Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Η ηθική του συμφέροντος

Ο θρυλικός ουαλός κουρσάρος Sir Henry Morgan που κατατρομοκράτησε την ισπανική Καραϊβική
Από Νίκος Αγαμέμνων Καραβέλος Νοέμβριος 27, 2013
Κατά το 17ο αιώνα, στις θάλασσες της Καραϊβικής, έδρασε ο διαβόητος πειρατής Μόργκαν, στον οποίο απονεμήθηκε ο τίτλος του «σερ», όταν προσέφερε τις υπηρεσίες του στο αγγλικό στέμμα.
     Είχε έδρα την Τζαμάικα, στην περιοχή της οποίας ανήκουν τα γνωστά μέχρι σήμερα ως φορολογικοί παράδεισοι νησιά Καϊμάν. Εκεί, στην Τζαμάικα, ο Μόργκαν τοποθετούσε τον πλούτο του και από κει ξεκινούσε η αξιοποίησή του με τη μορφή των τότε επενδύσεων. Οι απόγονοί του εκδιώχθηκαν ύστερα από εξέγερση των ιθαγενών και εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ, όπου ίδρυσαν τράπεζα, η οποία δάνειζε και συνεχίζει μέχρι σήμερα να δανείζει τα κράτη. Είναι η γνωστή «JP MORGAN».
     Το αξιοσημείωτο είναι ότι τα νησιά Καϊμάν και τότε, αλλά και τώρα επί των επιγόνων του, τραπεζιτών, αποτελούν λημέρια της σύγχρονης πειρατείας και ασυδοσίας του χρηματιστηριακού και διεθνούς τραπεζικού κεφαλαίου. Σε τέτοιους μάλιστα «παραδείσους» διατηρείται το 1/3 του παγκόσμιου πλούτου, εκεί γίνεται το 80% των διεθνών συναλλαγών και περισσότερα από τα μισά χρηματιστηριακά κεφάλαια σταθμεύουν εκεί.
     Τα ασύλληπτα αυτά κεφάλαια, αποτέλεσμα λεηλασίας και λαφυραγώγησης κρατών και ανθρώπων, για να αποτελούν κεφάλαιο, πρέπει να «επενδύονται» μέσα σε εργασιακό περιβάλλον χειρότερο και από εκείνο της εποχής των φαραώ ή των ηγεμόνων της Μεσοποταμίας.
     Αυτό επιχειρείται σήμερα στη χώρα μας. Οι γνήσιοι απόγονοι του Μόργκαν, οι σύγχρονοι πειρατές, με τη συναυτουργία ή τη φοβική σύμπραξη των εγχώριων εντολοδόχων τους πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, επιχειρούν να επιβάλουν ένα ανάλογο καθεστώς τυραννίας. Με πρόσχημα τα κακώς κείμενα και την «εξυγίανση» του κράτους. Γιατί οι «Μόργκαν», για να υπάρχουν, πρέπει να αρπάζουν και η λεία τους να μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Η γη να γίνεται κεφάλαιο, το ίδιο και η δημόσια περιουσία. Η εργασία να είναι απλώς ένα μέσον αύξησης του κεφαλαίου και ο ίδιος ο λαός να αποτελεί μια απλή μεταβλητή.
     Ελέγχοντας την οικονομία, την παιδεία, τον πολιτισμό, την ιδιαιτερότητα, ακόμα και τη θρησκεία μιας χώρας, ελέγχουν τους λαούς. Απλώνουν οικονομικές θεωρίες θρησκευτικού τύπου, όπως: «Αν δεν πάρουμε αυτά τα μέτρα, θα πτωχεύσουμε». Με τον ίδιο τρόπο που οι εργολάβοι της θρησκείας κηρύσσουν ότι αν δεν μετανοήσουμε, θα καούμε στην κόλαση. Ετσι θολά και αόριστα, όπως εκφέρονται πάντα οι απατηλές αρχές που συγκροτούν, όπως έλεγε ο Ε. Π. Παπανούτσος, την ηθική του συμφέροντος.
     Κάποιοι από αυτούς είναι άκρως αποκαλυπτικοί. Ο πρώτος, επικεφαλής μεγάλου επενδυτικού ομίλου, ο Αμιτ Σαρκάρ. Είπε ο κύριος αυτός: «Δουλειά μας είναι να βγάζουμε λεφτά, όχι να σκεφτόμαστε τι θα συμβεί στους Ελληνες πολίτες. Δεν υπάρχει, άλλωστε, νόμος που να απαγορεύει να εκμεταλλεύεσαι το μαλάκα». Ο δεύτερος, είναι ο γνωστός Τζορτζ Σόρος. Σε άρθρο του στο περιοδικό «Atlantic Review» έγραψε: «Με τον τρόπο που κερδίζουμε τα χρήματά μας, κινδυνεύει πλέον η δημοκρατία και ο κόσμος. Αισθάνομαι άσχημα που κερδίζω τόσα δισεκατομμύρια εύκολα σε μια βραδιά». Ηταν τότε που ο κύριος αυτός, σε μία νύχτα, παίζοντας με την αγγλική λίρα, κέρδισε 1,6 δισ. δολάρια (βλ. Ν. Μπογιόπουλος: «Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε», εκδ. Λιβάνη). Εδώ ισχύει αυτό που έγραψε ο Σέξπιρ στον «Εμπορο της Βενετίας»: «Για τους σκοπούς του ο διάολος μπορεί να απαγγείλει ακόμα και την Αγία Γραφή».
     Απάντηση δίνει διαχρονικά ο Οσκαρ Ουάιλντ: «Μ' ένα βραδινό κοστούμι και μια άσπρη γραβάτα, μπορεί ο καθένας να κερδίσει τη φήμη του πολιτισμένου, ακόμα κι αν είναι χρηματιστής».
     Τι ορίζει, λοιπόν, την αλήθεια; Μάλλον την ορίζει η οπτική. Και αυτήν την ορίζει η θέση καθενός απέναντι στα πράγματα. Και τη θέση αυτή την καθορίζει η ανάγκη. Αυτή επιβάλλει τις επιλογές. Και όταν λέμε ανάγκη, εννοούμε τη δυναμική της επιβίωσης και της επιβολής σε έναν κόσμο αντιθέσεων. Σ' αυτή τη δυναμική στηρίζεται η πορεία της εξέλιξης, αλλά και οι νόμοι που τη διέπουν.
     Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη περιπέτεια καθορίζεται από τη μάχη ανάμεσα σε αντίθετα συμφέροντα. Από τον ανειρήνευτο πόλεμο ανάμεσα στον πλούτο και την εργασία. Είναι αυτό που έλεγε ο Αγγλος πολιτικός Ντισραέλι, ότι «δύο έθνη μόνο είναι προορισμένα να πολεμούν μεταξύ τους και να μην ειρηνεύσουν ποτέ: το έθνος των πλουσίων και το έθνος των φτωχών».
 
