Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλώσσα και λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλώσσα και λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024

Γιάννης Σκαρίμπας - "Αχ, πόσο άθεος είμαι, θεέ μου!"

"Εκεί, προς τις γραμμές του νότιου απείρου
περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο
με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου
φώτα χρυσά - η Κυρία μ' ένα βιβλίο

στο χέρι έστεκε και θωρούσε πέρα μακριά, τα χάη"
              Απόσπασμα από το ποίημα "Το πλοίο, ο Τιτανικός"
Αυτό το πλοίο που όλο φεύγει, φεύγει και βυθά στα ατέλευτα χάη των οριζόντων αναζητούσε εναγωνίως αφ' όπου το 1913 ρίζωσε στη γνωστή του από 1913 Χαλκίδα - αιώνιος εραστής και υμνητής της - ο Γιάννης Σκαρίμπας, την οποία τρελά ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε, καθώς ο ίδιος ‘‘ο πληβείος'' των ελληνικών γραμμάτων μας ομολογεί: "Έτσι, με πάμφωτο ξανά του νου μου το κρύσταλλο και γύρω μας τον Ευβοϊκό να κοχλάζει, αντικρίσαμε την περιπόθητη πόλη μας ορθό λελέκι, με πάνω της σαν άσπρο κομφετί χίλιους γλάρους την είχε λες με κιμωλία ο Εύριπος εκεί στο βάθος χαράξει.
Το πλοίο μας τη χαιρέταγε, πάλλοντας μια τεράστια - άφρων- βεντάλια στην πλώρη"

Αυτό το πλοίο - ο Σκαρίμπας, "Ο χαλκιδεότερος απάντων Χαλκιδέων"- τον Ευβοϊκό, ποτέ του δεν τον αποχωρίστηκε, αν και πάντα ως δημιουργός ο μπαπμπα-Γιάννης μέσα από τους στίχους ή τα πεζά του εναγωνίως αναζητούσε ένα πλοίο, ένα τρένο, έναν γλάρο για να ταξιδέψει στου απείρου τα φτερά.
"Ωρα καλή στου απείρου την καρδιά
γλάρε μου βραδινέ που φεύγεις - πλοίο,
μετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά,
η κάμαρά μου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο.
Πηγαίνεις σύ..... Εγώ εκπεσμένο αλαργινό
αδέρφι σου νοσταλγικό εδώ μένω
ένα βιβλίο, ένα φωσάκι - και πονώ -
μια καμαρούλα - αδέρφι μου υψωμένο"

Αυτό το εκπεσμένο, αλαργινό αδέρφι του γλάρου για επτά δεκαετίες θα στέκει με το βιβλίο στο χέρι και του εκτελωνιστή τη χαρτούρα σε κάποια από τις όχθες του Εύριπου προσμένοντας
"ένα - με γυάλινα πανιά - πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός
όξ' απ' τον κύκλο των νερών - στα χάη"

για να βγει επιτέλους έξω από τα στενά επαρχιακά και ασφυκτικά όρια της πόλης, της πόλης του, που γρήγορα και σε βάθος απύθμενου χρόνου γίνεται ο ανέσπερος φάρος και η γοργοτάξιδη στην ορμή του πνευματικού αγέρα σημαία της, αυτός ο εξ Αγίας Ευθυμίας Παρνασίδος ορμόμενος τριπεθαμίτης με τη σκούφια Σκαρίμπας, που "φοράω μετά τα φτερνίσματά μου, εγώ ο και σαββατογεννημένος παρδαλομάτης νιόβγαλτος Ιωάννης. 
Αυτό των βιογράφων μου μη τους ξεφύγει. 
Επίσης,  η μακαρίτισσα η μάνα μου, καφεμαντέψαντος το κατοπινό μεγαλείο μου, έχει τις φασκιές μου φυλάξει. 
Τους βιογράφους μου και λοιπούς γραμματολόγους μου παρακαλώ το παρόμοιο ... 
Τώρα, από πού εμπνεύστηκα εγώ το "θείο Τραγί" μου; 
Μα από κάτι τέτοιους ατσήδες... που τους αρέσει ο Μπραμς"
Αναμφίβολα, οι εμπνεύσεις του Σκαρίμπα πρωτόφαντες και αστείρευτες, ο λόγος του: καθαρά προσωπικός, 
καυστικός, 
ανελέητος, 
πρωτότυπος και πρωτόγνωρος.
Βουτώντας, λοιπόν, μες στην κολυμβήθρα του απρόοπτου, του παράδοξου, του παράλογου, του απίθανου, 
του απροσδόκητου, 
του χιούμορ, της φάρσας, 
του τραγικοκωμικού, 
του ευτράπελου εμφανίζεται επίσημος και αρτιμελής στα ‘‘Ελληνικά Γράμματα'' "μ' ένα διήγημα - έκπληξη, για το οποίο η επιτροπή σάστισε", καταπώς ομολογεί ο εκ των μελών της Κώστας Καρθαίος εν έτει 1929 για το διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα "Ο Καπτάν Σουρμελής ο Στουραϊτης" 
Αυτό του το εγχείρημα του αποδίδει το Α΄ βραβείο, το οποίο αποδέχεται πικρόχολα και σαρκαστικά: "Λοιπόν, τι λένε αυτοί; 
Είμαι δά τόσο σπουδαίο!... 
Μωρέ, μπράβο μου! 
Είδες με; 
Μια κι έξω.... 
Έγινα μονομιάς συγγραφέας... 
Ποιος; 
Εγώ ο δεκάρχης τελωνειακός και μέλλων απότακτος ιατρογνώμων..."
"Σκαρίμπας, ο Ευρίπου"

