Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβούλιο της Επικρατείας-ΣτΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβούλιο της Επικρατείας-ΣτΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2023

Απόφαση ΣτΕ 1602/2021 - Ισχύς Ταυτότητας μετά τη λήξη της θεωρείται κατά νόμον ισχυρή και οι δημόσιες υπηρεσίες οφείλουν να την δεχθούν


Αν παρέλθει 15ετία από τη λήξη της ταυτότητας και μέχρι αυτή να αντικατασταθεί θεωρείται ισχυρό έγγραφο και οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να το δεχθούν εφόσον δεν συντρέχει βάσιμη αμφιβολία περί της γνησιότητάς του.
Η Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακολουθεί, αφορά κάποιον πολίτη ο οποίος θέλησε να εκδώσει διαβατήριο και η αστυνομία του αρνήθηκε την έκδοση αφού το δελτίο ταυτότητάς του είχε λήξει και ήταν άνω της 15/ετίας. 
Κατά της άρνησης της αστυνομίας ο πολίτης προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και εκδόθηκε η συγκεκριμένη Απόφαση 1602/2021 η οποία ορίζει ότι ακόμα και αν έχει επέλθει λήξη της ισχύος της ταυτότητας από την έκδοσή της και μέχρι να αντικατασταθεί θεωρείται ισχυρή και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες οφείλουν να την δεχθούν. 
Δείτε αναλυτικά τη σχετική Απόφαση
Αριθμός 1602/2021
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2021, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Χρ. Μπολόφη,  
Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 28 Φεβρουαρίου 2019 αίτηση:
του Δ. Μ. του Ι., κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής (…...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Παντελούκα (Α.Μ. 25578), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τον Ιωάννη Καλαμάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 3021/22/113/9811-β΄/19.12.2018 απόφαση του Προϊσταμένου του Κλάδου Ασφαλείας της Διεύθυνσης Διαβατηρίων και Εγγράφων Ασφαλείας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.
Ο πληρεξούσιος του αιτούντος δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Χρ. Μπολόφη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (262103222959 0430 0071/27.2.2019 κωδικός πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 3021/22/113/9811-β΄/19.12.2018 αποφάσεως του Προϊσταμένου Κλάδου Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, με την οποία απορρίφθηκε, τελικώς, το αίτημα του αιτούντος να του χορηγηθεί διαβατήριο.

