ρεμπέτικο τραγούδι, έχω μεγαλώσει μ’ αυτό –χωρίς να σημαίνει ότι ακούω μόνο ρεμπέτικα- απλώς το αγάπησα γιατί προέρχομαι από προσφυγική οικογένεια, από Κωνσταντινοπολίτες διωγμένους.
Είναι φυσικό, όλα αυτά να με ακουμπάνε περισσότερο. Από κει και πέρα, έχω και γω μία μανία με τις αυτοβιογραφίες, γιατί πιστεύω ότι εκεί μέσα κρύβεται πάρα πολύ μεγάλος θησαυρός. 
Από τους ανθρώπους που διηγούνται τη ζωή τους βγάζεις πάρα πολλά πράγματα, που δεν τα γράφει η Ιστορία, δεν τα γράφουν οι εφημερίδες και τα περιοδικά, και είναι σπουδαίο πράγμα. 
Πόσο μάλλον, όταν σου δίνεται η δυνατότητα, να την αφηγηθείς εσύ αυτή την βιογραφία και να την νιώσεις. 
Να νιώσεις για λίγο ο οποιοσδήποτε που λέει τα πάθη της ψυχής του. 
Έτσι «συγκινήθηκα» από αυτό το έργο και κατέληξα στην παράσταση αυτή.
Όμως, συμπωματικά, έτυχε να γνωρίσω τον Βαμβακάρη. 
Την πρώτη φορά, πρέπει να ήταν γύρω στο 1948 με ’50. 
Ήμουν δέκα, δώδεκα χρονών παιδάκι, που τον γνώρισα χωρίς να το ξέρω, σε μια ταβέρνα στις Τζιτζιφιές. Το πιο εντυπωσιακό σ’ εκείνο όλο το σκηνικό, ήταν ένα βάθρο, σαν κι αυτά που είχε ο δάσκαλος στο σχολείο, που επάνω του ήταν καρέκλες που καθόντουσαν άνθρωποι με όργανα. 
Κάποιοι στην πρώτη σειρά, κάποιοι σε μια δεύτερη και ένας ή μία με γυρισμένη την πλάτη, στο πιάνο. 
Έπαιζαν «τα μάγκικα», όπως έλεγε ο μπαμπάς.
Τη δεύτερη φορά, ήμουν 30 χρονών. 
Ήταν τον Οκτώβριο του 1969, όταν έκανα την πρώτη μου σκηνοθεσία, ανεβάζοντας την «Αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη στην Κοκκινιά, με την πρώτη μορφή του «Θεάτρου Στοά», που ήταν τα «Βήματα». 
Για μουσική σκέφτηκα, ποιόν άλλον, τον Μάρκο, που έμενε και λίγο πιο κάτω απ' το θέατρο που θα δίναμε παραστάσεις και πάω και τον βρίσκω. 
Καθόταν σε μια καρέκλα έξω από το σπίτι του. 
Δέχτηκε ευγενέστατα να μου παραχωρήσει τις μουσικές του, αλλά να παίξει εκείνος δεν θα μπορούσε (τώρα διαβάζω ότι την ίδια ακριβώς εποχή έδινε τις συνεντεύξεις στηνΑγγελική Βέλλου – Κάιλ, για την αυτοβιογραφία του) και θα έστελνε τον Στελλάκη (το γιό του) να μας παίξει στο στούντιο ό,τι θέλαμε. Όπως κι έγινε.
Και η τρίτη φορά, είναι αυτή. 
Έκανε και η ζωή μου έναν κύκλο, γύρω από τον Μάρκο. 2017, έρχομαι να τον ερμηνεύσω στη σκηνή. 
Να τον ζωντανέψω. Αυτόν. 
Τον εφημεριδοπώλη, τον χαμάλη, τον εκδορέα. 
Τον μάγκα. 
Τον χασικλή. 
Τον αλανιάρη. 
Τον γκομενιάρη. 
Τον μύθο, τον Πατριάρχη του ρεμπέτικου, τον δάσκαλο. 
Κάποιον απ’ όλους αυτούς που καθόντουσαν εκεί πάνω στο πάλκο το 1948, εκείνον που πήγα στο σπίτι του για να μου δώσει τη μουσική του το 1969.
Πόσο δύσκολο ήταν για σας, να ανεβείτε στη σκηνή ως Μάρκος Βαμβακάρης; 
Ξέρετε, όλα είναι δύσκολα. 