Από τότε, φτεροκοπά ασίγαστα με μια γλώσσα ιδιότυπη, αυτός ο λεξιθήρας της λαϊκής και της αργκό γλώσσας, αλλά και άφθαστος λεξιπλάστης, και μ' ένα ύφος εντελώς προσωπικό - το "αλά Σκαρίμπα ύφος" - για τους δικούς του πολυδαίδαλους πνευματικούς δρόμους: 
Καημοί στο Γριπονήσι, 
Το θείο Τραγί, 
Μαριάμπας, 
Ουλαμούμ, 
Το σόλο του Φίγκαρω, 
Εαυτούληδες, 
Ο ήχος του κώδωνος, 
Περίπολος Ζ΄, 
Το Βατερλώ δύο γελοίων, 
Η μαθητευομένη των τακουνιών, 
Φυγή προς τα εμπρός, 
Βοϊδάγγελοι, 
Ο Σεβαλιέ Σερβάν της κυρίας, 
Το '21 και η αλήθεια, 
Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, 
Τρεις άδειες καρέκλες, 
Τα πουλιά με το λάστιχο, 
Τα Καγκουρώ, 
Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, 
Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, 
Η κυρία του τρένου, 
Ο πάτερ Συνέσιος - με σειρά εκδόσεως - αποτελούν την πλούσια, πολύκροτη και πολύμορφη πνευματική οδοιπορία του Γιάννη Σκαρίμπα, του θρυλικού μπαρμπα - Γιάννη, όπως τον γνώρισε, τον θαύμασε ή πετροβόλησε το Πανελλήνιο.
Αντιφατικός, 
καυστικός, 
ανατρεπτικός, στο λόγο, τις ιδέες, την πνευματοκτόνα συντακτικογραμματική των φιλολογιζόντων μορφή της γλώσσας, 
ευφάνταστος, 
δημιουργικός, 
ανοιχτόθυρος. 
Για τούτο, πολλούς ενόχλησε, πολλών τη στάση και πολλά καυτηρίασε ή ανέδειξε, θαμμένα ως τότε στο σκότος του καλωσπρεπισμού, 
της άγνοιας, ή του "αλλουβρεχιτισμού" της "ιστορικάντζας" και της α-πνευματικής οδοιπορίας των "διαγνοουμένων" του, 
μεγαλοσχημόνων της ακαδημαϊκής, 
πανεπιστημιακής και λογοτεχνικής των Αθηνών κοινότητας, που "παρλεβουφράνιζε ρουμελιστί ή σπιτίγγλιζε φορτοπαράσημη, 
υψηλοκάπελη, 
αδαμαντοκόλλητη" 
και έχουσα υποστεί μιας άνευ ορίων «κατακουτελικήν αριστοκρατίτιδα», καταθέτοντας τις κίβδηλες μετοχές της εις «το αλλουβρεχείον της αλήθειας», πορωμένοι με ένα άνευ ορίων και όρων υποκριτικό και άσοφο "υγιοσκεφτομενιλίκι".
Αυτήν την "πνευματική μας ηγεσία", που εναγωνίως πάλευε να μη δοθεί το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Άγγελο Σικελλιανό, 
το Γιάννη Ρίτσο, 
τον Κώστα Βάρναλη, 
το Νίκο Καζαντζάκη, αμείλικτα στηλίτευε ο Γιάννης Σκαρίμπας και "πετούσε - τους - καταπρόσωπο, σ' αυτούς τους ευνουχιστές της Ιστορίας και τους αλλουβρεχήτες της αλήθειας", το κάθε του βιβλίο, 
το κάθε του άρθρο, 
το κάθε του σημείωμα, 
την κάθε του ιστορία ή συνομιλία με απλούς ή επώνυμους πολίτες που ασταμάτητα συνέρρεαν γύρω του για να φωτιστούν από το λόγο του ή και να χλευάσουν αυτόν τον "πολιό γέροντα" των τρελών νερών με τις μυριάδες παραξενιές και την κοφτερή ρομφαία του νου και της γλώσσας, που έστεκε φαροστάτης ορθός στο ακρόπρωρο του Ευρίπου περιστοιχισμένος: των αρλεκίνων του, 
των παλιάτσων του, 
των χαρτονόμουτρών του, 
των "μυλαίδων κυριών" του, των Νινών του, 
των ερώτων του με πρόσωπα φανταστικά ή πραγματικά, των κουκλίτσικων ρομποτικών αθυρμάτων του, 
των ‘‘τσιγκιζουσών χαλκιδαίων γαλών'' του, 
των Σουρούπηδών του, 
των Μαριάμπηδών του!... 
Κι από κοντά χόρευε, χόρευε τρελά και πολύσπαστα τη γλώσσα, δίνοντάς της άλλο βάθος και προοπτική, και γραφή επί χάρτου φωνητική, σκαριμποσύνταχτη και πολύστικτη, μετεωριζόμενη με σιγουριά και ασφάλεια ανάμεσα στους δύο κόσμους με τα πολύτροπα σύμβολα του Σκαρίμπα, του κόσμου του πραγματικού και του κόσμου του ψυχεδελικού, του φανταστικού και υπέρκοσμου, τον οποίο διακαώς αποζητούσε ο Σκαρίμπας ερευνώντας το "ανερεύτητο" και πιάνοντας πολλές φορές τον εαυτό του να αναρωτιέται, λέγοντας: "Αχ, πόσο άθεος είμαι, θεέ μου!"
Αντιφατικός, 
οξύνους, 
θυμόσοφος, 
φιλειρινιστής ως το μεδούλι ο και εισπηδήσας εις τα χαρακώματα του μακελάρικου, μακεδονικού μετώπου, 
πολύτροπος, 
πολύγνωμος και υψηλόφρων κυρ Γιάννης, ο και σε όλα τα είδη του λόγου ευτρυφείσας. 
Αυτός, λοιπόν, ο Σκαρίμπας, λίγο πριν "αποδημήσει εις Κύριον" - την 21 Ιανουαρίου 1984- πλήρης ημερών, ενενηκοντούτης ήδη - δήλωνε εμφαντικά : 
"Εγώ...
δεν μετάλαβα για να καλοπιάσω το Θεό, μη και με ρίξει στο κολαστήρι του... 
εγώ, να το ξέρετε, το Θεό δεν τον φοβάμαι, γιατ' είναι φίλος μου. 
Τόσην ώρα συνομιλώ μαζί του, μ' ακούει και τον ακούω .... 
Τα πάμε μια χαρά"
Ετσι, λοιπόν, αυτό το "Σπασμένο καράβι" των γραμμάτων μας με τον αριστοφάνειο καυστικό λόγο και την ιδιότυπη γραφή, όχι ως "γκρεμισμένο νεκρό", όπως λέει στο ομώνυμο ποίημα - τραγούδι του, αλλά ορθόπλωρο, 
αχτινοβόλο, 
νευότευκτο και πασίθωρο πλοίο ξάπλωσε πα "σ' αμμουδιά πεθαμένη και σε κούφιο νερό" στην ακτή του Ευρίπου. 
Από τότε, στέκει εκεί παντοτινός του φωτοστάλτης και λαμπερός κόχυλας πορφυρούχος αείφωτος και αείδροσος, θωρώντας τον από τις πλαγιές της Κάνηθος, δίχως καμιά να αναμένει "επίθεση δόξης" απ' όλους τους "Εαυτούληδες" που ως "θίασος,
λερή συνοδεία προσπαθούν να μοιράσουν σαν λύκοι / μεταξύ τους - για ρόλους των - κάθε μια (του όπως λέει) αηδία κάθε τι ρεζιλίκι"
Σίγουρα και αναμφίβολα, αυτός ο πάντα σαρκάζων και μονίμως κυνικά αυτοσαρκαζόμενο Διογένης των γραμμάτων μας, καμιά δε θα 'θελε "επίθεση δόξης" αλλά η Χαλκίδα "πού στόνα πόδι στέκει / λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία/ όρθιο ως πόλη λελέκι" πολλά του οφείλει, μα λιγοστά ως σήμερα έπραξε...
.............
απόσπασμα από το ποίημα "Φαντασία"
Γιώργου Παπαστάμου : Σκαρίμπας, εκδόσεις Βασδέκη
Γιάννη Σκαρίμπα "Το 21 και η αριστοκρατία του", αφιέρωση στο βιβλίο, σελ. - 7.
Ό,τι υπάρχει εντός των εισαγωγικών, είναι δάνειo από το έργο του Γ. Σκαρίμπα.
                                                                                                bhxos-panagiotis

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024

Jack London : Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη "πειναλέα" πόλη.