3. Επειδή, στο άρθρο 1 του π. δ/τος 25/2004 «Προϋποθέσεις χορήγησης διαβατηρίων, χρονική ισχύς, αντικατάσταση, απώλεια και ακύρωση αυτών» (Α΄ 17), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23), ορίζεται ότι «1. Διαβατήριο είναι το έγγραφο που εκδίδεται από τη Διεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, με το οποίο ο κάτοχος μπορεί νόμιμα να εξέρχεται και να εισέρχεται στη Χώρα, μέσω των καθορισμένων για το σκοπό αυτό σημείων. 2. (όπως οι περ. α΄ και β΄ αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του π.δ. 30/2010, Α΄ 68). Τα διαβατήρια είναι ατομικά και χορηγούνται σε Έλληνες πολίτες. Δεν χορηγείται διαβατήριο σε πρόσωπο που: α Έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για [ακολουθεί παράθεση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων]. β. Έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για κακούργημα ή για αδίκημα της περίπτωσης α΄ και για όσο χρόνο διαρκεί η εκκρεμοδικία. γ. Εκκρεμεί σε βάρος του μέτρο απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. δ. [προστεθείσα με το άρθρο 1 του π. δ/τος 193/2005, Α΄234] Έχει κηρυχθεί ανυπότακτος ή λιποτάκτης. ε. Εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή ή είναι υπόδικος και του έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση. 3. … . 5. Για τη χορήγηση διαβατηρίου απαιτείται η υποβολή αιτήσεως του ενδιαφερομένου στις υπηρεσίες που καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3103/2003… .». Στο άρθρο 2 (Χρονική ισχύς διαβατηρίων) του εν λόγω π. δ/τος ορίζεται ότι: «1. Η διάρκεια ισχύος των διαβατηρίων καθορίζεται σε πέντε (5) έτη από την έκδοσή τους για τα διαβατήρια των ενηλίκων καθώς και των ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει τα 14 έτη της ηλικίας τους και τρία (3) έτη για τα διαβατήρια των λοιπών ανηλίκων. 2. …». Περαιτέρω, στην κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 3 του ανωτέρω ν. 3103/2003 εκδοθείσα απόφαση 3021/22/10/2005 (Β΄ 932) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης «Δικαιολογητικά και διαδικασία έκδοσης, τύπος και περιεχόμενο ενδείξεων διαβατηρίου», όπως ισχύει, προβλέπεται, στο άρθρο 1 παρ. 1, ότι για την έκδοση διαβατηρίου υποβάλλονται αυτοπροσώπως από τον ενδιαφερόμενο στην αρμόδια αστυνομική υπηρεσία τα εξής δικαιολογητικά: «α/ αίτηση - υπεύθυνη δήλωση (ν. 1599/1986), όπου ο αιτών δηλώνει εάν έχει καταδικασθεί ή έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή έχει παραπεμφθεί σε δίκη για τα αδικήματα των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 2 του π. δ/τος 25/2004 (...), καθώς επίσης και εάν εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή ή είναι υπόδικος και του έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση, εάν έχει κηρυχθεί ανυπότακτος ή λιποτάκτης ή εάν εκκρεμεί σε βάρος του το μέτρο απαγόρευσης εξόδου από τη Χώρα. Στην ίδια υπεύθυνη δήλωση ο αιτών δηλώνει τον τόπο κατοικίας του (...). Επίσης, δηλώνει εάν κατείχε διαβατήριο εκδοθέν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3103/2003, το οποίο απωλέσθη, εκλάπη ή ζητά την αντικατάστασή του. ... . β/ [όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΑ 3021/22/10-δ΄/2005, Β΄1736] Μια πρόσφατη έγχρωμη φωτογραφία τυπωμένη σε αναλογικό φωτογραφικό χαρτί... . γ/ [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο της ΥΑ 3021/22/10-ζ΄/2015, Β΄ 2702] φωτοαντίγραφο των δύο όψεων του δελτίου ταυτότητάς του... (...). δ/ τριπλότυπο είσπραξης ή παράβολο... . ε. Αποδεικτικό πληρωμής για την πιστοποίηση της καταβολής των αναλόγων κατά περίπτωση ταχυδρομικών εξόδων... . στ. ... . 2. ... . 5. Για την παράταση της ισχύος του διαβατηρίου ή την αντικατάστασή του (άρθρα 2 και 3 του π. δ/τος 25/2004), υποβάλλονται τα ίδια ως άνω οριζόμενα δικαιολογητικά. Ειδικά για την αντικατάσταση υποβάλλεται ως δικαιολογητικό και το παλαιό διαβατήριο. ... . 6. ... . 7. Η υπηρεσία παραλαβής των δικαιολογητικών λαμβάνει και κρυπτογραφεί δακτυλικά αποτυπώματα (...) του αιτούντος, εκτός εάν πρόκειται για ανήλικο κάτω των δώδεκα (12) ετών. Κατά το άρθρο 2 της ίδιας ως άνω υπουργικής αποφάσεως, οι αρμόδιες υπηρεσίες παραλαβής των δικαιολογητικών ελέγχουν αν υποβλήθηκαν όλα τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά (παρ. 1), μετά δε την ολοκλήρωση του εν λόγω ελέγχου, τα δικαιολογητικά αυτά διαβιβάζονται ταχυδρομικά στην κεντρική υπηρεσία έκδοσης διαβατηρίων. Τέλος, κατά το άρθρο 3, «Τα διαβατήρια εκδίδονται εντός προθεσμίας τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης από την κεντρική υπηρεσία έκδοσης διαβατηρίων,με την προϋπόθεση ότι έχουν υποβληθεί όλα τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά και δεν υφίσταται βάσιμη αμφιβολία για τη γνησιότητά τους. Σε αντίθετη περίπτωση η προθεσμία ισχύει από την ημερομηνία υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού και παρατείνεται για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο ελέγχου των δικαιολογητικών».

4. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ. 3 και 4 του ν. δ/τος 127/1969 «Περί αποδεικτικής ισχύος των Αστυνομικών Ταυτοτήτων» (Α΄ 29), όπως οι παράγραφοι αυτές προστέθηκαν με το άρθρο 55 παρ. 3 του ν. 3585/2007 (Α΄ 148), ορίζεται ότι «3. Ο χρόνος ισχύος των δελτίων ταυτότητας ορίζεται σε δεκαπέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσής τους…. 4. Δελτία ταυτότητας των οποίων η ισχύς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει λήξει, αντικαθίστανται σταδιακά μέσα σε διάστημα ενός (1) έτους ανάλογα με τον χρόνο έκδοσής τους. Μέχρι την αντικατάστασή τους τα ως άνω δελτία ταυτότητας θεωρούνται ως ισχυρά. Ο ακριβής χρόνος της σταδιακής αντικατάστασης των ανωτέρω δελτίων ταυτότητας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης». Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της, εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ανωτέρω ν. δ/τος 127/1969, απόφασης 3021/19/53/18.10.2005 (Β΄ 1440) («Τύπος, δικαιολογητικά, αρμόδιες υπηρεσίες και διαδικασία έκδοσης δελτίων ταυτότητας Ελλήνων πολιτών») των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης, όπως ισχύει, προβλέπεται ότι το δελτίο ταυτότητας ακυρώνεται και αντικαθίσταται, πλην άλλων, και λόγω παρέλευσης του χρόνου ισχύος του [περίπτωση δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 της ΥΑ 3021/19/53-δ΄/2009 (Β΄ 1253)]. Τέλος, στο μεν άρθρο 4 της, επίσης εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. δ/τος 127/1969, 8200/0-297647/10.4.2018 κοινής απόφασης των Αναπληρωτών Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών («Έκδοση νέου τύπου Δελτίου Ταυτότητας Ελλήνων πολιτών», Β΄ 1476) ορίζεται ότι «1. Η διάρκεια ισχύος των δελτίων ταυτότητας, από την ημερομηνία έκδοσής τους, ορίζεται σε δεκαπέντε (15) έτη, για τα άτομα που έχουν συμπληρώσει το δωδέκατο (12) έτος της ηλικίας τους. 2. Ο κάτοχος δελτίου ταυτότητας υποχρεούται να ζητήσει την αντικατάστασή του, από την αρμόδια αρχή έκδοσης, εντός εξαμήνου πριν την παρέλευση της αναγραφομένης στο δελτίο ημερομηνία λήξης αυτού. 3. Δελτίο ταυτότητας, η διάρκεια ισχύος του οποίου έχει παρέλθει, καθίσταται αυτοδικαίως άκυρο», στο δε άρθρο 13 («Μεταβατικές - καταργούμενες διατάξεις») προβλέπεται ότι: «1. Η ημερομηνία έναρξης της έκδοσης δελτίων ταυτότητας νέου τύπου, καθορίζεται με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εσωτερικών, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο τεχνικής ετοιμότητας της Διοίκησης. Μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης της προηγούμενης παραγράφου, τα δελτία ταυτότητας εξακολουθούν να εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 3021/19/53 από 14.10.2005 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 1440). 3. Με την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης της παραγράφου 1 καταργείται η υπ' αριθμ. 3021/19/53 από 14.10.2005 κοινή υπουργική απόφαση».

5. Επειδή, από τις ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι μεταξύ των δικαιολογητικών, που απαιτείται να υποβάλει ο ενδιαφερόμενος για την έκδοση διαβατηρίου, είναι και φωτοαντίγραφο των δύο όψεων του δελτίου αστυνομικής ταυτότητάς του. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει παρέλθει ο χρόνος ισχύος του εν λόγω δελτίου (15 έτη) και μέχρι να αντικατασταθεί, αυτό θεωρείται ισχυρό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κ.υ.α. 3021/19/53/14.10.2005 απόφαση, η οποία εξακολουθεί να ισχύει δυνάμει της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 13 της κ.υ.α. 297647/10.4.2018 περί των νέου τύπου Δελτίων Ταυτότητας. Εξάλλου, πριν από τη χορήγηση του διαβατηρίου, οι αρμόδιες υπηρεσίες υποχρεούνται να ελέγχουν μόνον αν υποβλήθηκαν τα απαιτούμενα κατά νόμον δικαιολογητικά, μεταξύ δε αυτών και το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του αιτούντος την έκδοση διαβατηρίου, το οποίο οφείλουν να δεχθούν εφόσον δεν συντρέχει βάσιμη αμφιβολία περί τη γνησιότητά του, όχι δε και να διενεργούν έλεγχο ταυτοπροσωπίας του αιτούντος. Το τελευταίο ρητώς απαιτείται μόνο στην περίπτωση των ανηλίκων κάτω των 12 ετών, καθώς και των Ελλήνων πολιτών άνω των 12 ετών, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό και δεν κατέχουν δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ούτε ελληνικό διαβατήριο σε ισχύ.