Ο Νίκος Ι. Καραβέλος γεννήθηκε στην Αθήνα.
Κατάγεται από το Μοναστηράκι Μυκηνών.
Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1982 ασκεί το επάγγελμα του μαχόμενου δικηγόρου.
Ως δικηγόρος υπερασπίστηκε την ακίνητη περιουσία του δημοσίου εντός και εκτός των δικαστικών αιθουσών και συνεχίζει να την υπερασπίζεται.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
Οι μυγδαλιές του χειμώνα (Μαυρίδης, 1979)
Τόπος Καταγωγής (Αθήνα, 2000)
Αμίρ Αγιάντ (Γαβριηλίδης, 2005)
Καθώς μικραίνει ο ύπνος (Γαβριηλίδης, 2009)
Μικρά ονόματα (Γαβριηλίδης, 2012)
Εν καιρώ πολέμου (Γαβριηλίδης, 2017)
Χάλκινη Βροχή (Γκοβόστης, 2020)
Έχει εκδώσει επίσης το πεζογράφημα "Χωρίς γραβάτα (από το αρχείο ενός δικηγόρου)" (Γαβριηλίδης, 2014)
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, ισπανικά και σερβικά.
Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στην Ελευθεροτυπία και συνεχίζουν να δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.
Τιμήθηκε με Πανελλήνιο έπαινο στο Β' Τσόγκειο Ποιητικό Διαγωνισμό το έτος 1978, με κριτική επιτροπή τους λογοτέχνες και κριτικούς Μανώλη Γιαλουράκη (Πρόεδρο), Ανδρέα Καραντώνη, Δημήτρη Γιάκο και Χρήστο Πύρπασο.

