Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική επανάστση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική επανάστση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Ο Εμφύλιος της Επανάστασης του 1821

Στις 29 Μαρτίου 1823 ξεκίνησαν οι συνεδριάσεις της δεύτερης Εθνικής Συνέλευσης στο Αστρος της Κυνουρίας.
Είχαν μαζευτεί εκεί 230 εκπρόσωποι από διάφορα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για να αποφασίσουν για το μέλλον του έθνους και της επανάστασης, η οποία είχε εδραιωθεί.
Η Συνέλευση αυτή είχε λιγότερο ενθουσιασμό από την πρώτη και πολύ περισσότερο σκεπτικισμό και καχυποψία.
Οι στρατιωτικοί της Επανάστασης, οι πρώην κλεφταρματολοί, θεωρούσαν ότι ήταν ριγμένοι στο μοίρασμα της εξουσίας.
Δεν συμμετείχαν στην πρώτη εθνοσυνέλευση, δεν έλαβαν σημαντικές θέσεις στο Εκτελεστικό και στο Βουλευτικό, αρνούνταν να αποδεχθούν την πρωτοκαθεδρία των προεστών και των νησιωτών. Με επικεφαλής τον δοξασμένο, μετά τα Δερβενάκια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, διεκδικούσαν ένα μεγάλο μερίδιο εξουσίας.
Αρκετοί ανάμεσά τους, κυρίως ο Κολοκοτρώνης, πίστευαν πως μια αυταρχική, ισχυρή, στρατιωτική κυβέρνηση, με τους ίδιους να τη στελεχώνουν, ήταν απολύτως απαραίτητη για τη συνέχιση του αγώνα.
Εκαναν λάθος βέβαια, γιατί υπερτιμούσαν τις διοικητικές τους ικανότητες και υποβάθμιζαν τη διεθνή διάσταση.
Η ουσία όμως ήταν αυτή: το πρωτόλειο νεωτερικό θεσμικό οικοδόμημα που κατασκεύασαν οι δυτικότροποι διανοούμενοι και αποτέλεσε το πρώτο ελληνικό κρατικό μόρφωμα, άρχισε να τους ενοχλεί.

Σπασμωδική αντίδραση
Το Σύνταγμα της Επιδαύρου ήταν προσωρινό και η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου/Νέγρη, που διαχειρίστηκε αρχικώς την εξουσία, αδύναμη.
Ηταν ευκαιρία να γίνει στο Αστρος η ανατροπή αλλά οι συσχετισμοί και πάλι δεν ευνοούσαν τους στρατιωτικούς καθώς έλεγχαν μόνο το 1/3 των εκπροσώπων.
Αντέδρασαν σπασμωδικά.
Από τη μία επιχείρησαν να απειλήσουν τα μέλη της Συνέλευσης συγκεντρώνοντας τα στρατεύματά τους στα γύρω χωριά και ενθαρρύνοντας έκτροπα και επεισόδια.
Από την άλλη, όμως, δεν μπόρεσαν να κινηθούν με στοιχειώδη στρατηγική μέσα στη Συνέλευση ή να συμμαχήσουν, έστω βραχυπρόθεσμα, με παράγοντες με τους οποίους είχαν κοινά συμφέροντα ή οπτική.

Ηταν αναμενόμενο να τους δυσαρεστήσει το αποτέλεσμα της εθνοσυνέλευσης και να αισθανθούν και πάλι αποκλεισμένοι.
Είχαν δίκιο; Αρκετό.
Ας μην ξεχνάμε ότι σε αυτούς όφειλε το έθνος την απελευθέρωσή του.
Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι είχαν τις ικανότητες να το κυβερνήσουν.
Ομως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα περίμενε κανείς ή όπως η λαϊκότροπη ιστοριογραφία τα παρουσιάζει.
Ο εμφύλιος πόλεμος που θα ξεσπάσει δεν θα είναι μία σύγκρουση πολιτικών/στρατιωτικών, «πονηρών κοτζαμπάσηδων» και «αγνών αγωνιστών», «ολιγαρχικών» και «δημοκρατικών», όπως έχει, εντελώς λανθασμένα, χαρακτηριστεί.
Δεν θα είναι ταξικός πόλεμος γιατί η κοινωνία είναι παραδοσιακή και οι σχέσεις προνεωτερικές.