Είτε σαν Μάρκος Βαμβακάρης, ανεβαίνεις, είτε σαν Ιούλιος Καίσαρας, είναι πάρα πολύ δύσκολο. 
Η δουλειά μας είναι αυτή. 
Να υποδυόμαστε έναν άλλον άνθρωπο. Τώρα πώς το καταφέρνουμε και πώς το κάνουμε; 
Άλλος το καταφέρνει εύκολα, άλλος πιο δύσκολα, όπως και να ‘χει το πράγμα ματώνει! 
Δεν είν’ εύκολο.
Είναι σαν να ανασταίνεις έναν άνθρωπο και να τον φέρνεις στο τώρα, στην πραγματικότητα; Όπως αυτό που έγραψε ο Κιμούλης για τη "Ρεαλιστική υποκριτική", αναφερόμενος σε εσάς και στην παράστασή σας; Δεν ξέρω αν θέλετε να πείτε κάτι γι’ αυτό. Δηλαδή, πώς εσείς βλέπετε το θέατρο σήμερα;
Το θέατρο που υπηρετώ τείνει να χαθεί. 
Δεν ξέρω πόσοι θεατρίνοι ακόμη το υπηρετούν, με τον τρόπο αυτό. Υπάρχουν. 
Όχι ότι δεν υπάρχουν. 
Αλλά δε νομίζω ότι θα προτιμώνται, ή ότι θα εισακούονται. 
Είναι μία τέχνη που μοιάζει σαν την τέχνη των παλιών κατασκευαστών που χάνεται, εξανεμίζεται. 
Σαν τους ανθρώπους που δουλεύανε με τα χέρια τους. 
Ήταν η δουλειά τους χειρωνακτική. 
Φτιάχνανε ψάθες, ακονίζανε μαχαίρια, φτιάχνανε έπιπλα με το χέρι.
Δεν υπάρχει πια αυτό. 
Τώρα έχει μπει μια ψευτοθεωρία στα πράγματα, που έχει αλλοιώσει τελείως τον στόχο. 
Το θέατρο δεν είναι θεωρητική πράξη. 
Η θεωρία ανήκει στους θεατρολόγους και είναι μια άλλη ιστορία. 
Άστους αυτούς. 
Δεν έχουν σχέση με το θέατρο, παρά μόνο θεωρητική.
Εμείς, οι εργάτες του θεάτρου, τα μαστόρια του θεάτρου, παίρνουμε το σφυρί και το καρφί και δουλεύουμε. 
Δεν γίνεται αλλιώς. 
Τώρα πια αυτό, τείνει να χαθεί τελείως. 
Όλα γίνονται στο μυαλό. 
Όλα κατασκευάζονται θεωρητικά και όλα απευθύνονται σε ένα ανύπαρκτο κοινό, κατά τη δική μου γνώμη. 
Δεν κακίζω τα παιδιά που κάνουνε αυτή τη δουλειά. 
Απλώς πιστεύω ότι όντως το κοινό είναι ανύπαρκτο, με την έννοια ότι δεν ξέρει τι θέλει. 
Δεν ξέρει τι ζητάει. 
Οπότε, τι να του δώσεις;
Η δουλειά μας είναι μια δουλειά αμφοτερόπλευρη: αν δεν σου δώσει ο θεατής δεν του δίνεις, κι αν του δώσεις, σου δίνει. 
Λοιπόν, αν δεν υπάρχει αυτό το "παιχνίδι", θέατρο δεν στήνεται στα πόδια του. 
Συνηθίζω πάντα να λέω, ότι το κάθε κοινό είναι άξιο του ηθοποιού του και ο κάθε ηθοποιός άξιος του κοινού του. 
Ο διάλογος, δηλαδή, είναι άξιος των ανθρώπων που τον κάνουνε. 
Όσο αυτοί θέλουν να κάνουν διάλογο μεταξύ τους, θα γίνεται. 
Όταν δεν θέλουν ή δεν μπορούν ή δεν ξέρουν τι θα πει διάλογος, τότε δεν μπορούν, δεν κάνουν, και δεν ξέρουν.
Πώς καταλήξατε σε αυτόν τον τρόπο θεατρικής δουλειάς; 
Μα αυτό σπούδασα. Δεν κατέληξα, δεν παιδεύτηκα ανάμεσα σε διάφορες μεθόδους και διάλεξα αυτήν. Αυτό το θέατρο έμαθα. Είμαι παλιός ηθοποιός, κάνω κοντά 60 χρόνια θέατρο.