Μια παρέα στο Παρίσι, δοκιμάζει την Coca Cola για πρώτη φορά - 1950

Μια παρέα ανθρώπων στο Παρίσι δοκιμάζουν την Coca Cola για πρώτη φορά το 1950
Η Coca-Cola εφευρέθηκε στις 8 Μαΐου του 1886 από τον John Pemberton, αρχικά προοριζόμενη ως φάρμακο. 
Ο John Pemberton ξεκίνησε να ψάχνει στα λιμάνια της Σαβάννα της πολιτείας Τζόρτζια, αναζητώντας το ιδανικό μείγμα φρέσκων συστατικών και μπαχαρικών από όλο τον κόσμο. Τελικά, τον Μάιο του 1886 δημιούργησε στο εργαστήριό του την Coca-Cola.
Όταν το πείραμα ολοκληρώθηκε, το πήγε στο φαρμακείο του Τζέικομπς, που βρισκόταν λίγο παρακάτω. 
Εκεί πρόσθεσαν στο μείγμα ανθρακούχο νερό και το έδωσαν στους πελάτες να το δοκιμάσουν. 
Όλοι συμφώνησαν ότι αυτό το νέο αναψυκτικό, το οποίο στην αρχική μορφή του και ως το 1903 περιείχε και ποσότητα κοκαΐνης,ήταν κάτι το ξεχωριστό. 
Έτσι, το φαρμακείο του Τζέικομπς άρχισε να το πουλά προς πέντε σεντς το ποτήρι.
Ο λογιστής του John Pemberton, Φρανκ Ρόμπινσον, έδωσε στο μείγμα το όνομα Coca-Cola και το έγραψε με τον χαρακτηριστικό γραφικό του χαρακτήρα.
Αυτός είναι ο λογότυπος που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
Διαφημιστική καταχώρηση της Coca-Cola από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η τιμή της ήταν 5 σεντς.

Μαθαίνω - αρχαία ελληνικά: αναλυτική κλίση του ρήματος "βούλομαι"

Ετυμολογία - βούλομαι < ρίζα βολ-, όπως και βουλή, ομηρικό: βόλομαι
 Ρήμα: βούλομαι/επιθυμώ/θέλω
Συγγενικές λέξεις: βούληση,
βουλιτικός και πως κλίνεται το βούλομαι; 
Ας δούμε
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος "βούλομαι"
Ενεστώτας
Οριστική

βούλομαι, 
βούλῃ/βούλει, 
βούλεται, 
βουλόμεθα, 
βούλεσθε, 
βούλονται
Υποτακτική
βούλωμαι, 
βούλῃ, 
βούληται, 
βουλώμεθα, 
βούλησθε, 
βούλωνται
Ευκτική
βουλοίμην, 
βούλοιο, 
βούλοιτο, 
βουλοίμεθα, 
βούλοισθε, 
βούλοιντο
Προστακτική
βούλου, 
βουλέσθω,
βούλεσθε, 
βουλέσθων ή βουλέσθωσαν
Απαρέμφατο
βούλεσθαι
Μετοχή
βουλόμενος
βουλομένη
βουλόμενον
Παρατατικός
Οριστική

ἐβουλόμην, 
ἐβούλου, 
ἐβούλετο, 
ἐβουλόμεθα, 
ἐβούλεσθε, 
ἐβούλοντο
& ἠβουλόμην, 
ἠβούλου, 
ἠβούλετο, 
ἠβουλόμεθα, 
ἠβούλεσθε, 
ἠβούλοντο
Μέλλοντας
Οριστική