Βέβαια, αρχικώς, οι στρατιωτικοί είχαν επαφές μεταξύ τους και ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά εάν δεν συνέβαιναν ταυτόχρονα δύο γεγονότα που δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσουν:
α) Οι προεστοί της Πελοποννήσου διχάστηκαν.
Η μία μερίδα συμμάχησε με τους νησιώτες και τους διανοούμενους,
β) Ο Κολοκοτρώνης παράτησε τους στρατιωτικούς που τον ακολουθούσαν και συμμάχησε με την άλλη μερίδα των προεστών, ειδικότερα με την οικογένεια Δεληγιάννη.

Οι δύο αντιτιθέμενες ομάδες κατέληξαν σε έναν προσωρινό συμβιβασμό.
Η μία ομάδα θα έλεγχε το εκτελεστικό (με αντιπρόεδρο τον Κολοκοτρώνη) και η άλλη το Βουλευτικό.
Το Βουλευτικό όμως είχε ισχυροποιηθεί με το αναθεωρημένο Σύνταγμα (το οποίο έγινε ακόμα πιο δημοκρατικό και φιλελεύθερο) και ο Κολοκοτρώνης απέτυχε να το ελέγξει.
Οταν το Βουλευτικό θα εκλέξει (παρά τους δισταγμούς του) τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ως πρόεδρο, ο Κολοκοτρώνης θα εκραγεί – γιατί προετοίμαζε για τη θέση τον, εξ αγχιστείας συγγενή του πλέον, Αναγνώστη Δεληγιάννη.
Ο Κολοκοτρώνης απείλησε ανοιχτά τον Μαυροκορδάτο και οι άντρες του τα μέλη του Βουλευτικού με άσκηση βίας. Ουσιαστικά επιχείρησαν ένα πραξικόπημα.
Αλλά τα μέλη του Βουλευτικού δεν θα υποχωρήσουν, θα επιμείνουν στην εκλογή Μαυροκορδάτου και τελικά θα συγκρουστούν με ολόκληρο το Εκτελεστικό, θα το καταργήσουν και θα το αντικαταστήσουν. Για ένα διάστημα η Επανάσταση έχει δύο αντιμαχόμενες κυβερνήσεις, στην πρώτη φάση του Εμφυλίου.

Το Βουλευτικό, οι Υδραίοι και οι προεστοί της Αχαΐας (Ζαΐμης, Λόντος) θα επικρατήσουν.
Θα αντιμετωπίσουν με επιείκεια τους ηττημένους αλλά οι Υδραίοι (Κουντουριώτηδες) θα τους αποκλείσουν από τη νέα επαναστατική κυβέρνηση που θα σχηματιστεί το φθινόπωρο του 1824.
Η δεύτερη φάση του Εμφυλίου είναι αγριότερη αλλά τα στρατόπεδα πιο διακριτά.
Από τη μια όλοι, σχεδόν, οι σημαντικοί προεστοί και στρατιωτικοί της Πελοποννήσου (και οι Ζαΐμης/Λόντος) και από την άλλη οι Υδραίοι που χρησιμοποιούν τους εμπειροπόλεμους Ρουμελιώτες για να επικρατήσουν.
Το έθνος έχει λάβει το πρώτο δάνειο και ένα μεγάλο μέρος του θα χρησιμοποιηθεί για να πληρωθούν ο Καραϊσκάκης, ο Γκούρας, ο Μακρυγιάννης και οι Σουλιώτες που θα συντρίψουν τους αδύναμους και αποθαρρημένους Πελοποννήσιους.
Οι καταστροφές, οι λεηλασίες, οι εξευτελισμοί είναι πρωτοφανείς.
Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη θα ρίξει τον πατέρα του σε κατάθλιψη.
Οι νικητές και πάλι θα φερθούν με αρκετή επιείκεια.
Θα τους υποχρεώσει σε αυτό και η απόβαση του Ιμπραήμ που θα οδηγήσει σε δεύτερη αμνηστία και ανάθεση της αρχιστρατηγίας και πάλι στον Κολοκοτρώνη.
Αλλά δεν πρέπει να υποτιμούμε και να ξεχνάμε το εξής:
Οι άνθρωποι αυτοί είχαν συμφέροντα, εγωισμούς, εμμονές αλλά στο τέλος της ημέρας ήταν έτοιμοι να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Γιατί είχαν συνείδηση της ιστορικής σημασίας των επιλογών τους. Ο σκοπός τους ήταν ιερός – και έτσι τον έβλεπαν.