Ήταν στο Ρένο της Νεβάδα, καλοκαίρι του 1892. 
Ήταν και παζάρι κι η πόλη ήταν γεμάτη μικρολωποδύτες και απατεωνίσκους, για να μη μιλήσουμε για στίφη ολόκληρα από πειναλέους αλήτες. 
Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη "πειναλέα" πόλη. 
Βροντούσαν τις πίσω πόρτες των σπιτιών των ευυπόληπτων πολιτών, μέχρι που οι πίσω πόρτες έπαψαν πια ν' ανοίγουν.
Δύσκολη πόλη για μάσες, έλεγαν τον καιρό εκείνο οι αλήτες. 
Ξέρω πως μου 'λειψαν πολλά γεύματα, παρά το γεγονός ότι μπορούσα να συρθώ ως την επόμενη αν μου βροντούσαν κατάμουτρα μια πόρτα, για να τσιμπήσω κάτι ή να με τραπεζώσουν ή και να ζητιανέψω στο δρόμο. 
Βρέθηκα σε τόσο δύσκολη θέση σ' αυτή την πόλη, που, μια μέρα, ξέφυγα απ' το φύλακα και τρύπωσα στο ιδιωτικό βαγόνι ενός περιοδεύοντα εκατομμυριούχου. 
Το τρένο ξεκινούσε την ώρα που ανέβηκα στο βαγόνι και όρμηξα στον εκατομμυριούχο που λέγαμε, ενώ μόλις ένα βήμα πίσω μου είχα το φύλακα, που πολεμούσε να με τσακώσει. 
Η τύχη μου κρεμόταν από μια κλωστή, γιατί μόλις ακούμπησα τον εκατομμυριούχο, με τσίμπησε κι ο φύλακας. 
Δεν είχα καιρό για τυπικότητες.
«Δω 'μου μια δεκάρα να φάω», είπα. 
Κι όσο ζω δε θα ξεχάσω τον εκατομμυριούχο, που έβαλε το χέρι στην τσέπη και μου 'δωσε... μάλιστα... ακριβώς... μια δεκάρα. 
Πιστεύω ακράδαντα πως τόσο είχε αναστατωθεί, ώστε υπάκουσε αυτόματα και, από τότε, πολλές φορές κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν του ζήτησα ένα ολόκληρο δολάριο. 
Γιατί ξέρω ότι θα μου το 'δινε. 
Απομακρύνθηκα τρέχοντας απ' το ιδιωτικό βαγόνι, ενώ ο φύλακας πολεμούσε να μου δώσει μια κλοτσιά στη μούρη. 
Δε με πέτυχε. 
Κι ας βρισκόμουν σε πολύ μειονεκτική θέση, γιατί προσπαθούσα να κατέβω απ' το τελευταίο σκαλί του βαγονιού και να μη σπάσω κιόλας το λαιμό μου, ενώ ταυτόχρονα, είχα κι από πάνω απ' το βαγόνι έναν εξαγριωμένο αιθίοπα που προσπαθούσε να με χτυπήσει καταπρόσωπο με ποδάρες πενήντα νούμερο! Μα την πήρα τη δεκάρα! Την πήρα!
[….] Μα αυτό το κάτι που 'θελα να φάω με δυσκόλεψε πολύ. 
Σε μια ντουζίνα σπίτια, με πέταξαν με τις κλωτσιές έξω. 
Μερικές φορές, με πρόσβαλαν κιόλας και τα αμπαρωμένα σπίτια με πληροφορούσαν πως θα τις έτρωγα στα γερά αν τολμούσα να τα ενοχλήσω. 
Το χειρότερο ήταν ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν σωστές. 
Γι' αυτό και το 'χα πάρει απόφαση να φύγω την ίδια εκείνη νύχτα για τα δυτικά. 
Ο Τζον ο Νόμος έφερνε βόλτες στην πόλη, γυρεύοντας τους νηστικούς και τους άστεγους, γιατί αυτό αξίωναν οι αμπαρωμένοι κάτοικοι της πόλης.
Σ' άλλα σπίτια, μου βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα, κόβοντας στη μέση τα ευγενικά και ταπεινά μου παρακάλια να μου δώσουν κάτι να φάω. 
Σ' ένα σπίτι, δεν άνοιξαν καν την πόρτα. 
Στάθηκα στο κατώφλι και χτύπησα κι οι από μέσα με κοιτούσαν απ' το παράθυρο. 
Κρατούσαν μέχρι κι ένα καλοθρεμμένο παιδάκι ψηλά, στους ώμους τους, για να του δείξουν κι εκείνου τον αλήτη που δεν έμελλε να πάρει ούτε ψίχουλο απ' το σπίτι τους.
Άρχισα να καταλαβαίνω πως θα ήμουν υποχρεωμένος να στραφώ για φαγητό στους πολύ φτωχούς. 
Οι πολύ φτωχοί είναι το τελευταίο και σίγουρο αποκούμπι για τους πεινασμένους αλήτες. Πάντα μπορείς να βασιστείς στους πολύ φτωχούς. 
Ποτέ δε διώχνουν τους πεινασμένους. 
Πάμπολλες φορές, σ' όποιο μέρος των ΗΠΑ κι αν βρισκόμουν, αρνήθηκαν να μου δώσουν φαΐ τα μέγαρα πάνω στους λόφους. 
Μα πάντα μου 'διναν φαΐ τα φτωχοκάλυβα στο ρέμα ή στο έλος, που τα σπασμένα τους παράθυρα τα έκλειναν κουρέλια κι όπου κατοικούσαν μανάδες με κουρασμένο πρόσωπο, τσακισμένες απ' τη σκληρή δουλειά.
[….] Στη θύμησή μου έχει μείνει ένα συγκεκριμένο σπίτι απ' όπου με διώξανε κείνο το βράδυ. Τα παράθυρα της βεράντας έβλεπαν στην τραπεζαρία και μέσα απ' αυτά είδα έναν άντρα να τρώει πίτα, μια μεγάλη κρεατόπιτα. 
Στάθηκα στην ανοιχτή πόρτα και, την ώρα που μιλούσαμε, εξακολουθούσε το φαγητό του. Ευημερούσε και η ευμάρειά του τον είχε κάνει να δυσφορεί με τα λιγότερο τυχερά αδέρφια του.
Έκοψε στη μέση τα παρακάλια μου να μου δώσουν κάτι να φάω και γαύγισε: «Δεν πιστεύω πως θες να δουλέψεις».
Ε, αυτό ήταν τελείως ξεκάρφωτο. Δεν είχα πει τίποτα για δουλειά. 
Το θέμα της συζήτησης που άνοιξα ήταν το «φαΐ».
 Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να δουλέψω. Ήθελα να πάρω το νυχτερινό τρένο για τα δυτικά.
«Δε θα πεινούσες αν έβρισκες δουλειά», γρύλλισε.
Έριξα μια ματιά στην πειθήνια γυναίκα του και κατάλαβα ότι, αν δεν ήταν παρών αυτός ο Κέρβερος, θα την είχα δοκιμάσει τούτη την κρεατόπιτα. 
Μα ο Κέρβερος έτρωγε τώρα ολομόναχος την πίτα και κατάλαβα ότι, αν ήθελα να την δοκιμάσω κι εγώ, θα έπρεπε να τον κολακέψω. 
Για τούτο, αναστέναξα βαθιά μέσα μου και δέχτηκα την εργασιακή του ηθική.
«Και βέβαια θέλω δουλειά», μπλοφάρησα.
«Δε σε πιστεύω», ξεφύσησε.
«Δοκίμασέ με», αποκρίθηκα, συνεχίζοντας τη μπλόφα μου.
«Εντάξει», είπε. «Έλα στη γωνιά του τάδε και του τάδε δρόμου» -(ξέχασα τα ονόματά τους)- «αύριο το πρωί. Ξέρεις, εκεί που είναι εκείνο το καμένο σπίτι. Θα σε βάλω ν' ανεβάζεις τούβλα».
«Εντάξει, κύριε. Θα 'ρθω».
Γρύλλισε κι εξακολούθησε το φαΐ του. 
Εγώ περίμενα. 
Μετά από ένα δυο λεπτά σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε μ' ένα ύφος που 'λεγε «ακόμα εδώ είσαι;» και ρώτησε:
«Λοιπόν;».
«Πε...περιμένω να μου δώσετε κάτι να φάω», είπα ευγενικά.
«Το 'ξερα πως δεν ήθελες να δουλέψεις!» μούγκρισε.
Είχε δίκιο, φυσικά. 
Μα στο συμπέρασμα του θα πρέπει να 'φτασε διαβάζοντας τη σκέψη μου, γιατί ήταν αδύνατο να φτάσει με τη λογική σ' αυτό.
«Βλέπετε, τώρα πεινάω», είπα, ήρεμα πάλι. 
«Αύριο το πρωί θα πεινάω ακόμα περισσότερο. 
Σκεφτείτε πόσο θα πεινάω αν όλη τη μέρα ανεβάζω τούβλα χωρίς να βάλω ούτε μπουκιά στο στόμα μου. 
Αν, όμως, μου δώσετε κάτι να φάω τώρα, αύριο θα είμαι σε καλή φόρμα και θα κουβαλήσω τα τούβλα».
Συλλογίστηκε για ώρα το επιχείρημά μου, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσε να μασάει. 
Η γυναίκα του έκανε τρέμοντας κάτι να πει, για να εξιλεωθούν οικογενειακά, μα δεν τόλμησε.
«Να σου πω τι θα κάνω», μου είπε ανάμεσα στις μπουκιές του. 
«Θα 'ρθεις να δουλέψεις αύριο και το μεσημέρι θα σου δώσω μια μπροστάντζα για να πας να φας. Αυτό θα δείξει αν μιλάς ειλικρινά ή όχι».
«Στο μεταξύ...», άρχισα να λέω, μα με διέκοψε.
«Αν σου δώσω κάτι να φας τώρα, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ποτέ. 
Α, σας ξέρω εσάς. 
Για δες με καλά. 
Δε χρωστάω σε κανέναν. 
Και ποτέ δεν έπεσα τόσο χαμηλά, ώστε να γυρεύω φαγητό από άλλον. 
Πάντα έβγαζα το ψωμί μου. 
Το κακό με σένα είναι πως είσαι τεμπέλης κι ακαμάτης. 
Το βλέπω στο πρόσωπό σου. 
Εγώ δούλεψα και ήμουν τίμιος. 
Μόνος μου ανέβηκα στη θέση που βρίσκομαι. 
Και συ μπορείς να κάνεις το ίδιο, φτάνει να δουλέψεις και να 'σαι τίμιος».
«Όπως εσείς;» ρώτησα.
Αλίμονο, η βλοσυρή, τσακισμένη απ' τη δουλειά ψυχή αυτού του ανθρώπου δεν άφηνε να την αγγίξει ούτε μια αχτίδα χιούμορ.
«Ναι, όπως εγώ», αποκρίθηκε.
«Όλοι μας;» ρώτησα.
«Ναι, όλοι σας», απάντησε, με φωνή γεμάτη σιγουριά.
«Μα αν γινόμασταν όλοι σαν κι εσάς», είπα, «επιτρέψτε μου να σας επισημάνω πως δε θα έμενε κανένας για ν' ανεβάζει τούβλα για λογαριασμό σας».
Τ ορκίζομαι, τα μάτια της γυναίκας του σα να χαμογέλασαν φευγαλέα. 
Όσο για κείνον, έμεινε εμβρόντητος. 
Ποτέ δεν θα μάθω αν αυτό έγινε επειδή φαντάστηκε μιαν ανθρωπότητα μεταρρυθμισμένη, όπου δε θα μπορούσε ν' απασχολήσει ανθρώπους για να κουβαλάνε τούβλα, ή εξαιτίας του θράσους μου.
Jack London (1876-1916)
Κάθε λίγο και λιγάκι, σε εφημερίδες, περιοδικά και λεξικά με βιογραφίες, διαβάζω για τη ζωή μου. 
Τα κείμενα αυτά, με προσοχή και περίσκεψη διατυπωμένα, με πληροφορούν ότι έγινα αλήτης με σκοπό να μελετήσω κοινωνιολογία. 
Αυτό δείχνει μεν την φρόνηση και τη διακριτικότητα των βιογράφων μου, αλλά δεν είναι διόλου σωστό. 
Έγινα αλήτης... ε, γιατί είχα μέσα μου δίψα για ζωή, γιατί μες στο αίμα μου είχα τη λαχτάρα της περιπέτειας, που δε μ' άφηνε να μείνω ήσυχος. 
Η κοινωνιολογία ήρθε μετά, τελείως συμπτωματικά. 
Ήρθε μετά, όπως το δέρμα σου υγραίνεται αφού πρώτα σε καταβρέξουνε. 
Βγήκα "στο Δρόμο" γιατί δεν μπορούσα να μείνω μακριά απ' αυτόν. 
Γιατί στην τσέπη μου δεν είχα παράδες για ν' αγοράσω εισιτήριο για το τρένο. 
Γιατί ήμουν έτσι καμωμένος, ώστε το θεωρούσα αδιανόητο να δουλεύω σ' όλη μου τη ζωή στο ίδιο μέρος. 
Γιατί... ε, γιατί μου ήταν ευκολότερο να βγω στο Δρόμο, παρά να μη βγω.

Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε.

Διονύσιος Σολωμός

ο αριθμός των δικαίων  
8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: «Τάχα να είναι πολλά;»  
9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα των αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα, με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε, ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντάς το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου.  
10. Και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολλή ώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.  
11. Εμνέσκανε το λοιπόν αποκάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό, για να βοηθήσω το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.  
12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,  
13. Ασήκωσα τα τρία μου έρμα δάχτυλα και έκαμα το σταυρό μου.  
14. Έπειτα, θέλοντας να αριθμήσω τους άδικους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του ράσου μου, και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον, πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.  
15. Και ο νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του.
Διονύσιος Σολωμός “η γυναίκα της ζακυθος”
από το «ποδήματα και πεζά» εκδόσεις γράμματα  
Το έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή Εθνικόν ό,τι είναι Αληθές.  
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ  
Σύμφωνα με τον Ι. Πολυλά, ο Σολωμός απάντησε με τα παραπάνω λόγια όταν ένας φίλος του, διαβάζοντας τον «Πόρφυρα», του παρατήρησε ότι «το έθνος ήθελε να δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό».  
 
Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε. 
Διονύσιος Σολωμός “προς τους επτανήσιους”  

    
Η συνάντηση Δ. Σολωμού – Σ. Τρικούπη:  
Όθεν όταν (περί τα τέλη του 1822) ο Τρικούπης έφθασε εις Ζάκυνθο, καλεσμένος από τον αείμνηστον Λορδ Γυίλφορδ, και επεσκέφθηκε τον Σολωμό, ο ποιητής δεν του εξεφώνησε τους απλοελληνικούς στίχους του, αλλά την ιταλική ωδή «Per Prima Messa», την οποία είχε συνθέσει ακόμη ευρισκόμενος εις την Ιταλία. 
Ο Τρικούπης του επαρατήρησε ότι ο προορισμός του ήταν, όχι να λάβει μίαν λαμπρή θέση εις τον ιταλικόν Παρνασσό, αλλά να έβγει θεμελιωτής νέας φιλολογίας εις την Ελλάδα. 
Τούτα τα λόγια, τα οποία εφαίνοντο ωσάν ενός αποσταλμένου της κοινής αγωνιζομένης μητέρας προς το καλύτερο από τα τέκνα της, ανταποκρένοντο εις τη διάθεση και εις τα πρώτα βήματα του Σολωμού, ώστε γιομάτος θάρρος εξακολούθησε τη μελέτη της μητρικής του γλώσσας, βοηθούμενος από τον Τρικούπη.  
από τα Προλεγόμενα  του Ι. Πολυλά
 
Ο Γ. Θεοτοκάς σχολιάζει τη συνάντηση Σολωμού – Τρικούπη:  
Ο Σολωμός 24 χρονώ, ο Τρικούπης 34. Ως εκείνη τη στιγμή ο Σολωμός δεν έχει ξεκαθαρίσει στη συνείδησή του αν είναι Έλληνας ή Ιταλός. 
Η γλώσσα και η παιδεία, ίσως και η πατρική καταγωγή, τον τραβούν προς την Ιταλία, αλλά η Επανάσταση τον έχει συγκινήσει. 
Είναι άβουλος και ασυνείδητος, ένα χαμένο παιδί που δε βρήκε τον εαυτό του. (…) 
Ο Τρικούπης σ’ αυτή τη συνάντηση είναι αναμφίβολο ότι ενεργεί μ’ ένα πολιτικό σκοπό· να προσθέσει τη συνείδηση στη μεγαλοφυία, να επιστρατεύσει τη σκοτεινή δύναμη και να τη θέσει στην υπηρεσία της Ελλάδας. 
Αξιοθαύμαστη η πολιτική και πνευματική διαίσθηση του Τρικούπη, που καταλαβαίνει το δαιμόνιο του Σολωμού προτού το καταλάβει ο ίδιος ο Σολωμός, που αισθάνεται μες στον πόλεμο την ανάγκη της ποίησης, της ποίησης που θα είναι η φωνή του έθνους. 
Θέλει να δώσει στο έθνος μια φωνή. 
Το αποτέλεσμα της συνάντησης είναι κευραυνοβόλο, ο Σολωμός μονομιάς γίνεται Έλληνας, κατακτά την ελληνική γλώσσα (και την αναδημιουργεί), γράφει τον Ύμνο, όλα αυτά σε ελάχιστο καιρό. 
Κι ο Τρικούπης φεύγει, ο ρόλος του τελείωσε.  
Γιώργος Θεοτοκάς «τετράδια ημερολογίου»
εκδόσεις εστία  
Ο Δ. Σολωμός το 1823 συνέθεσε, μέσα σε ένα μήνα, τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ο οποίος δεν περιέχει ούτε μία ιταλική λέξη, από αυτές που αφθονούσαν στην επτανησιακή διάλεκτο.  
από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους Β΄»:   
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει…  
Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει.   
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.  
Παράπονο: χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι α χάσει.  
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.  
Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.  
Διονύσιος Σολωμός
από την ανθολόγια του η. ν. Αποστολίδη, εκδόσεις εστία  
από τον «Διάλογο»:  
Η αλήθεια είναι καλή Θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρή.  
Δεν είναι εντροπή να φανερώσει άνθρωπος πως έσφαλε.  
Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;
Διονύσιος σολωμός «διάλογος»
από τα » δ. Σολωμού – ποιήματα και πεζά» 
εκδόσεις γράμματα 
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ποιητής Nathaniel Parker Willis συνάντησε τον Διονύσιο Σολωμό στην Κέρκυρα στα 1832: 
Ο Κύριος που με είχε πάρει έξω είχε στο σπίτι του το βράδυ μία συγκέντρωση και ανάμεσα στους άλλους ξένους ήταν παρόντες ο κόμις Διονύσιος Σολωμός απ’ τη Ζάκυνθο και ο Ιππότης Ανδρέας Μουστοξύδης, για τους οποίους είχα ακούσει συχνά. 
Ο πρώτος είναι σχεδόν ο μόνος Έλληνας ποιητής και οι «Ύμνοι» του, κυρίως πατριωτικοί, είναι γραμμένοι στην κοινή διάλεκτο της χώρας του και λέγεται πως είναι γεμάτοι φωτιά. 
Είναι ένας υπερβολικά ωραίος άνδρας με μεγάλα μαύρα μάτια, τρυφερά σχεδόν σαν γυναίκας. 
Τα χαρακτηριστικά του είναι σαν να είναι έργο της καθαρότατης ελληνικής σμίλης, τόσο τέλεια, σαν να είναι άγαλμα και εντυπωμένα με τα πιο ελκυστικά σημάδια λεπτότητας και αισθήματος. Μπορώ να φαντασθώ τον Ανακρέοντα να του έμοιαζε.
nathaniel parker willis (1806-1867)
από άρθρο του γεωρ. χρ. σουλη στο περιοδικό νεα εστια
 Ο Κώστας Βάρναλης θυμάται τον καιρό (1911) που δούλευε καθηγητής στα Μέγαρα:   
Κάποια χρονιά που είχα συγκεντρωμένα στην Γ΄ Ελληνικού πολλά καλά παιδιά, τους δίδαξα ολάκερο τον “Εθνικό Ύμνο” του Σολωμού, που δεν τον είχε το πρόγραμμα. 
Βρέθηκε αμέσως ο “επιστήμονας” του χωριού να με καταγγείλει στο υπουργείο ότι υπονομεύω την αθάνατον ημών γλώσσαν άτε διδάσκων εις τους παίδας τον “Εθνικόν Ύμνον!”. 
Πού να το φανταζότανε ο Σολωμός ότι ο ύμνος του θα μπορούσε να χρησιμέψει για τεκμήριο εθνικής προδοσίας. 
Και το υπουργείο με κάλεσε “εις απολογίαν!”.  
Κώστας Βάρναλης “φιλολογικά απομνημονεύματα” εκδόσεις κέδρος

Διονύσιος Σολωμός “η γυναίκα της ζάκυθος”
από το «ποιήματα και πεζά» εκδόσεις γράμματα  

logomnimon.wordpress.com

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο (ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας)

sevenwww.closeupfilmcentre_-1556744320-726x388

Αναδημοσιεύω ένα αξιολογότατο άρθρο, με τίτλο "Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο - ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας" από το: tetartoskosmos