βουλήσομαι, 
βουλήσῃ/βουλήσει, 
βουλήσεται, 
βουλησόμεθα, 
βουλήσεσθε, 
βουλήσονται
Ευκτική
βουλησοίμην, 
βουλήσοιο, 
βουλήσοιτο, 
βουλησοίμεθα, 
βουλήσοισθε, 
βουλήσοιντο
Απαρέμφατο
βουλήσεσθαι
Μετοχή
βουλησόμενος
βουλησομένη
βουλησόμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική

ἐβουλήθην, 
ἐβουλήθης, 
ἐβουλήθη, 
ἐβουλήθημεν, 
ἐβουλήθητε, 
ἐβουλήθησαν
& ἠβουλήθην, 
ἠβουλήθης, 
ἠβουλήθη, 
ἠβουλήθημεν, 
ἠβουλήθητε, 
ἠβουλήθησαν
Υποτακτική
βουληθῶ, 
βουληθῇς, 
βουληθῇ, 
βουληθῶμεν, 
βουληθῆτε, 
βουληθῶσι(ν)
Ευκτική
βουληθείην, 
βουληθείης, 
βουληθείη, 
βουληθείημεν ή βουληθεῖμεν, 
βουληθείητε ή βουληθεῖτε, 
βουληθείησαν ή βουληθεῖεν
Προστακτική
βουλήθητι, βουληθήτω, 
βουλήθητε, 
βουληθέντων ή βουληθήτωσαν
Απαρέμφατο
βουληθῆναι
Μετοχή
βουληθείς
βουληθεῖσα
βουληθέν
Παρακείμενος
Οριστική

βεβούλημαι, βεβούλησαι, βεβούληται, βεβουλήμεθα, βεβούλησθε, βεβούληνται
Υποτακτική
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον ὦ
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον ᾖς
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον ᾖ
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα ὦμεν
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα ἦτε
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα ὦσι
Ευκτική

βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον εἴην
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον εἴης
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον εἴη
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα εἴημεν (εἶμεν)
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα (εἶτε)
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
βεβούλησο, 
βεβουλήσθω, 
βεβούλησθε, 
βεβουλήσθων ή βεβουλήσθωσαν
Απαρέμφατο
βεβουλῆσθαι
Μετοχή
βεβουλημένος,
βεβουλημένη,
βεβουλημένον

Πες το με ένα ποίημα - ένα από τα πιο σκληρά αλλά πιο "αληθινά" ποίημα του Γεώργιου του Σουρή!

Ο Γεώργιος Σουρής που γεννήθηκε τον έναν αιώνα και πέθανε τον άλλον, στις 2 εκείνου του μακρυνού φλεβάρη του 1853 και πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919,  ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, και αν δεν το γνωρίζετε, έχει χαρακτηριστεί ο  "σύγχρονος Αριστοφάνης"
Γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορη οικογένεια και ο πατέρας του, όπως οι περισσότεροι πατεράδες που "άλλα αυτοί βούλονται και άλλα το παιδί πρεσβεύει", ήθελε να τον κάνει παπά. 
Όταν όμως η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του δεν δίστασε και το 1870 που τελείωσε το σχολείο τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρωσία. 
Εκεί ο Σουρής ξεκίνησε να γράφει κρυφά τους στίχους του στα "τεφτέρια" και μετά από δύο μήνες αποχώρησε. 
Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο μετά την απόρριψή του από τον καθηγητή του στο μάθημα της μετρικής, κατ΄ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε πολύ, όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. 
Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.
Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. 
Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά “Ασμοδαίος”, 
“Μή χάνεσαι” και “Ραμπαγάς”.
Το 1897 ο Σουρής διώχθηκε ποινικά, για το ποίημά του "Ο Φασουλής συνομιλεί με την κυρίαν Φασουλήν", που δημοσιεύτηκε στις 25 Ιανουαρίου στον Ρωμηό. 
Η Εισαγγελία Αθηνών, εξέδωσε ένταλμα σύλληψης του ποιητή και ένταλμα κατάσχεσης του συγκεκριμένου τεύχους, θεωρώντας ότι περιείχε υβριστικούς υπαινιγμούς για το θεσμό της Βασιλείας γενικά, και της Βασίλισσας Όλγας ιδιαίτερα. 
Οι επίμαχοι στίχοι, που ενόχλησαν τους δικαστικούς λειτουργούς ήταν οι παρακάτω:
...Κυρά Γιώργαινα γυρίστρα, κυρά Γιώργαινα μπεκρού,
θα γενείς πομπή του κόσμου του μεγάλου και μικρού,
κυρά Γιώργαινα να λείψουν τα μεθύσια τα πολλά,
κυρά Γιώργαινα σου λέω δεν στεκόμαστε καλά...