Πολιτικός νικητής
Εάν υπάρχει ένας πολιτικός νικητής του Εμφυλίου δεν είναι οι Κουντουριώτηδες αλλά ο Ιωάννης Κωλέττης.
Είναι αυτός που αποκτά, χειρίζεται αριστοτεχνικά και διατηρεί τον έλεγχο των Ρουμελιωτών.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος σε όλο αυτό το διάστημα απομονώθηκε στο Μεσολόγγι και δεν ανέλαβε ποτέ καθήκοντα προέδρου στο Βουλευτικό, παρά τις εκκλήσεις των βουλευτών. Ασχολήθηκε αποκλειστικά με την εξασφάλιση του δανείου, την υποδοχή του Μπάιρον, τη διεθνή αναγνώριση του Αγώνα αλλά κυρίως με την καλή οργάνωση της άμυνας στη Δυτική Στερεά.
Θα προσπαθήσει, μάταια, να αποτρέψει τον δεύτερο γύρο και θα περιθάλψει τους ηττημένους, όταν αυτοί θα καταφύγουν σ’ αυτόν, γιατί τον εμπιστεύονται. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαυροκορδάτος και η ομάδα του (Τρικούπης, Πολυζωίδης, Κλονάρης) θα σώσουν μία δεκαετία αργότερα τον Κολοκοτρώνη, όταν θα τον στοχοποιήσουν δύο μέλη της αντιβασιλείας.

Υπάρχει κι ένας τρίτος γύρος του Εμφυλίου.
Θα ξεσπάσει αμέσως μετά τη δολοφονία Καποδίστρια και θα διαρκέσει μέχρι την άφιξη του Οθωνα. Είναι ο πλέον άγνωστος, ο μακρύτερος σε διάρκεια και ο πιο φοβερός.
Φαίνεται να αποδεικνύει στην Ευρώπη ότι οι Ελληνες δεν μπορούν να αυτοκυβερνηθούν.
Αυτό όμως που συμβαίνει στην Ελλάδα δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα.
Οπως γράφει ο David Armitage, κάθε μεγάλη επανάσταση εμπεριέχει και έναν εμφύλιο πόλεμο.
Ο δικός μας εμφύλιος, αν πρέπει οπωσδήποτε να χαρακτηριστεί, έστω σχηματικά, ήταν ένας εμφύλιος της παράδοσης με τη νεωτερικότητα. Ευτυχώς τον κέρδισε η δεύτερη.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦίΜ με θέμα «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

kathimerini.gr

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Αναστάσιος Πολυζωίδης-δεν υπογράφω