Σπουδάσατε στη Δραματική Σχολή του Χρήστου Βαχλιώτη… 
Ναι, αυτό το θέατρο μάθαμε, αυτό το θέατρο κάναμε, αυτό το θέατρο υπηρετήσαμε. 
Και δε νομίζω ότι υπήρχε, τότε, άλλο θέατρο. 
Υπήρχε το θέατρο της αλήθειας. Το θέατρο που ο ηθοποιός έπρεπε να υποδυθεί ένα ρόλο. 
Το να «υποδυθεί» είχε άλλη ερμηνεία τότε, από ό,τι έχει σήμερα. 
Το θέατρο είναι μία πράξη σωτήρια για μας. 
Με το θάνατο τα βάζουμε, με τον άνθρωπο τα βάζουμε, με την ύπαρξη τα βάζουμε. 
Με τον εαυτό μας τα βάζουμε. 
Αναμετριόμαστε, θέλω να πω.
Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά…
Όχι. Μα, είναι πολύ δύσκολη η δουλειά στο θέατρο. 
Μη κοιτάτε που οι μισοί Έλληνες είναι ηθοποιοί και οι άλλοι μισοί είναι συγγραφείς. 
Δυστυχώς έχει εξελιχθεί έτσι το πράγμα. 
Στην πραγματικότητα είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά, μα πάρα πολύ δύσκολη δουλειά. 
Δυστυχώς όμως έχει γίνει ευτελέστατη, μπορεί να την κάνει ο καθένας, να δηλώσει ηθοποιός, να δηλώσει σκηνοθέτης, να δηλώσει θεατρώνης. 
Εντάξει. 
Το κακό είναι να δηλώνει και θεατράνθρωπος.
Εσείς, ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, τόσα χρόνια, έχετε καταθέσει τεράστιο έργο μέσα και από το θέατρο Στοά, έχετε πάρει πολλά βραβεία και έχετε καταθέσει την ψυχή σας, όχι μόνο ως ηθοποιός αλλά και ως συγγραφέας και ως δάσκαλος του θεάτρου. 
Θα θέλατε να μας πείτε πως φτάσατε ως εδώ;  
Είναι μεγάλη κουβέντα. 
Πώς έφτασα; 
Ξέρω ‘γω; Ξεκίνησα, δούλεψα, σπούδασα, διάβασα, μελέτησα, αγωνίστηκα. Δεν φτάνει κανείς στο σημείο που είναι, διά μιας… 
Ούτε αυτό μπορεί να το περιγράψεις μέσα σε μία ώρα αφήγησης.
Είναι αυτό που λέω για τον Μάρκο. 
Η ζωή του ολόκληρη γράφτηκε μέσα σε 300 σελίδες βιβλίου. 
Όμως 6 μήνες κάθισε η Αγγελική μαζί του και μιλάγανε. 
Ξεκινούσανε κάθε πρωί, πίνανε καφεδάκι και τα λέγανε, για να γραφτεί. 
Κι εμείς έπρεπε να αποδώσουμε αυτές τις 300 σελίδες, μέσα σε 20-25 σελίδες. 
Δεν γίνεται. 
Αυτό που είδατε στην παράσταση, είναι ένα μέρος της ζωής του Μάρκου. 
Τα σημαντικότερα, ίσως, στοιχεία, ή τουλάχιστον αυτά που σκιαγραφούν έναν άνθρωπο, ένα χαρακτήρα, μία πορεία. 
Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι σύνθετη.
Πώς είναι να έχετε ένα θέατρο στην Ελλάδα της κρίσης; 
Δύσκολα. Πάντα δύσκολα ήτανε. 
Όταν θέλεις να κάνεις ένα αληθινό θέατρο, η πορεία είναι δύσκολη, δεν είναι εύκολη. Λοιπόν, περάσαμε αυτά τα 47 χρόνια μέσα στη Στοά, και άλλα 10 χρόνια εκτός Στοάς, πάρα πολύ δύσκολα! 
Οι επιλογές δυσκολεύουν την πορεία, και δυσκολεύουν τη ζωή σου. 
Έκαστος «εφ’ ω ετάχθη».
Είχατε δηλαδή πάντα κρίση. Δεν την ανακαλύψατε τα τελευταία χρόνια.  