     Τον καιρό του Μαύρου Θανάτου, ασφαλώς επειδή το ρητορικό σχήμα του πολέμου μ’ έναν αόρατο εχθρό δεν βγάζει και πολύ νόημα, αφού οι γραμματιζούμενοι και οι καλλιτέχνες προσωποποίησαν την αρρώστια με όλες τις δέουσες αλληγορίες και σε ποικίλες μορφές, ο λαουτζίκος, πιο πραχτικός, προτίμησε να ανακαλύψει ευθύς αμέσως τους υπαίτιους, εκείνους που, σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη, μόλυναν τα πηγάδια και τις πηγές, σκορπώντας μ’ αυτό τον τρόπο την αιτία του κακού. Οι συνηθισμένοι ύποπτοι, λεπροί, εβραίοι, αιρετικοί, όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά και ανάλογα με τις τοπικές προτεραιότητες, τράβηξαν των παθώ τους τον τάραχο, αλλά και διάφοροι άλλοι εύκολοι στόχοι – ανάμεσά τους κι οι τσιγγάνοι (πιο αφανώς, ως συνήθως).

i84422-les-pires-epidemies-que-le-monde-ait-connues

Όμως δεν είναι στις προθέσεις μου να απαριθμήσω εδώ αυτές τις σφαγές, τους εμπρησμούς και τις λοιπές φρικαλεότητες (παρότι κι ένα τέτοιο ανάγνωσμα θα ήταν επιμορφωτικό), ήθελα μόνο να πω ότι σε τέτοιες περιστάσεις ακόμα και πιο αξιοσέβαστους τους παίρνει καμιά φορά η μπάλα. 
Όσο για την εξουσία, παρότι πιο μορφωμένη και πιο κατατοπισμένη από τον χύδην όχλο, όπως καμαρώνει πάντα, φαίνεται ότι στις συνθήκες αυτές συχνά δε θέλει και πολύ για να προσυπογράψει προλήψεις, προκαταλήψεις και λιντσαρίσματα – για τους δικούς της λόγους, ασφαλώς.

barbiere 1105857

Καθώς περνούσαν οι αιώνες και τα κύματα της πανούκλας, κάπου προς το τέλος του 16ου αιώνα, διαδόθηκε στο σοφό λαό, τρέχα-γύρευε πώς, η φήμη για μια άλλη μέθοδο που υποτίθεται χρησιμοποιούσαν οι καταχθόνιοι ώστε να σκορπίσουν τη συμφορά στο ποίμνιο του Θεού. 
Αυτή ήταν το πασάλειμμα: πάει να πει, οι μοχθηροί έφτιαχναν ένα διαβολικό σκεύασμα, σαν ωχρή λάσπη ή ασπρουδερή μπογιά, κάτι σα λερωμένο ασβέστη, ή ξινισμένο ξίγκι, ή βρώμικο λίπος, και πασαλείφανε τοίχους, πόρτες, φράχτες κι ό,τι άλλο – και αυτό το πράγμα σκόρπιζε στον αγέρα το θανατικό, τον τρομερό λοιμό. 
Διάφορες αναφορές και μαρτυρίες, κάποτε από σχετικά αξιόπιστες πηγές, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη, ας πούμε, ύποπτων επαλείψεων. 
Και μπορούμε να σκεφτούμε ό,τι θέλουμε, σε πραγματολογικό επίπεδο, γι’ αυτές τις περιπτώσεις (π.χ. μπορεί να ήταν ποικίλες μαγγανείες και τεχνάσματα λαϊκής μαγείας που είχαν αποτροπαϊκό χαραχτήρα, δηλ. που θέλανε απεναντίας να κρατήσουν μακριά την αρρώστια, ή μπορεί πάλι κάποιοι να ήθελαν έτσι να τρομάξουν τους εχθρούς τους ή να αγαπούσαν τα μακάβρια καλαμπούρια), κατά τη γνώμη μου όμως, αν πάρουμε υπόψη μας το πως δουλεύουν οι φήμες κι ο πανικός, στις περισσότερες από αυτές τις μαρτυρίες δεν υπάρχει ανάγκη να υποθέσουμε ούτε έναν έστω κόκκο αλήθειας. 
Οι φανταστικοί αυτοί πράκτορες του χάους, στα ιταλικά αφού κυρίως σε ιταλικά εδάφη εμφανίστηκε το φαινόμενο, πήρανε το όνομα untori, που θα μπορούσε να αποδοθεί αλειφτάδες ή αλειμματάδες. 
Εν πάση περιπτώσει, σε καιρούς κρίσης όπως θα λέγαμε, όταν λυσσομανούσε ο θανατάς, είχε γίνει επικίνδυνο να πλησιάζεις σε τοίχους, να έχεις συνάφεια με οποιαδήποτε παχύρρευστη ουσία, ή και να πολυκυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να έχεις κάποια ξεκάθαρη εξήγηση για το πού πας και για ποιο σκοπό (κι ούτε κι αυτό σε έσωζε πάντα, όπως θα δούμε παρακάτω).

8120846

Η πανούκλα του 1630 στο Μιλάνο είναι από τις πιο διάσημες, τουλάχιστον στην ιταλική κουλτούρα, αν όχι για τίποτ’ άλλο εξαιτίας της πολύ ζωντανής περιγραφής του Αλεσάντρο Μαντσόνι. 
Με δυο αιώνες καθυστέρηση, ο Μαντσόνι έψαξε τα παλιά κιτάπια και τα ντοκουμέντα για να φτιάξει ένα μέρος του σκηνικού για το διάσημο ιστορικό του μυθιστόρημα promessi sposi ή, σε μετάφραση, Οι λογοδοσμένοι
Τα κατάφερε υπερβολικά καλά, ίσως πιο καλά απ’ όσο ήθελε ή σκόπευε, μπορεί και να το παράκανε μάλιστα – αφού σε πολλούς αναγνώστες αυτό το κομμάτι, η νουβέλα της πανούκλας, ας πούμε, έχει μείνει πολύ πιο ζωηρά απ’ ό,τι το υπόλοιπο μυθιστόρημα, με τα βαθιά του ηθικά διδάγματα, μάλλον γλυκερά και χλιαρά μεταξύ μας.[1] 
Τόσο πολύ μάλιστα που το υλικό ξεχείλισε και του περίσσεψε, με αποτέλεσμα να προσθέσει ένα παράρτημα στη δεύτερη έκδοση, ένα ανεξάρτητο δοκίμιο στην ουσία, με τον τίτλο Storia della colonna infame – αλλά η σημασία αυτού του τίτλου θα εξηγηθεί παρακάτω.