Σε εποχές που η δικαιοσύνη αμφισβητείται  ως θεματοφύλακας της ανεξάρτητης κρίσης της, η ανεπίσημη Ελληνική ιστορία αποδεικνύει ότι είχε εκπροσώπους αδέκαστους που δεν λογάριαζαν οποιοδήποτε προσωπικό κόστος για να αποδοθεί ως έπρεπε. Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης ήταν ο θεμελιωτής της ανεξαρτησίας της. Οι προσωπικές διενέξεις, τα πιστεύω του, οι πολιτικές αντιπαλότητες, τα υποσχόμενα ύπατα αξιώματα, οι απειλές ακόμη και η ίδια η ζωή του δεν στάθηκαν εμπόδιο στο να αποδώσει δικαιοσύνη. 'Οχι σε οποιαδήποτε περίοδο, αλλά σε περίοδο Βαυαρικής κατοχής. Δυστυχώς για την Ελλάδα δεν υπήρξε ένας Εμίλ Ζολά που με την λογοτεχνική του πένα θα παρέδιδε στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό, όχι ένα "Κατηγορώ", αλλά ένα "Δεν υπογράφω".
Ο Πολυζωίδης γεννήθηκε το 1802 στο χωριό Μελένικο της βορειοανατολικής Μακεδονίας (σήμερα είναι χωριό της Βουλγαρίας). Σχολείο πήγε στο χωριό του και σε ηλικία 14 ετών στάλθηκε από τον πατέρα του στις Σέρρες υπό την φροντίδα των εκεί συγγενών του, προκειμένου να φοιτήσει στην Σχολή των Σερρών, όπου την εποχή εκείνη ήταν Σχολάρχης ο Εδεσσαίος λόγιος Μηνάς Μηνωίδης. Σε ηλικία 16 ετών πέθανε ο πατέρας του και με τη βοήθεια οικογενειακών φίλων στάλθηκε για σπουδές (νομικά, ιστορία και κοινωνικές επιστήμες). Σπούδασε νομικά και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Γοτίνγκης (Γκαίτινγκεν), στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Διέκοψε τις σπουδές του στο Βερολίνο το 1821, όταν είχε αρχίσει η Ελληνική Επανάσταση και επέστρεψε στην Ελλάδα. 
Ο ρόλος του στην Επανάσταση
Έλαβε μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (τέλη του 1821 - αρχές του 1822). Αν και νεότατος τότε (μόλις 20 ετών), υπήρξε ο κύριος συντάκτης του Συντάγματος και συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου την περίφημη Διακήρυξη του 1822, με την οποία επιδιωκόταν να δειχτεί στην απολυταρχική Ευρώπη, ότι ο πόλεμος των Ελλήνων ήταν εθνικός και ιερός, έξω από δημαγωγικότητες και ιδιοτελείς αρχές. Έγινε τότε γραμματέας του εκτελεστικού (υπουργικού) συμβουλίου με Πρόεδρο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Πολυζωίδη πήγε στο Λονδίνο και πέτυχε να συνάψει δάνειο για τους πολιορκούμενους. Ο ίδιος συμμετείχε στην τελευταία φάση της πολιορκίας του Μεσολογγιού και στην Έξοδο. Ο Πολυζωίδης είναι εκείνος, που, μετά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου και την καταστροφή του, σε μια επίσημη ομιλία του στο Ναύπλιο παρουσία και αρκετών αγωνιστών που σώθηκαν στην Έξοδο, - ήταν και δεινός ρήτορας - ονόμασε το Μεσολόγγι “ΙΕΡΑΝ ΠΟΛΙΝ”, ονομασία που επικράτησε. Το 1827 πήρε μέρος ως εκλεγμένος πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Το 1828 πήγε στο Παρίσι και συμπλήρωσε τις σπουδές του. 
Αντίπαλος του Καποδίστρια
Όταν τελείωσε, επέστρεψε στην Ελλάδα. Κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος εδραίωνε το νέο ελληνικό κράτος πάνω σε ευρωπαϊκές μεθόδους. Ο Πολυζωίδης προσχώρησε στην αντιπολιτευτική παράταξη των φιλελευθέρων συνταγματικών. Για ένα διάστημα εξέδιδε στην Ύδρα την εφημερίδα “Απόλλων”, με την οποία πολεμούσε με τα άρθρα του τον Καποδίστρια για τον αυταρχισμό του να επιβάλλει μια Ευρώπη που αυτός ήθελε σε μία Ελλάδα που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά από μία ανυπολόγιστα αιματηρή επανάσταση. Γνωρίζοντας από μέσα τις πραγματικές ανάγκες της χώρας και του λαού για να ορθοποδήσει αντιστεκόταν στον βίαιο εξευρωπαϊσμό που ήθελε να επιβάλει ο Καποδίστριας. Κυνηγήθηκε άγρια από τους εγκάθετους του καθεστώτος. Αφού δεν υπέκυπτε ούτε με το τάξιμο διάφορων κυβερνητικών θέσεων, ξεκίνησαν τις απειλές κατά της ζωής του. Ούτε και σ' αυτή την περίπτωση έκανε πίσω. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να κατασχέσουν την εφημερίδα "Απόλλων", το μοναδικό μέσο που είχε για να ενημερώνει τον λαό πως η Ελλάδα έπρεπε να στηρίζεται στα δικά της πόδια χωρίς ξενόφερτους σωτήρες που  ουσιαστικά δούλευαν για άλλα συμφέροντα.