Το ποιοτικό θέατρο είχε, έχει, και θα έχει πάντα κρίση. Δεν είναι από τις επιλογές του κοινού. 
Το ευρύ κοινό θέλει να χαχανίσει, θέλει να διασκεδάσει, θέλει να σαχλαμαρίσει, να χαβαλεδιάσει.
Δηλαδή, είναι αυτό που λέγατε πριν για τις επιλογές; Πόσο δύσκολο είναι να είναι κανείς συνεπής με τις επιλογές του; Βλέπουμε και στην παράσταση πόσα πέρασε ο Μάρκος Βαμβακάρης, για να μείνει συνεπής με αυτές. 
Μα, αυτό χαρακτηρίζει τη ζωή του ανθρώπου, η συνέπεια απέναντι στις επιλογές του και τις αξίες του.
Αν ρωτήσουμε πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες για τον Βαμβακάρη, προφανώς θα μιλήσουν με τα καλύτερα λόγια, αλλά πού βρίσκονται οι επιλογές του Βαμβακάρη μέσα στις δικές τους; 
Η άποψή τους και η στάση τους απέναντι στον Βαμβακάρη, είναι μάλλον αυτή που φαίνεται σε κάποιες διασκευές των ρεμπέτικων τραγουδιών, που είναι πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια. 
Αυτό δεν είναι απλώς ύβρις. 
Είναι αμάθεια. 
Μια άγνοια. 
Είναι προσβολή στο έργο του άλλου.
Για παράδειγμα, η «Φραγκοσυριανή» -λέω και το πιο απλό και το πιο αθώο τραγούδι του Μάρκου- δεν είναι τραγουδάκι που μπορείς να το κάνεις rap. 
Πόσο μάλλον το «Αργοσβήνεις μόνη», ή το «Τα δυο σου χέρια πήρανε, βεργούλες και με δείρανε». 
Δεν μπορείς να πάρεις αυτά τα τραγούδια και να τα εκμοντερνίσεις.
Γιατί, κατ’ αρχήν, τι θα πει εκμοντερνίζω; 
Δηλαδή, να πιάσω τον Βαν Γκόγκ και να τον ζωγραφίσω αλλιώς; 
Κάν’ το! 
Αν μπορείς, κάν’ το! 
Δεν μπορείς! 
Τι θα κάνεις; 
Θα αλλάξεις τα χρώματα; 
Θα αλλάξεις τα πρόσωπα; 
Πώς μπορείς λοιπόν, να παίρνεις τη μουσική κάποιου και  να της φοράς από κάτω μια μουσική τέκνο, ας πούμε, ή χιπ χοπ, ή δεν ξέρω τι; 
Με ποιο θράσος το κάνεις αυτό;
Βέβαια, έχει την εξήγησή του, ότι δεν έχεις φαντασία, δεν έχεις έμπνευση, δεν δημιουργείς, κι έτσι γραπώνεσαι από το έργο ενός άλλου, το κακοποιείς και υπάρχεις και συ.  
Είναι το ίδιο που γίνεται με τις Αρχαίες Τραγωδίες. 
Διασκευάζεται πλέον ο Ευριπίδης. 
Αλλάζουν τα λόγια στον Ευριπίδη. 
Αυτό δεν λέγεται απλώς ύβρις. 
Είναι αμάθεια, είναι άγνοια, είναι αμορφωσιά. Δεν έχει όνομα αυτό.
Δηλαδή είναι σαν να θέλουν να πάρουν ατόφιο αυτό που τους έχουν δώσει οι προηγούμενοι, χωρίς όμως να το μεταμορφώνουν σε κάτι άλλο, να το ανανοηματοδοτούν, ώστε να βγει κάτι δικό τους; 
Δεν έχουν να πουν κάτι δικό τους. 
Αν είχαν να πουν κάτι δικό τους θα το λέγανε. 
Επειδή δεν έχουν να πουν κάτι δικό τους, παίρνουν το έργο κάποιου, το λένε όπως θέλουν με τα δικά τους τα λόγια. 
Και κάπως έτσι παίρνουν το έργο του Ευριπίδη και του αλλάζουν το φινάλε. 
Τι να πεις; 
Πώς να το χαρακτηρίσεις αυτό; 
Να το αναλύσεις; 
Δεν αναλύεται.
Από την άλλη, υπάρχει η άποψη, ότι τραγούδια που δεν ακούγονται, τουλάχιστον τα μαθαίνει η νεολαία με αυτόν τον τρόπο. 