untor

Αυτό το δοκίμιο λοιπόν μας επιστρέφει στο θέμα μας, καθώς εκείνη η πανούκλα του 1630 προσφέρει και το πιο γνωστό παράδειγμα του κυνηγιού των αλειμματάδων, ή αλλιώς untori. Κάποια ωραία μέρα λοιπόν, που δεν ήταν καθόλου ωραία, κάποιος Γκουλιέλμο Πιάτσα τριγυρνούσε στους δρόμους.
Είχε πολύ καλούς λόγους, ή αιτιολογία: ήταν ένας από τους «Επιθεωρητές της Υγείας», ένας Commissario di Sanità, και διάβολε καθήκον ενός διορισμένου επιθεωρητή είναι να επιθεωρεί, ακόμα περισσότερο σε καιρό επιδημίας. 
Εκεί που περπατούσε, πλησίασε έναν τοίχο. Και γι’ αυτό το πλησίασμα είχε πολύ καλούς λόγους: εκείνη τη μέρα έβρεχε (σας το είπα δα ότι δεν ήταν καθόλου ωραία μέρα), το σπίτι είχε κάποιο στέγαστρο σε κείνη τη μεριά κι ο καημένος ο Γκουλιέλμο είχε βαρεθεί να βρέχεται. Εκεί λοιπόν που στάθηκε, τέντωσε το χέρι του κι ακούμπησε τον τοίχο: ε, αυτό ήταν αδικιολόγητο. (Ξέρω, θα σκεφτήκατε όπως κι εγώ ότι ο άνθρωπος ήταν κουρασμένος από την περιοδεία του κι ήθελε να ξαποστάσει, αλλά κανένας δικαστής δε θα έχαβε τέτοιες φτηνές δικιολογίες, άμα ήθελε να καταδικάσει.) Κάποια κυράτσα της γειτονιάς έβαλε τις φωνές, «Ωιμέ, ένας αλειμματάς!», κάτι τέτοιο, και τη συνέχεια τη φαντάζεστε. 
Ο φουκαράς ο Γκουλιέλμο, όσο κι αν δεν καταλάβαινε από πού του ήρθε, βρέθηκε γρήγορα παρασυρμένος από τη ροή της συγκυρίας, ανάμεσα σ’ ένα αλλοπαρμένο πλήθος που έψαχνε εξιλαστήρια θύματα και τους πολύ σοβαρούς, πολύ λόγιους, πολύ σοφούς και πολύ ευσεβείς αξιωματούχους και δικαστάδες, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να ρίξουν όποιον έβρισκαν πρόχειρο στα λιοντάρια – για να ξεχαστούν κι οι δικές τους ευθύνες (για τις οποίες γινόταν ήδη πολύς λόγος). 
Ο άνθρωπος βρέθηκε γρήγορα στον τροχό των βασανιστηρίων και, μετά από κάποιες ώρες που θα ήθελε να τις ξεχάσει (ε, εντάξει, βόηθησε και η ψεύτικη υπόσχεση ότι αν ομολογούσε θα έσωζε τη ζωή του: ηθική βασανιστών και δικαστών), ομολόγησε το έγκλημα που δεν είχε κάνει. 
Ομολόγησε, όπως του ζητήθηκε, και τον δήθεν συνένοχό του, κάποιο μπαρμπέρη ονόματι Τζαν Τζάκομο Μόρα. 
Όπως ξέρετε, οι μπαρμπέρηδες εκείνου του καιρού ήταν και λιγάκι φαρμακοτρίφτες και ο ταλαίπωρος Τζαν Τζάκομο, θες από υπερβολική εμπιστοσύνη στις βοτανολογικές του γνώσεις, θες από εμπορικό δαιμόνιο, είχε φτιάξει το δικό του μαντζούνι (ένα είδος κηραλοιφής), που το διαφήμιζε και το πουλούσε σαν προστασία από την πανούκλα. 
Ο Γκουλιέλμο ήταν πελάτης του κι είχε προμηθευτεί λίγο, πιστεύοντας αφελώς ότι, κι αν δεν τον έσωζε, κακό δε θα του έκανε. 
Ε, δεν ήθελαν και πολύ οι άλλοι για να υποστηρίξουν ότι αυτό το μαντζούνι, η κηραλοιφή, σκόρπιζε στην πραγματικότητα την πανούκλα. Και μπορεί ο μπαρμπέρης να γέλασε όταν ήρθαν να τον μπαγλαρώσουν, σύντομα όμως του κόπηκαν τα γέλια. 
Το γεγονός ότι στο μαγαζί του βρέθηκαν ένα σωρό μπουκαλάκια και βαζάκια με διάφορες μυστήριες και όχι εύκολα αναγνωρίσιμες ουσίες, πράγμα λογικό για ένα φαρμακοτρίφτη αλλά και για ένα μπαρμπέρη που ήθελε να παρφουμάρει την πελατεία του, θεωρήθηκε επιβαρυντικό στοιχείο, αν όχι ατράνταχτη απόδειξη (ξεχνώντας πολύ βολικά ότι ανάλογα βαζάκια και μπουκαλάκια βρίσκονταν σε κάθε μπαρμπέρικο της πόλης). 
Μετά από κάποια ώρα στα βασανιστήρια, ο μπαρμπέρης ομολόγησε κι αυτός – αν ήθελε ας έκανε κι αλλιώς. 
Φυσικά του ζήτησαν να ομολογήσει κι άλλους συνενόχους, κι αυτοί με τη σειρά τους αρνήθηκαν στην αρχή και ομολόγησαν μετά από βασανιστήρια την ενοχή τους, και πάει λέγοντας. 
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι δικαστές εκείνου του καιρού δεν μπορούσανε να αρκεστούν σε μια, προαποφασισμένη εδώ που τα λέμε, καταδίκη αλλά ήθελαν πρώτα να ησυχάσουν τη συνείδησή τους, ή ό,τι είχανε στη θέση της τέλος πάντων, αποσπώντας με κάθε θυσία (και στην καμπούρα του κατηγορούμενου) μια ομολογία.

torture SS2881477 2

Εδώ, θέλω ν’ ανοίξω, με ψευδομαντσονιανό τρόπο, μια μεγάλη παρένθεση για τα βασανιστήρια. Καταρχήν, μπορούμε άραγε να πούμε ότι εντάσσονται στη βιοπολιτική; 
Μάλλον όχι, αν σκεφτούμε τον τρόπο που τα χρησιμοποιούσαν, όπως μόλις είδαμε, στην απαρχή του Αιώνα των Φώτων. 
Ίσως ναι, αν σκεφτούμε τη μεσαιωνική Ιερά Εξέταση, η οποία πολύ χριστιανικά επέτρεπε τα βασανιστήρια μόνο εφόσον δεν απειλούσαν τη ζωή του κατηγορούμενου και μόνο εφόσον δεν του προκαλούσαν ανήκεστη βλάβη (στη θεωρία τουλάχιστον). 
Αν μη τι άλλο, ενδιαφερόταν απλώς να πειθαρχήσει το σώμα, εξασφαλίζοντας με επιμέλεια την επιβίωση, ακόμα και την καλή υγεία. Βέβαια, ο λόγος για όλη αυτή τη μέριμνα, συχνά, αποδεικνυόταν λιγότερο βιοπολιτικός – και μύριζε τσίκνα. 
Από την άλλη, η επίσημη υπεράσπιση των βασανιστηρίων επανεμφανίστηκε στις απαρχές τούτου του αιώνα (όχι ότι η πρακτική είχε εκλείψει, κάθε άλλο, αλλά τουλάχιστον οι βασανιστές έπρεπε να διαψεύδουν την ίδια την ύπαρξή τους – και να υπερασπίζουν μέχρι τέλους τη διάψευσή τους, εν ανάγκη χρησιμοποιώντας κι άλλα βασανιστήρια), επανεμφανίστηκε λέω η θεωρητική δικαίωσή τους και η ρητορική τους εξύμνηση εν ονόματι του γενικού καλού (…κάποιον Μπους θα τον θυμόσαστε). 
Και ο κύκλος της, ας πούμε βιοπολιτικής επαναξιολόγησης των βασανιστηρίων ας κλείσει με την εν παρόδω μνημόνευση ενός άξιου υπουργού που χρωστάει τη θέση του, πέρα από τη βραβευμένη υποταγή του, στη φήμη που απόχτησε μέσα από την πρωτοποριακή χρήση πειραματικών βασανιστηρίων.
Πιο παραδοσιακά και πιο φιλολογικά, όμως, υπάρχει κάτι ακόμα που με διαολίζει στην υπόθεση αυτή, κι αυτό είναι η αταλάντευτη πεποίθηση των αρχαίων σοφών, ελλήνων και ρωμαίων, ότι τα βασανιστήρια αποτελούν εγγύηση της αλήθειας μιας ομολογίας. 
Έχω στο νου μου ένα απόσπασμα από κάποιο λόγο του Κικέρωνα, αλλά νομίζω ότι θα μπορούσε να βρει πολλά χωρία κάποιος ερευνητής και η πίστη αυτή μοιάζει να ήταν εδραιωμένη. Θεωρούσαν την αλήθεια ένα ακέραιο και ξεκάθαρο, στιλπνό και στρογγυλό, χειροπιαστό πράγμα, το οποίο ο ύποπτος έκρυβε συνειδητά ή ασυνείδητα μέσα στο σώμα του, όπως το ψάρι που είχε καταπιεί το δαχτυλίδι του Πολυκράτη – έπρεπε λοιπόν να βασανιστεί αυτό το σώμα για να υποχρεωθεί να το ξεράσει. Στην άλλη άκρη του Παλιού Κόσμου, οι σοφοί της αρχαίας Κίνας φαίνεται να πίστευαν ακράδαντα το ίδιο πράγμα. 
Η αντίθετη άποψη, που τη διατυπώνει υποδειγματικά κάπου ο Ουμπέρτο Έκο, και που την αποδεικνύει ένα πλήθος παραληρηματικών και άλλα αντ’ άλλων ομολογιών, δεν φαίνεται να υποστηρίχτηκε στα σοβαρά πριν απ’ το Διαφωτισμό, πριν δηλ. από στοχαστές όπως ο Πιέτρο Βέρι και ο Τσέζαρε Μπεκαρία που –κοίτα σύμπτωση– ήτανε παππούς του Μαντσόνι. (Για να είμαστε δίκαιοι, οι ιεροεξεταστές, σχολαστικοί με όλες τις έννοιες, φαίνεται ότι το είχαν υποψιαστεί: στο κάτω-κάτω, δεν ήθελαν να αποδίδουν λάθος αιρέσεις σε λάθος αιρετικούς στις πραγματείες τους – μάλιστα οι πιο ευσυνείδητοι ανάμεσά τους αποφεύγανε συνήθως τα βασανιστήρια, επειδή μάλλον τα θεωρούσαν άχρηστα για τους στόχους τους. 
Φαίνεται όμως ότι, μη θέλοντας να εκθέσουν τον κοσμικό βραχίονα, κράτησαν αυτή τη θεωρητική γνώση ανάμεσα στα άλλα επαγγελματικά μυστικά τους.) 
Τέλος της παρένθεσης.

