Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Μεταξωτοὶ ἄνθρωποι.

     Το εἶχε πεῖ σε μια συνέντευξή του ο ἀείμνηστος Νίκος Καροῦζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλοῦσε για κάποιους χωρικούς που εἶχε συναντήσει στη Λέσβο. 
Ἀγράμματοι ἦταν, αλλά σοφοί. 
Καί, προπάντων, τρυφεροί με τους ἄλλους. 
Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και ἐπιθετική εἰρωνεία που πληγώνει. 
Μεταξωτοί άνθρωποι …;

     Μου ‘μεινε αυτός ὁ χαρακτηρισμός. 
Χαράκτηκε μέσα μου. 
Κι ἀπό τότε ἕνα νέο κριτήριο λειτουργεῖ στὶς ἀξιολογήσεις μου για τους ἀνθρώπους: ἡ συμπεριφορά και ἡ στάσις τους σε «ἀσήμαντα» πεδία τῆς καθημερινότητος. 
Αὐτὰ ποὺ συνήθως τα προσπερνᾶμε ἢ δὲν τὰ παρατηροῦμε, γιατί δεν μας ἀπησχόλησαν ποτὲ οἱ ἐκφάνσεις τῆς «μεταξωτῆς συμπεριφορᾶς» …; 
Βέβαια οἱ ἄνθρωποι δὲν συγκροτοῦν ὡς χαρακτῆρες ἕνα συμπαγὲς ὅλον, ἀλλὰ ἕνα ἀντιφατικὸ σύνθεμα, στὸ ὁποῖο συνυπάρχουν «μεταξωτὰ» στοιχεῖα καὶ ἀκάνθινες ἀπολήξεις. 
Γι’ αὐτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τὰ ἄμεσα και ὁριστικά συμπεράσματα για το «εἶναι» των ἀνθρώπων …;

     Παρ’ ὅλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την ἐξαγωγὴ συμπερασμάτων παρατηρῶντας μικρὲς «ἀσήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον ἐργασιακὸ χῶρο καὶ στο «δάσος» του κάθε ἡμέρα, ὅταν συγχρωτίζομαι μὲ ἀγνώστους. 
Και συνήθως δεν πέφτω ἔξω. 
Διότι τὰ γνωρίσματα αὐτὰ ἀποκαλύπτουν πειστικὰ τον ἐσωτερικό κόσμο του ἄλλου. Τοὐλάχιστον σὲ μεγάλο βαθμό …; 
Φὲρ’ εἰπεῖν, «σκλαβώνομαι» ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν ὁρμοῦν να πιάσουν τὴν καλλίτερη θέσι στο τραπέζι μιᾶς ταβέρνας. 
Θεωρῶ τὴν κίνησι αὐτὴ ἀπότοκο καταγωγικῆς εὐγενείας καὶ γενναιοδωρίας, ἡ οποία ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ ἰδιωφελὲς καὶ συμφέρον. 
Ἀντίθετα, οἱ ἄνθρωποι ποὺ σπεύδουν φουριόζοι γιὰ μιὰ καλή θέσι καταχωρίζονται μέσα μου σὰν αρπακτικά. 
Καί -τό ἔχω παρατηρήσει- ἔτσι συμπεριφέρονται, σὰν ἁρπακτικά, καὶ σὲ ἄλλα ζωτικὰ καὶ κρίσιμα πεδία… 
Κάποτε εὑρέθηκα σ’ ἕνα τραπέζι, στὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσαν οἱ «ἐπώνυμοι». 
Ἀπέναντί μου καθόταν ἕνας πολὺ γνωστὸς καλλιτέχνης, μεγάλο ὄνομα, ὁ ὁποῖος οὔτε φλυαροῦσε οὔτε ἀκκιζόταν ὅπως κάποιοι ἄλλοι στὴ συντροφιά. 
Ὅταν ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν τὰ πρῶτα κοινὰ πιάτα, ἦταν ὁ μόνος ποὺ δὲν ἐπέπεσε γιὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴ μερίδα του, ἀλλὰ ῥωτοῦσε τοὺς διπλανοὺς του και μοίραζε πρῶτα στοὺς ἄλλους καὶ μετά, ὅ,τι ἔμενε, κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του. 
«Μεταξωτὸς ἄνθρωπος», σκέφθηκα…