Αυτοί που το λένε αυτό, πέφτουν στην ίδια παγίδα. 
Αν ζούσατε στο χωριό και βλέπατε Σαίξπηρ από ερασιτεχνικό θίασο, θα είχατε μία άποψη για τον Σαίξπηρ, όποια έχει και ο συγκεκριμένος ερασιτεχνικός θίασος, με τις δυνατότητες που διαθέτει. 
Και πιθανόν, να μισούσατε τον Σαίξπηρ.
Λοιπόν, όποιος θέλει να ακούσει τα τραγούδια του Βαμβακάρη, παντού υπάρχουν.
Και σε κάποια πανεπιστήμια του εξωτερικού διδάσκουν το ρεμπέτικο τραγούδι, ως το μοναδικό βιωματικό τραγούδι στον κόσμο, και για τους στίχους και για τη μουσική του. 
Μα αυτή η αυτοβιογραφία του Μάρκου, ξεκίνησε από τον άντρα της Βέλλου – Κάιλ, ο οποίος έκανε μελέγη για πανεπιστήμιο της Αμερικής, πάνω στο ρεμπέτικο τραγούδι. Έτσι ήρθαν στην Ελλάδα για να του ζητήσουνε να πάει στην Αμερική να κάνει κάποιες διαλέξεις, αλλά δεν μπορούσε ο Μάρκος γιατί δεν του επιτρεπότανε η έξοδος από τη χώρα, λόγω χασισιού. 
Αυτό ήταν το έναυσμα για την αυτοβιογραφία του. Έτσι ξεκίνησαν και την έγραψαν. 
Άλλο αν ο Μάρκος είχε ξεκινήσει από πριν και έγραφε την αυτοβιογραφία του σε ένα τετράδιο. 
Άλλο αυτό.
Τι θα λέγατε στους νέους καλλιτέχνες και σ' εκείνους που ασχολούνται με τη μουσική αλλά και με το θέατρο; 
Στα νέα παιδιά που ασχολούνται με την Τέχνη, γενικά; 
Αν δεν έχεις να πεις κάτι, να σιωπάς. 
Αν έχεις να πεις, να ξέρεις ότι έχεις μεγάλη ευθύνη, γιατί ο κόσμος δίνει μεγάλη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που έχει μια δημοσιότητα και μπορεί και δημοσιοποιεί την άποψή του. 
Να ξέρεις, λοιπόν, ότι αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο, γιατί μπορείς να τον πάρεις και στο λαιμό σου. Να τον πάρεις στο λαιμό σου και να τον καταστρέψεις! 
Και να τον καταστρέψεις, και κυριολεκτικά, και μεταφορικά! 
Τίποτα. Να μιλάς, μόνο όταν έχεις να πεις κάτι. 
Αυτό έχω να πω, εγώ. 
Αλλιώς, να το κλείνεις.
Θα επιμείνω και θα σας κάνω πάλι την πρώτη ερώτηση. Πώς, λοιπόν, αποφασίσατε σήμερα να «μιλήσετε» με αυτό το έργο; 
Αυτό το λέει, το μότο που έχουμε ως Θέατρο Στοά, και βρίσκεται πίσω από το πρόγραμμα της παράστασης. 
Η απάντηση είναι αυτή:
 "Κάνουμε θέατρο για να δώσουμε λύση στα προβλήματά μας. 
Να απαλλαγούμε από τα φαντάσματα που μας περιτριγυρίζουν, να βγούμε από το βούρκο της καθημερινότητας, να γλιτώσουμε από το ψέμα, την υποκρισία και την απάτη του «πολιτισμού». 
Το θέατρο για μας δεν είναι πρόσχημα, είναι τρόπος ζωής".
~~~~~~~~~~~~~~
διαβάστε περισσότερα στην πηγή του άρθρου:tvxs.gr

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Δημήτρης Τάρλοου: «Ο Καραγάτσης είχε τόλμη και επιθυμία για την αλήθεια»

Πώς είναι να σκηνοθετείς κάτι που έγραψε η μητέρα σου και αφορά τον παππού σου;
  «Το λέω και στους ηθοποιούς:
Οταν μπαίνουμε στην πρόβα, τα θεατρικά πρόσωπα παύουν να είναι συγγενείς και αποκτούν ξεχωριστή καλλιτεχνική οντότητα», ξεκαθαρίζει ο Δημήτρης Τάρλοου για «Το Ευχαριστημένο», το βραβευμένο βιβλίο της μητέρας του Μαρίνας Καραγάτση που σκηνοθετεί στο θέατρο Πορεία και αφορά τον Μ. Καραγάτση.

Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι το κεντρικό πρόσωπο του αφηγήματος είναι η Λασκαρώ, η υπηρέτρια, «η οποία φέρνει στη σκηνή τη λαϊκότητα και ταυτοχρόνως τη χειραφέτηση. Βλέπεις ένα πρόσωπο το οποίο έχει μεγαλώσει σε ένα ταπεινό περιβάλλον της Aνδρου, με όλη όμως την καθαρότητα του χωριού αυτού, μα αναζητά την τύχη της στην Αθήνα. Κι αυτή τη γυναίκα, όταν πεθαίνει, δεν την κηδεύει κανείς. Την παράχωσαν σε έναν κοινό τάφο στο Γ΄ Νεκροταφείο».

Η συμφιλίωση με το παρελθόν είναι ο μόνος δρόμος, μας δείχνει η Μαρίνα Καραγάτση γράφοντας για όσα τραυμάτισαν και στοίχειωσαν την οικογένειά της. «Μέσα από την εξιστόρηση της οικογένειας της μάνας μου, περνούν όλη η άνοδος και η πτώση της αστικής τάξης και της εφοπλιστικής τάξης», λέει ο Δημήτρης Τάρλοου. «Σιγά σιγά άρχισα να αναγνωρίζω την αξία του βιβλίου της μάνας μου. Επέμεινε να το σκηνοθετήσω, και αφού το ξαναδιάβασα δύο φορές ακόμη, μπήκαμε στη διαδικασία της συγγραφής από την Ερι Κύργια. Και τώρα, ασχολούμενος θεατρικά μαζί του, συγκινούμαι με έναν διαφορετικό τρόπο γιατί βλέπω πώς μπορεί να ζωντανέψει ένα πρόσωπο επί σκηνής.

– Ο Καραγάτσης προκαλούσε τρόμο στο οικογενειακό του περιβάλλον. Σκληρός, αυταρχικός, τυραννικός, νευρικός…
– Για λογαριασμό των ανθρώπων που έχουμε λίγο ταραγμένα νεύρα, θα υπερασπιστώ τον Καραγάτση. Ηταν όλα αυτά που λέτε, αλλά ταυτοχρόνως ταλαιπωρούνταν και ο ίδιος από μια πολύ ευαίσθητη ψυχοσύνθεση. Ταλαιπωρούσε τους άλλους βασανιζόμενος. Ενώ περιέγραφε τόσο ωραία τα αισθήματα των ηρώων του, είχε μια αναπηρία με την έκφραση του αισθήματος. Οι άνθρωποι του θεάτρου είμαστε ανάπηροι διότι ζούμε μέσα στην πρόβα, αυτή τη δεύτερη ζωή και επενδύουμε σ’ αυτή. Οταν επιστρέφουμε σπίτι, είναι πολύ γενναίοι αυτοί που μας ανέχονται.

– Καταπίεσε τόσο πολύ τη μητέρα σας όσο περιγράφει η ίδια στο «Ευχαριστημένο»;
– Την κατέστρεψε. Της έκοψε χρόνια δημιουργικής εργασίας, λόγω του φόβου που ανέπτυξε η μάνα μου ότι οι γυναίκες δεν αξίζουν... Την απέκοψε από την επιθυμία να κάνει κάτι καλλιτεχνικό νωρίτερα, όσο εκείνος ήταν εν ζωή.

– Αναρωτιέμαι τόσο για σας όσο και για τη μητέρα σας, έχετε κάνει ψυχανάλυση;
– Εκανα ψυχαναλυτική δουλειά, κυρίως ψυχοθεραπευτική. Ηταν δουλειά σε μάκρος που ξεκλείδωσε ουσιώδη προβλήματα. Η μητέρα μου δεν χρειάζεται ψυχοθεραπεία για να τα πει. Χρειάζεται αφηγηματική ικανότητα και χιούμορ. Η τόλμη που αναφέρατε είναι και κληρονομική. Ο Καραγάτσης είχε τόλμη και κάτι αιφνιδιαστικά ωμό στις περιγραφές του. Αυτό το έχει κληροδοτήσει και το έχω πάρει κι εγώ κατά έναν τρόπο. Είναι επιθυμία για την αλήθεια.