torture SS2881450

Ομολόγησαν λοιπόν και γρήγορα εκτελέστηκαν, ο Γκουλιέλμο Πιάτσα, ο μπαρμπέρης και άλλοι, πέντε συνολικά, γρήγορα αλλά διόλου βιαστικά, μ’ ένα μακροσκελέστατο και γεμάτο φαντασία τρόπο που δε μου κάνει κέφι να περιγράψω. 
Του μπαρμπέρη μάλιστα, επιπλέον, του ισοπέδωσαν το μαγαζί και το σπίτι (μέθοδο που χρησιμοποιούν και ορισμένα πολιτισμένα κράτη σήμερα), ώστε να τιμωρηθεί κι η οικογένειά του και να ξεριζωθεί το κακό. 
Στη θέση του φτιάξανε πλατεία και στήσανε αναμνηστική στήλη και βάλανε κι επιγραφή, και την είπανε αυτή τη στήλη colonna infame, κολόνα της ατιμίας. Της ατιμίας ποιανού;

untori 9558137

Εκείνο το κύμα της πανούκλας (που στο Μιλάνο εξόντωσε την πλειοψηφία των κατοίκων) θεωρείται ότι έφτασε στην Ιταλία απ’ το βορρά, μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα που πολιόρκησαν τη Μάντοβα (1628) και, με διάφορους κύκλους και διαδρομές, σάρωσε όλη τη βόρεια Ιταλία (οι εκτιμήσεις για τους νεκρούς μιλάνε για κάτι ανάμεσα στο ένα τρίτο και το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού). 
Στα ιταλικά εδάφη της Republica, της Serenissima θέλω να πω, τέλος πάντων στη βενετσιάνικη ηπειρωτική επικράτεια, η πηγή που θα χρησιμοποιήσω παρακάτω λέει ότι «έλειψαν οι μισοί». 
Μετά, «πέρασε τη θάλασσα η θανατηφόρα μόλυνση κι έφτασε στην Κέρκυρα», στο νησί δηλ. του αφηγητή που μας μιλάει, ο οποίος είναι ο Αντρέας Μάρμορας, ο αριστοκράτης τοπικός ιστορικός του 17ου αιώνα.[2] Για να πούμε την αλήθεια, το θανατικό δεν φαίνεται να στάθηκε εκεί τόσο φοβερό, «non così fiero», όσο στην ιταλική χερσόνησο (παρά τις γλαφυρές περιγραφές που κυκλοφορούν για χμ, αγιολογικούς και θαυματολογικούς σκοπούς) και, όπως διαβάζουμε παρακάτω, μέσα σε τρεις-τέσσερις μήνες (από τα Χριστούγεννα μέχρι την Κυριακή των Βαΐων), οι νεκροί δεν ξεπέρασαν τους εξήντα («soli sessanta, e non più»), κι αυτό σ’ ένα νησί που μετρούσε περίπου 50.000 ψυχές.[3]

Marmoras 2

Όπως και να ’χει, «τη νύχτα των Χριστουγέννων [του 1629] σε τέσσερα σημεία της Πόλης φανερώθηκαν σημάδια της πανούκλας, με κίνδυνο, λόγω της κοσμοσυρροής, να μολυνθεί ολόκληρο το Nησί, γιατί ήταν μέσα στα τείχη όχι μόνο οι Δημότες (Cittadini) αλλά και πολλοί Χωρικοί (Villani), που είχαν έρθει για τη γιορτή από διάφορους Οικισμούς (Castelli)». 
Οι αρμόδιοι, οι Προβλεπτές για την Υγεία, «Proveditori alla Sanità», πήραν αμέσως μέτρα που δεν περιγράφονται, πάντως, λέει, ήταν πολύ αυστηρά («diligenze grandissime») – και παράλληλα, αμέσως άρχισαν τις ανακρίσεις («rigorosi processi») για να βρούνε την πηγή, «το πρώτο σπέρμα του κακού», il primo seme del male. 
Το συμπέρασμά τους ήταν ότι ο υπηρέτης ενός δικηγόρου, του Οδηγητριανού Σαραντάρη, είχε αγοράσει δυο τούρκικα μαντίλια («faccioletti turcheschi»), με προέλευση κάποιο ξένο καράβι («nave forastiera») και, θεωρώντας ο υπηρέτης ότι ήταν πολύ καλοφτιαγμένα, τα έκανε δώρο στην Κυρά του. Εκείνη πάλι, τα φύλαξε λέει στο σεντούκι μιανής κόρης της – κι αυτή η κόρη ήταν το πρώτο, μάλλον, θύμα της αρρώστιας. 
Πάντα κατά τους Προβλεπτές, το κακό εξαπλώθηκε ακριβώς κατά την κηδεία της – και επισήμαναν, εδώ, την κακή συνήθεια των γυναικών ν’ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται για να δηλώσουν τη συμπόνια τους. 
Η ειρωνεία είναι ότι ο αβοκάτος Σαραντάρης ήταν ο ίδιος ένας από τους Προβλεπτές για την Υγεία, αυτό όμως δεν τον βόηθησε και πολύ, όπως δεν βόηθησε και τον μιλανέζο Γκουλιέλμο Πιάτσα το οφίτσιο του Επιθεωρητή της Υγείας.

moreau 2

Ο Σαραντάρης μεταφέρθηκε μαζί με την οικογένειά του στο Λαζαρέτο κι εκεί, με συνοπτικές διαδικασίες και με όλη τη σπουδή μιας εξουσίας που ήθελε να δείξει πυγμή, καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε. 
Ο καλός μας ιστορικός διαμαρτύρεται, όπως θα σαστίζει και θ’ αγαναχτεί ο κάθε αναγνώστης του υποθέτω, γι’ αυτή την άδικη απόφαση και λέει ότι ο άνθρωπος ήταν εντελώς αθώος («innocentissimo»). 
Γράφοντας μερικές δεκαετίες αργότερα (ήταν παιδί όταν συνέβαιναν τα γεγονότα), επιχειρηματολογεί αναλυτικά και κάνει τη («συνωμοσιολογική») υπόθεση ότι ο καημένος ο αβοκάτος πρέπει να έπεσε θύμα σκευωρίας των προσωπικών του εχθρών, υπονοώντας αντίδικούς του σε δικαστικές υποθέσεις.[4] 
Ας παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι, τουλάχιστον, η εκτέλεσή του ήταν γρήγορη και «ανθρωπιστική», σε αντίθεση με το κανιβαλικό θέαμα που έμελλε να ξετυλιχτεί λίγους μήνες αργότερα στο Μιλάνο, δηλ. απλώς τον ντουφεκίσανε («a colpi di muschetti l’uccisero») πάνω σε μια βάρκα, λίγο έξω από αυτό το νησάκι του λοιμοκαθαρτηρίου και των ντουφεκισμών.[5]

flaggel 2

Μετά, ακολούθησε η εποχή της χολέρας. Άλλοι καιροί, άλλες επιδημίες. 
Θυμήθηκα τώρα εκείνες τις σκηνές από το τέλος του Αλονζανφάν (μέσα στα καταφύγια, τι άλλο από παλιό καλό σινεμά;), με τη χολέρα να θερίζει τα χωριά του Νότου και τους χωρικούς να αυτομαστιγώνονται. 
Όχι και πολύ χριστιανικό μάλλον και όχι θεολογικά βάσιμο ασφαλώς, όμως ο παπάς του χωριού το δικιολογεί γεμάτος κατανόηση απέναντι στον κατά φαντασία απεσταλμένο του επίσκοπου: «Κάλλιο να μαστιγώνονται από μόνοι τους παρά να ξεσηκώνονται εναντίον της αρχής!». 
Αλλά κι αυτό, το αυτομαστίγωμα, είναι μια κληρονομιά από τον καιρό της πανούκλας, από τα χρόνια του Μαύρου Θανάτου, τη μεγάλη κι εξοντωτική επιδημία του 14ου αιώνα, όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά, σε μαζική κλίμακα τουλάχιστον, αυτός ο καθαρτήριος εξορκισμός μέσω μαζοχιστικής αυτοτιμωρίας – κι αν δε με πιστεύετε ξαναδείτε την Έβδομη Σφραγίδα
Οι αυτομαστιγούμενοι τιμωρούσαν σκληρά τον εαυτό τους για τις προσωπικές τους αμαρτίες, οι οποίες υποτίθεται ότι είχαν προκαλέσει τη συλλογική συμφορά (αποδέχονταν δηλ. ένα είδος «ατομικής ευθύνης»). 
Από τότε και μέχρι σήμερα, το έθιμο αναβιώνει μεταφορικά σε περιόδους κρίσης – πάντα δικαιωμένο με το μεστό επιχείρημα που ξεστόμισε, ή ψιθύρισε μάλλον, εκείνος ο καλός εφημέριος του Νότου.