Η δίκη
     Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία πρόεδρος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου.Το κατηγορητήριο όριζε να δικαστούν στις 25 Μαΐου 1834 “επί εσχάτη προδοσία”, πράγμα που επέσυρε την επιβολή της ποινής του θανάτου.Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Δημήτριος Πλαπούτας και ο Κίτσος Τζαβέλλας μαζί με μερικούς άλλους ηρωικούς αγωνιστές συνελήφθησαν το Σεπτέμβριο του 1834 ως δήθεν ύποπτοι συνωμοσίας κατά της βαυαρικής Αντιβασιλείας και κλείστηκαν για εννιά μήνες στις φυλακές της Ακροναυπλίας. 
     Η πολύκροτη δίκη άρχισε με καθεστώς στρατιωτικού νόμου, που είχε επιβληθεί από τη νύχτα της σύλληψης των αγωνιστών. Παρουσιάζονται εγκάθετοι ψευδομάρτυρες, για να βοηθήσουν στη λήψη της εκ των προτέρων παρμένης απόφασης. Να όμως που παρουσιάζονται σοβαρά και απροσδόκητα εμπόδια στο δρόμο της διατεταγμένης δικαιοσύνης. Ο Μακεδόνας Αναστάσιος Πολυζωίδης (μόλις 32 ετών) Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερός του Ζακύνθιος Γεώργιος Τερτσέτης (δικαστικός και λόγιος, 1800 - 1874) αρνούνται να συμπράξουν στο ανοσιούργημα της βαυαρικής Αντιβασιλείας και των εντόπιων υπηρετών της. 
Αναμφίβολα έχει αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του δικαστή Γ. Τερτσέτη. Σίγουρα όμως έχει αυξημένη αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του Αναστ. Πολυζωίδη, επειδή: 
α) Ο Πολυζωίδης είναι Πρόεδρος του δικαστηρίου και ο Τερτσέτης απλός δικαστής και 
β) Ο Τερτσέτης έχει στενές σχέσεις με τον δικαζόμενο κορυφαίο στρατηγό Θ. Κολοκοτρώνη, αφού γράφει τα απομνημονεύματά του “Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής” κατά τις αφηγήσεις του Γέρου του Μωριά. 
"...δεν υπογράφω"
Οι χωροφύλακες του καθεστώτος με βρισιές και λασπολογίες και με προτεταμένη τη λόγχη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον βιάζουν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών. Η απάντηση του Πολυζωίδη είναι: “Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησίν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε”. 
     Ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Σχινάς έρχεται στη δίκη για ν’ αποσπάσει την υπογραφή κατά πρώτον λόγο του Προέδρου Πολυζωίδη, αλλά και του δικαστή Τερτσέτη. Θέλει να είναι “ομόφωνη” η απόφαση. Ορμά έξαλλος προς τον Πολυζωίδη, αξιώνοντας να υπογράψει, αλλά παίρνει την απάντηση: “Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω”. Οι αστυνομικοί τους τραβούν βιαίως απ’ το δωμάτιο των διασκέψεων, να τους βάλουν στην έδρα να υπογράψουν και να διαβαστεί η απόφαση. Τους χτυπούν με γροθιές, με κλωτσιές, με τους υποκόπανους των όπλων. Τους φτύνουν, τους βρίζουν, σχίζουν τα ρούχα του Προέδρου Πολυζωίδη. 
     Ο Πολυζωίδης, κατά πρώτον λόγο, αλλά και ο δικαστής Τερτσέτης εκείνες τις ώρες καθιέρωσαν έμπρακτα την ιδέα της Ανεξάρτητης Δικαιοσύνης. Η “απόφαση” είχε συνταχθεί απ’ το δικαστή Δ. Σούτσο (δεν ήταν νομικός αλλά πρώην υπάλληλος του υπουργείου Δικαιοσύνης), συγγενής του Σχινά και απαγγέλθηκε υπογραμμένη απ’ τους τρεις δικαστές Α. Βούλγαρη, Δ. Σούτσο και Φ. Φραγκούλη, υπηρέτες της αυθαιρεσίας και της βίας της κρατικής εξουσίας. “Εις την ακρόασιν της αποφάσεως σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τους οφθαλμούς του Πλαπούτα. Εσυλλογίζετο την ορφάνεια των τέκνων του. Ο Κολοκοτρώνης με ατάραχον βλέμμα είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου” (Γ. Τερτσέτη, Άπαντα). 
Η Δικαιοσύνη στο σκαμνί