Σε αυτούς γινόταν αναφορά στην φημολογούμενη αγάπη της Βασίλισσας στο αλκοόλ.
Του απαγγέλθηκε κατηγορία "επί εξυβρίσει του ιερού! προσώπου της Βασιλίσσης" και κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. 
Αθωώθηκε όμως καθώς στην απολογία του είπε πως σατίριζε τη γυναίκα του.
Η εφημερίδα "Ακρόπολις" σχολίασε το γεγονός ως εξής:
"...Αλλά πως να παραδεχτή τις τόση επιπολαιότηταν αφού τα συνήθη κυνικολογήματα τα οποία ανταλλάσσονται μεταξύ Φασουλή και Φασουλίνας (μεταξύ Σουρή και Σουρίνας) μεταξύ Κυρ Γιώργη (Γιώργης γαρ ο Σουρής καλείται) και κυρά Γιώργαινας ανταλλάσσονται από καταβολής τώρα Ρωμηου, ερμηνεύθησαν τόσον ασεβώς ώστε να αποδοθούν εκεί που πως ήτο δυνατόν να αποδοθούν και να γεννηθή ούτω έγκλημα από τα αστεία. 
...η καταδιώκουσα αρχή αποπειρωμένη εις τον πολύν ζήλον της δημιουργία ύβρεων κατ' εκείνων που δεν υπάρχει λόγος, που δεν υπάρχει ίχνος να υποπτευθούν τοιαύται. 
Δια τούτο εξακολουθούμεν να νομίζωμεν ότι κάποια παρεξήγησις θα συνέβη επί του προκειμένου...
-. ένα από τα σκληρότερα και αληθινότερα ποιήματα του ποιητή είναι και το "Μυρωμένοι στίχοι"
Τίποτε δεν απόμεινε στον κόσμο πια για μένα,
όλα βρωμούν τριγύρω μου και φαίνονται χεσμένα.
Όλα σκατά γενήκανε και ο δικός μου κώλος
σκατά εγίνηκε κι αυτός, σκατά ο κόσμος όλος.
Μόνο σκατά φυτρώνουνε στον τόπο αυτό τον άγονο
κι όλοι χεσμένοι είμαστε, σκατάδες στο τετράγωνο.
Μας έρχεται κάθε σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
μα μόλις φύγει βλέπομε πως αποσκατωθήκαμε.
Σκατά βρωμάει τούτος δω, σκατά βρωμά κι εκείνος,
σκατά βρωμάει το σκατό, σκατά βρωμά κι ο κρίνος.
Σκατά κι εγώ, μες στα σκατά, και με χαρτί χεσμένο
ό,τι κι αν γράψω σαν σκατό προβάλλει σκατωμένο.
Σκατά τα πάντα θεωρώ και χωρίς πια να απορώ,
σκατά μασώ, σκατά ρουφώ, σκατά πάω να χέσω,
απ’ τα σκατά θα σηκωθώ και στα σκατά θα πέσω.
Όταν πεθάνω χέστε με, τα κόλλυβά μου φάτε
Και πάλι ξαναχέστε με και πάλι ξαναφάτε,
μα απ’ τα γέλια τα πολλά κοντεύω ν’ αρρωστήσω
και δεν μπορώ να κρατηθώ, μου φεύγουν από πίσω.
Σκατά ο μεν, σκατά ο δε, σκατά ο κόσμος όλος
κι απ’ το πολύ το χέσιμο μου πόνεσε ο κώλος!