     Ἡ μεταξωτὴ συμπεριφορὰ δὲν παραπέμπει ἀπαραιτήτως -ἢ κυρίως- στὸ σαβουὰρ βὶβρ καὶ στοὺς «καλοὺς τρόπους» εν γένει. 
Τέμνεται σὲ κάποιες περιπτώσεις, ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ ἀποτύπωμα διδαχθείσεως μεθόδου γιὰ τὸ φέρεσθαι. 
Ἐδῶ, τὸ «μετάξι» εἶναι αὐτοφυὲς ἢ προϊὸν δουλεμένου χαρακτῆρος. 
Εἶναι ὁ τρόπος ποὺ ὁ ἄλλος βλέπει τοὺς συνανθρώπους του. 
Εἶναι ἡ θέασις τοῦ κόσμου χωρὶς τὰ ἐγωιστικὰ γυαλιὰ τοῦ προσωπικοῦ ὠφελιμισμοῦ. 
Εἶναι, εὐρύτερα, ἡ ὑποταγὴ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος στὴν συλλογικότητα, χωρίς βέβαια ἡ «μεταξωτὴ συμπεριφορὰ» νὰ φθάνῃι σὲ σημεῖο ὑπονομεύσεως προσωπικῶν δικαιωμάτων καὶ δικαίων. 
Κανένας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀδικῇ τὸν ἑαυτό του… 
Ὅμως, προσέξετε μιὰ λεπτὴ ἀπόχρωσι: ποτὲ ἕνας «μεταξωτός ἄνθρωπος» δὲν νοιώθει κορόϊδο, ὅταν ἄλλοι τὸν προσπερνοῦν -στὴν σειρὰ μιᾶς καντίνας ἢ στὴν ἱεραρχία- χρησιμοποιῶντας ἀθέμιτα μέσα καὶ μεθόδους. 
Τὸ «ἄφες αὐτοῖς» εἶναι ῥιζωμένο μέσα του. 
Ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ἀξιακοῦ τοῦ κώδικος. 
Ξέρει τί γίνεται στὴν «αγορά». 
Ἀλλὰ συνειδητὰ δὲν συμμετέχει στὸ ἐξοντωτικὸ αὐτό παιχνίδι. 
Ἀπέχει χωρὶς νὰ κλαυθμηρίζῃ. 
Γιατί, ἐκτὸς ἀπὸ μετάξι, τέτοιοι ἄνθρωποι διαθέτουν καὶ ἕνα σκληρὸ κοίτασμα, ποὺ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ εἶναι ταὐτόχρονα στωικοὶ καὶ γρανιτένιοι. 
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔγινε φίλος μου -καὶ τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὅτι θὰ συμβῇ αὐτό. Πρώτη ἡμέρα στὴ μονάδα γύρισε ἀπὸ τὴν σκοπιὰ καὶ μπῆκε στὴν σειρὰ γιὰ φαγητό. 
Ἦταν τρίτος ἀπὸ τὸ τέλος. 
Τότε ἀκούσθηκε ὁ μάγειρας νὰ λέῃ ὅτι ἔμειναν μονάχα δύο μερίδες. 
Ὁ Κωστῆς πλησίαζε, ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο τυχερούς. 
Ἀλλὰ μόλις ἄκουσε τὸν μάγειρα, ἔφυγε ἀθόρυβα παραχωρῶντας την θέσι του στὸν ἑπόμενο. Ἔτσι. Ἀθόρυβα, αὐτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρὶς νὰ τὸ κάνῃ θέμα… 
Οἱ «μεταξωτοὶ ἄνθρωποι», λοιπόν. 
Ποὺ μιλοῦν ἐλάχιστα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. 
Ποὺ χαίρονται μὲ τίς ἐπιτυχίες τῶν ἄλλων. 
Ποὺ δὲν σπεύδουν χαιρέκακα νὰ «κάνουν πλάκα», δῆθεν χαριεντιζόμενοι, μὲ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα ποὺ πονοῦν τοὺς ἄλλους… 
Ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν σπερμολογοῦν διακινῶντας φῆμες. 
Ἐκεῖνοι ποὺ ὑπερασπίζονται σθεναρὰ κάποιον ἀπόντα ὅταν λοιδορεῖται σὲ μιὰ παρέα, χωρὶς νὰ εἶναι φίλος τους, ἀλλὰ ἐπειδὴ νοιώθουν ὅτι ἀδικεῖται…