7thseal-1

Και κάτι τελευταίο, κάποιες συμπτώσεις ας πούμε. Κοντά στην πανούκλα του Μιλάνου, έπεσε η «εξέγερση του ψωμιού», οι ταραχές του Αγιού Μαρτίνου (βλ. σημ. 1), λίγο πριν, το 1628 για την ακρίβεια. 
Η πανούκλα της Κέρκυρας πάλι, βρίσκεται χρονολογικά τοποθετημένη ανάμεσα σε δυο μεγάλους τοπικούς αγροτικούς ξεσηκωμούς, του 1610 και κυρίως του 1640. Κι ο 14ος αιώνας δεν είναι μόνο ο αιώνας του Μαύρου Θανάτου αλλά κι ο αιώνας της Μεγάλης Ζακερί, της εξέγερσης των ciompi – και τόσων άλλων. 
Στην ταινία που αναφέρθηκε προηγουμένως η εξέγερση δεν συμβαίνει, και μάλιστα η ιδέα της γελοιοποιείται (υποθέτω εξαιτίας της πολύ-PCI λογικής των αδερφών Ταβιάνι, με τη γραμμική αντίληψη της ιστορίας να την κρίνει «πρώιμη» ή «ύστερη», εκτός εποχής πάντως), όμως το φάντασμά της στοιχειώνει – την ταινία και την εποχή της. Ποιος ξέρει λοιπόν…

allonsanfan


Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Πάντων χρημάτων μέτρον Ἄνθρωπός ἐστι

Πᾶν μέτρον ἄριστον

Ἄριστον

Τὸ ἐπίθετο ἄριστος, ἀρίστη, ἄριστον, εἶναι ὁ ὑπερθετικὸς βαθμὸς τοῦ ἐπιθέτου «ἀγαθός» καὶ τὸ συναντοῦμε πολλάκις  καὶ στὸν Ὅμηρο ὡς τέτοιο.
Τὸ οὐσιαστικὸ «ἄριστον» τὸ συναντοῦμε καὶ στὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη σὲ δύο σημεῖα, ἕνα στὴν Ἰλιάδα (Ω 124) καὶ ἕνα  στὴν Ὀδύσσεια (π 2), μὲ τὴν ἔκφραση  «ἐντύνοντο ἄριστον», ἡ ὁποία σημαίνει «ἑτοίμαζαν γεῦμα». Τὸ ἄριστον, ὡς οὐσιαστικὸ στὴν ἐποχὴ τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου (Μυκηναϊκή) σημαίνει τὸ «πρωινὸ γεῦμα», ἐνῶ τὴν Κλασσικὴ ἐποχὴ ἡ ἔννοια μετατοπίσθηκε στὸ «μεσημεριανὸ γεῦμα» καὶ σήμερα, στὴν ναυτικὴ ὁρολογία, σημαίνει ἐπίσης τὸ «μεσημεριανό».
Πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι γιὰ ἑκατομμύρια χρόνια στὴν Ἱστορία καὶ τὴν Προϊστορία τῆς Ἀνθρωπότητας, τὸ μόνο ἀγαθὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ἀγωνιοῦν καὶ ἀγωνίζονται  οἱ ἄνθρωποι  εἶναι ἡ εὕρεση καὶ ἡ ἐξασφάλιση τῆς τροφῆς τους. Ἔτσι, λοιπόν, «τὸ ἀγαθόν», ὡς οὐσιαστικό (γραμματολογικῶς καὶ ὀντολογικῶς) ταυτιζόμενο μὲ τὴν τροφὴ γίνεται  στὸν ὑπερθετικό του βαθμό, δηλαδὴ στὴν ὀρθὴ χρήση του, ὡς ποσότητα κυρίως (ἀλλὰ καὶ ὡς ποιότητα) «ἄριστον». Ἄρα τὸ ἄριστον εἶναι ἡ λελογισμένη χρήση τοῦ ἀγαθοῦ τῆς τροφῆς, μὲ δεδομένο πὼς ἡ ἔλλειψη ἢ ἡ ὑπερβολή της ὁδηγεῖ σὲ δεινά..

Μέτρον Ἄριστον

«Μέτρον», λοιπόν, στὴν διατροφή, χωρὶς ἐλλείψεις ἀλλὰ καὶ χωρὶς ὑπερβολές, οἱ ὁποῖες μετατρέπουν τὸ ἀγαθὸν σὲ δεινόν. Ὡς «μέτρον ἄριστον»  πιθανὸν νὰ διατυπώθηκε τὸ ρητὸ ἀρχικῶς ἀπὸ τὸν Κλεόβουλο τὸν Λίνδιο, μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς προτρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴν διατροφή μας μὲ τὸν σωστὸ τρόπο καὶ σὲ ποσότητες καὶ σὲ ποιότητες. Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ πὼς τὸ «ἄριστον» εἶναι προσδιορισμὸς ποὺ ἀναφέρεται μόνον σὲ κάτι «ἀγαθό». Δὲν ἔχει ἔννοια καὶ νόημα νὰ προσπαθοῦμε νὰ βροῦμε τὸ «ἄριστον» σὲ κάτι «κακό», «δεινό». Τὸ οὐσιαστικὸ νόημα τοῦ ρητοῦ «μέτρον ἄριστον» εἶναι πὼς τὸ καλὸ καὶ ἀγαθὸ ἔχει πρακτικὴ δυσκολία στὴν μέτρηση, τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸν προσδιορισμὸ τῆς σωστῆς του χρήσης. Ἡ ἀριστοποίηση στὸν σημερινὸ πολιτισμὸ δὲν ἰσχύει μόνον γιὰ την κάλυψη τῶν ἀτομικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς παραγωγῆς.

πᾶν μέτρον ἄριστον

Στὴν συνέχεια, ὅταν οἱ κοινωνίες ἐξασφάλισαν κάποιαν ἐπάρκεια στὴν διατροφή τους, ἄρχισαν νὰ ἀναδεικνύουν καὶ νὰ ἐνδιαφέρονται καὶ γιὰ ἄλλα ἀγαθά, ἀτομικὰ καὶ κοινωνικά. Τὸ «ἄριστον» γενικεύεται καὶ προσδιορίζει ὡς τέτοιο κάθε (πᾶν) ἀγαθό. Ἔτσι, τὸ ρητό, πιὸ γενικευμένο καὶ πιὸ ὥριμο, γίνεται «πᾶν μέτρον ἄριστον». Σ' αὐτὴν τὴν διατύπωση μᾶς τὸ παραδίδει ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος στοὺς Βίους τῶν Φιλοσόφων, ὡς λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Κλεοβούλου τοῦ Λινδίου, ὁ ὁποῖος μᾶς προτρέπει νὰ ἐφαρμόζουμε τὴν ἴδια λογικὴ γιὰ ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἱκανοποιήσεις τῶν ἀναγκῶν μας. Ἰσχύει δὲ τὸ ρητὸ τοῦτο μόνο γιὰ τὰ καλὰ πράγματα,  ἡ ὑπερβολὴ ἢ ἡ ἔλλειψή τῶν ὁποίων μᾶς προξενοῦν διάφορα δεινά. Κι' ἐδῶ  τὸ «ἄριστον» εἶναι προσδιορισμὸς ἀναφερόμενος μόνον σὲ κάτι «ἀγαθόν».

Πάντων χρημάτων μέτρον Ἄνθρωπός ἐστι

Ὁ Πρωταγόρας, στὴν προσπάθειά του νὰ βελτιώσει τὸ ρητό, νὰ τὸ καταστήσει πιὸ γενικὸ καὶ πιὸ προσαρμοσμένο στὸν κάθε ἄνθρωπο, καὶ θέλοντας νὰ ἀναδείξει τὴν μεγάλη ἀλήθεια πὼς τὸ «ἄριστον» εἶναι διαφορετικὸ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο, προσέθεσε τὴν λέξη «χρῆμα» (πρᾶγμα), καὶ τὸ ρητὸ ἔγινε ὅπως τὸ συναντοῦμε στὸν Πλάτωνα μὲ τὶς ὅποιες παραλλαγές του,  περίπου ἔτσι: «πάντων χρημάτων (ἄριστον) μέτρον ἄνθρωπός ἐστί». Τὸ ἄριστον ἐδῶ μετατρέπεται ἀπὸ οὐσιαστικὸ σὲ ἐπίθετο ποὺ προσδιορίζει τὸ «μέτρον», ὁπότε συνήθως παραλείπεται ὡς εὐκόλως ἐννοούμενο. Δηλαδή, ὁ Πρωταγόρας μᾶς λέγει πὼς ὅλα τὰ «χρήματα» (πράγματα) πρέπει νὰ τὰ μετρᾷ ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀρίστως γιὰ τὸν ἑαυτό του,

«ἐντύνεσθαι ἀρίστως»

Τὸ ρῆμα «ἐντύνω», μὲ τὸ ὁποῖο συντάσσει ὁ Ὅμηρος τὸ «ἄριστον», σημαίνει προετοιμάζω, ἐξοπλίζω, ἐφοδιάζω. Ἂν ὑποθέσουμε πὼς ὅλα «τὰ ἀγαθὰ» μποροῦν νὰ νοηθοῦν μὲ αὐτὴν τὴν ρηματικὴ ἔννοια, χρησιμοποιῶντας  τὸ  ἐπίρρημα «ἀρίστως» μποροῦμε νὰ διατυπώσουμε μιὰν ἔκφραση συντομότερη καὶ περιεκτικότερη, ὡς ἑξῆς: «ἐντύνεσθαι  ἀρίστως».

http://www.physics.ntua.gr/mourmouras/agxivasihn/pan_metron_ariston.html