– Περισσότερο σοκαριστική για τον αναγνώστη ήταν η δειλία τού Καραγάτση: Αφησε τη σύζυγό του, τη Νίκη, να βγαίνει προς αναζήτηση τροφίμων, σε μια δύσκολη γειτονιά στα Δεκεμβριανά, επειδή ένας αστρολόγος τον είχε συμβουλέψει να κλειστεί στο σπίτι για ένα δίμηνο.
– Συνήθως ακούμε για τους ποιητές και τους συγγραφείς πόσο γενναίοι είναι, πόσο αντιστασιακοί, ότι έφαγαν τις φυλακές με το κουτάλι.
Στο μυθιστόρημα της μάνας μου βλέπουμε το αντίθετο.
Εναν άνθρωπο που λέει, εμένα η γενναιότητά μου ήταν η τέχνη μου, να μην ενισχύομαι από κόμματα για να με κάνουν ευπώλητο.
Κι έτσι είναι.
Ο Καραγάτσης παραμένει ένας συγγραφέας που δεν είναι αγαπημένος κανενός κόμματος, κυρίως των αριστερόστροφων κομμάτων, αλλά παραμένει αγαπημένος του κοινού και μια πρόκα στο υπογάστριο του συστήματος, με την έννοια ότι δεν βολεύει καμία πλευρά.
Διαβάζοντας τα μυθιστορήματά του, βλέπετε, ότι δεν ήταν καθόλου συντηρητικός.
Είχε καλές σχέσεις και με αριστερούς και δεξιούς.
Τα νεύρα του κλονίστηκαν μετά τον θάνατο της αδερφής του, της Ροδόπης.
Τότε ανέπτυξε τον φόβο για την ψυχασθένεια.
Φοβήθηκε μήπως υπάρχει κάτι κληρονομικό.
Και ενισχύθηκε με την τραυματική γέννηση της μάνας μου, διότι ο γιατρός που ξεγέννησε τη γιαγιά μου της έκανε μια ανεπανόρθωτη ζημιά, καταστρέφοντας και τη σεξουαλική τους ζωή.

– Πότε άρχισε η μητέρα σας να κατανοεί τη συμπεριφορά του Καραγάτση;
– Από την εφηβεία, κι αυτό άρχισε να εκδηλώνεται με μια οργή, με μια συμμαχία με τη μητέρα της, μια σιωπηλή αντίσταση, όπως περιγράφει. Οταν αρχίζει κι έχει τις πρώτες σχέσεις της, ο Καραγάτσης εκδηλώνει μια ζήλια, δημιουργείται μια απόσταση και των δύο και μετά πεθαίνει.

– Οταν τελειώνουν οι πρόβες, αφήνοντας πίσω την Ελλάδα των Καραγάτσηδων, πώς αισθάνεστε στην Ελλάδα του σήμερα;
– Δεν μου αρέσει να ζω σε μικρόκοσμο.
Η ιστορία που μας λέει η Λασκαρώ για τη βαναυσότητα από την πλευρά του συζύγου και του πατέρα της, κατά κάποιον τρόπο μου θυμίζει την Ελλάδα.
Μια Ελλάδα που ανέχεται, αν όχι εκτρέφει, τη βία, και ταυτοχρόνως έχει κάτι εξαιρετικά άλαλο.
Ακούγονται πολλές κραυγές για πολλά, αλλά επί της ουσίας υπάρχει μια βαθιά σιωπή γύρω μας για πολλά ζητήματα που αφορούν κυρίως το γυναικείο φύλο.
Το έργο της μάνας μου έχει πολύ να κάνει με το τι έχει υποστεί η γυναίκα στην Ελλάδα.
Θέλω να μιλήσω γι’ αυτό, αλλά χωρίς υψωμένη γροθιά.
Η ιστορία της Λασκαρώς είναι η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.
Αυτή η βουβαμάρα που τη συναντώ και στους στίχους του Σαββόπουλου «όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα».

​​«Το Ευχαριστημένο» της Μαρίνας Καραγάτση. Παίζουν οι Καίτη Μανωλιδάκη, Σίσσυ Τουμάση, Σμαράγδα Σμυρναίου, Ειρήνη Δράκου, Χρήστος Μαλάκης.
πηγή του άρθρου:kathimerini.gr