     Οἱ μεταξωτοὶ ἄνθρωποι. 
Ὅσοι προσέχουν τί λές, καὶ δὲν εἶναι ὠσεὶ παρόντες στην κουβέντα, μὲ τὸ μυαλό τους στο τι θὰ ποῦν οι ίδιοι γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσουν. 
Ἄνθρωποι μὲ ἀνοικτοὺς πόρους καὶ πλατειὰ καρδιά… 
Ὑπεράνθρωποι; 
Ὄχι. Ἁπλῶς, μεταξωτοί… 
Φαίνονται ἀπὸ μακρυά. 
Ἀρκεῖ να προσέξῃς «μικρὲς», «ἀσήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι τῶν ἀνθρώπων…

Το Αρχαιότερο Ερωτικό Ποίημα Του Κόσμου!

Ancient Sumerian Lovers: Το Αρχαιότερο Ερωτικό Ποίημα Του Κόσμου!
Στα τέλη του 19ου αιώνα βρέθηκε στη Νιπούρ/στο σημερινό Ιράκ σ' ανασκαφή, το μεγαλύτερο μέρος από τις σουμεριακές πινακίδες. 
Είναι μικρές πήλινες πλάκες που 'ναι καταγεγραμμένα με σφηνοειδή γραφή, 
θρύλοι, 
έπη, 
μοιρολόγια, 
ιστορίες, 
θρύλοι, 
βασιλικά διατάγματα, 
δικαστικές αποφάσεις, 
εμπορικές συμφωνίες. 
Υπολογίζεται πως υπάρχουνε συνολικά πάνω από 30000 τέτοιες πινακίδες.
     Ένα όμως εύρημα από πηλό χρονολογημένο το 2037 π.Χ., θεωρείται το παλαιότερο ερωτικό ποίημα στον κόσμο! 
Εκτίθεται ήδη σε όλα τα μουσεία του κόσμου.
     Ένα ποίημα περίπου 4056 ετών!
Γαμπρέ, αγαπημένε της καρδιάς μου,
σαν το μέλι γλυκιά είναι η ομορφιά σου.
Λιοντάρι, αγαπημένο της καρδιάς μου με μάγεψες.
'Ασε με να σταθώ τρέμοντας, μπροστά σου,
να σε αγγίξω με το χάδι μου.
Το χάδι μου είναι ακριβό,
πιο απολαυστικό είναι από την ομορφιά.
Σαν το μέλι με το γάλα.
Γαμπρέ, πες στη μητέρα μου,
θα σου δώσει λιχουδιές.
Στον πατέρα μου, θα σου δώσει δώρα.
Τη ψυχή σου να ζωντανέψω, ξέρω.
Γαμπρέ κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή,
τη καρδιά σου ξέρω πως να ευχαριστήσω.
Λιοντάρι κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή.
Εσύ, επειδή μ' αγαπάς, κύριέ μου,
κύριε προστάτη μου, Σουσίν μου,
εσύ που ευφραίνεις τη καρδιά της Ενλίλ,
άγγιξέ με, με το χάδι σου.
  Ιδού κι οι πρωταγωνιστές (πιθανόν) και το πόνημα τους.