     Για την άρνησή τους να υπογράψουν ένα στημένο κατηγορητήριο, ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης κατηγορούνται ότι είχαν εξαγοραστεί «από τον χρυσόν της κολοκοτρωνικής φάρας» αλλά και ότι δεν τήρησαν τον δικαστικό νόμο όπως τον επέβαλλε Βαυαροκρατία. 
     Η νέα δίκη έγινε στο ίδιο τζαμί του Ναυπλίου, εκεί που δικάστηκαν οι Έλληνες αγωνιστές, «ενώπιον του Εγκληματικού Δικαστηρίου», στις 27 Σεπτεμβρίου 1834. 
    Επίτροπος πάλι ο Μάσον, ο ίδιος που ως επίτροπος της αντιβασιλείας ήταν ο κατήγορος του Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα και Τζαβέλα. Αυτή τη φορά όμως είχε να αντιμετωπίσει δυο κατηγορούμενους οι οποίοι ήταν κάτοχοι και της δικαστικής επιστήμης και της τέχνης του λόγου. 
     Οι απολογίες τους αποτέλεσαν δεινό κατηγορητήριο κατά του Μάσον και κάποια στιγμή ο Τερτσέτης του φώναξε από το εδώλιό του: «Ποιος είσαι εσύ, Επίτροπε ποιος είσαι εσύ που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνον δια την τιμήν και την ζωήν των υπηκόων; Ποιος είσαι εσύ που παίζεις με ημάς εις την γην της γεννήσεως μας»; 
Το αντικατηγορώ του Πολυζωίδη
Η απολογία του Έλληνα δικαστή μετατράπηκε σε ένα βαρύ κατηγορητήριο εναντίον των κατοχικών δυνάμεων εκείνης της εποχής. Ο πατριωτικός λόγος του Πολυζωίδη μένει μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά ντοκουμέντα για το πώς οι ξένες δυνάμεις κατέλαβαν την Ελλάδα χωρίς να αφήσουν ούτε στιγμή τους Έλληνες να ζήσουν ως ανεξάρτητο κράτος.
Σε μαχητικό τόνο ο δικαζόμενος δικαστής Πολυζωίδης διακήρυξε ότι δεν είχαν υπογράψει τη θανατική καταδίκη Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, διότι εκτός από το νόμο τους εμπόδιζε και ένα άλλο αίτιο κατά πολύ ανώτερο: 
«Ο Εθνισμός μας!… Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων φονευθέντων εις τον αγώνα. Και δεν ήταν θέλημα Θεού ημείς, εις την 26 Μαΐου, να φθάσομεν εις τόσην αναισθησίαν, ώστε να εξαλείψει την λατρείαν του εθνισμού από τα σπλάχνα μας η επωμίδα του Υπουργού. Το έργον εκείνης της ημέρας ήταν το νομιμότατον σχόλιον της επαναστάσεως και η ωραιότατη ημέρα της βασιλείας. Τι ήταν η επανάστασίς μας; Ήταν άλλο παρά μια ορμή προς τον πολιτισμό, πόθος να χαρούμεν τους καρπούς του; Και τι άλλο ήταν η υπογραφή μας;»
Από το εδώλιό τους ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης με την απολογία τους έδωσαν υψηλό δίδαγμα προς εκείνους που καυχιόνταν ότι είχαν έλθει να μας φέρουν τον ανώτερο πολιτισμό τους και αντ’ αυτού μας έδιναν αναίσχυντα μαθήματα βιασμού της δικαιοσύνης. 
Η μαχητική αυτή απολογία ή μάλλον το Αντικατηγορώ του Τερτσέτη και του Πολυζωίδη, επηρέασε αποφασιστικά το δικαστήριο που στάθηκε κι αυτό στο ύψος της αποστολής του και αθώωσε πανηγυρικά τους δυο κατηγορούμενους. Πρόεδρος ήταν ο Σωμάκης και μέλη οι Βάλβης, Κανούσης, Λεονταρίδης και Κριεζής.
Θεμελιωτής της ελευθερίας του λόγου
Με την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Αναστάσιος Πολυζωίδης αποκαταστάθηκε και διορίστηκε αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και σύμβουλος επικρατείας. 
Το 1837 διορίστηκε υπουργός Παιδείας και Εσωτερικών. 
Ως υπουργός Παιδείας συνέβαλε καταλυτικά στη θεμελίωση του Εθνικού Πανεπιστημίου, ενώ από τη θέση του υπουργού Εσωτερικών αγωνίστηκε για την Ελευθερία του Λόγου. 
Σε πανηγυρικό λόγο του για την 25η Μαρτίου, ο Γεώργιος Τερτσέτης αφιέρωσε τό 1874 τις αναμνήσεις του στον Αναστάσιο Πολυζωίδη, που είχε πεθάνει στις 6 ’Ιουλίου 1873 και κηδεύθηκε δημοσία δαπάνη με τιμές Υποστρατήγου: "Ήτον άνθρωπος γενναίας ψυχής, κάτοχος νομικής επιστήμης, επιμελητής τής αρχαίας των Ελλήνων φωνής εις την νεοελληνικήν γλώσσαν έγραφεν, ηκούετο ή αρμονική φωνή τής μητρός του. Ήτον αγαθός, εύχαρις ομιλητής εις τήν συναναστροφήν του. Τό φιλελεύθερο κίνημα του Ιερού Άγώνος τόν ηύρεν εις τό άνθος τής ηλικίας του..."