6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την 001240233307/28.11.2018 αίτησή του προς τη Διεύθυνση Διαβατηρίων και Εγγράφων Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας ο αιτών ζήτησε την ανανέωση του διαβατηρίου του λόγω λήξεως της ισχύος του προηγουμένου, εκδοθέντος το έτος 2013. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την από 29.11.2018 πράξη του Διευθυντή της ανωτέρω Διεύθυνσης, με την αιτιολογία ότι «το υπ’ αριθμόν «ΠΟ……..» δελτίο ταυτότητας απαιτείται να αντικατασταθεί καθώς έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε (15) ετών από την ημερομηνία έκδοσής του (άρθρο 55 του ν. 3585/2007), με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ταυτοπροσωπεία του εικονιζόμενου σε αυτό προσώπου με το άτομο το οποίο απεικονίζεται στην επικολληθείσα φωτογραφία στην κατατεθείσα αίτηση». Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο αιτών υπέβαλε την από 11.12.2018 προσφυγή του άρθρου 6 παρ. 2 του π. δ/τος 25/2004, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 3021/22/113/9811-β΄/19.12.2018 απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, με την ίδια εν πολλοίς αιτιολογία, και συγκεκριμένα διότι, «κατά την επεξεργασία του υποβληθέντος αιτήματος για την έκδοση ελληνικού διαβατηρίου στο όνομά του σε αντικατάσταση (ανανέωση) του προηγούμενου εκδοθέντος, διαπιστώθηκε ότι το υπ’ αριθμόν «ΠΟ ……...» δελτίο αστυνομικής του ταυτότητας, αντίγραφο του οποίου προσκόμισε ως δικαιολογητικό, εκδόθηκε την 14.6.1989 και η επικολληθείσα φωτογραφία επ’ αυτού [του αιτήματος] εμφάνιζε σημαντικές διαφορές με τον αιτούντα την έκδοση διαβατηρίου, καθιστώντας αδύνατη την πραγματοποίηση της ταυτοπροσωπίας». Με την ίδια ως άνω απορριπτική απόφαση επισημάνθηκε στον αιτούντα ότι «εφόσον επιθυμεί να εφοδιαστεί με ελληνικό διαβατήριο, θα πρέπει να επανυποβάλει αίτημα αντικαθιστώντας το δελτίο ταυτότητάς του με νέο…».

7. Επειδή, η παρατιθέμενη ανωτέρω αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος του αιτούντος περί ανανεώσεως του διαβατηρίου του λόγω λήξεως της ισχύος του, δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι, εν προκειμένω, ο αιτών προσκόμισε ως δικαιολογητικό το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, του οποίου ο χρόνος ισχύος ναι μεν είχε υπερβεί τα δεκαπέντε έτη, εντούτοις, κατά τα προεκτεθέντα, το εν λόγω δελτίο μέχρι την αντικατάστασή του θεωρείται κατά νόμον ισχυρό, η δε Διοίκηση ώφειλε να διαπιστώσει μόνον εάν υπεβλήθη τούτο και, να το αποδεχθεί, εκτός αν υφίστατο βάσιμη αμφιβολία περί τη γνησιότητά του, περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται. Συνεπώς, και ενόψει των όσων έγιναν ανωτέρω δεκτά, μη νομίμως η Διοίκηση στήριξε την απορριπτική της απόφαση περί μη ανανεώσεως του διαβατηρίου του αιτούντος στη διαπίστωση ότι επί τη βάσει του προσκομισθέντος με την αίτηση δελτίου αστυνομικής ταυτότητας δεν κατέστη δυνατή η πραγματοποίηση της ταυτοπροσωπίας του αιτούντος, λόγω της παλαιότητας του δικαιολογητικού αυτού, προϋπόθεση, όμως, η οποία όπως προεκτέθηκε, δεν απαιτείται κατά νόμον για την έκδοση διαβατηρίου, παρά μόνον προκειμένου περί ανηλίκων και Ελλήνων πολιτών άνω των 12 ετών που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό και δεν κατέχουν δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ούτε ελληνικό διαβατήριο σε ισχύ, για τους οποίους απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης ταυτοπροσωπίας. Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη 3021/22/113/9811-β΄/19.12.2018 απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως.

Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την 3021/22/113/9811-β΄/19.12.2018 απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, κατά το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2021
Η Πρόεδρος του Δ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Δ´ Τμήματος
Μ. Καραμανώφ Ι. Παπαχαραλάμπους
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 2021.
Η Πρόεδρος του Δ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας
Μ. ΚαραμανώφΜ. Τσαπαρδώνη

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ 1684/2022 για την υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών

Ο Τάκης Βιδάλης (Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και μέλος της Επιτροπής Ηθικής της Επιστήμης και των Νέων Τεχνολογιών της ΕΕ) σχολιάζει την απόφαση ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της ΠΟΕΔΗΝ κατά των κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε υγειονομικό προσωπικό, το οποίο αρνήθηκε να εμβολιαστεί κατά του COVID-19.

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της ΠΟΕΔΗΝ κατά των κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε υγειονομικό προσωπικό για άρνηση αντι -COVID εμβολιασμού, σηματοδοτεί μια αποφασιστική στροφή της Δικαιοσύνης προς την κατεύθυνση του πατερναλισμού.
Η στροφή αυτή δεν θα ήταν δυνατή, αν δεν παρερμηνευόταν το ισχύον δίκαιο. Όπως ξέρουμε, κάτι τέτοιο συνήθως συμβαίνει με παράκαμψη της τυπικής λογικής, καθώς σε αυτήν βασίζεται η ερμηνεία των κανόνων του.
Αξίζει να προσέξει κανείς τρία σημεία:
1. Το δικαστήριο επιχειρηματολόγησε υπέρ της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των εμβολίων, θεωρώντας ότι η αδειοδότησή τους «υπό αίρεση» δεν σημαίνει ότι αυτά είναι πειραματικά σκευάσματα και ότι -ούτως ή άλλως- κανένα φάρμακο δεν είναι απόλυτα ασφαλές. Το συμπέρασμα λοιπόν – και το λογικό άλμα – είναι ότι η αδειοδότηση υπό αίρεση ταυτίζεται κατ’ αποτέλεσμα με την «ανεπιφύλακτη» αδειοδότηση: ακόμη και αν δεν έχουν συλλεγεί τα αναγκαία δεδομένα που θα οδηγήσουν στην τελευταία, ένα σκεύασμα πρέπει να θεωρείται ασφαλές και αποτελεσματικό, κατά το δικαστήριο πάντα. Είναι μάλιστα τόσο ασφαλές και αποτελεσματικό, που επιτρέπει στο κράτος να εξαναγκάζει τον καθένα (και μάλιστα τους κατ’ εξοχήν ειδικούς, δηλαδή τους ιατρούς) να το δεχθεί στον οργανισμό του, στερώντας του το περιθώριο να αξιολογήσει τη σημασία αυτής της άδειας «υπό αίρεση». Αν αργότερα πάθει κάτι, θα αποζημιωθεί άλλωστε, μας θυμίζει το δικαστήριο με γενναιοδωρία!
Κι όμως, η άδεια υπό αίρεση διαφέρει από την ανεπιφύλακτη άδεια, όχι κατά το ότι τα δεδομένα είναι «επαρκή», αλλά όχι «εκτενή», αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι «επαρκή», γι’ αυτό χρειάζεται να επιβεβαιωθούν με νέα. Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε άδειες υπό αίρεση: οι ρυθμιστικές αρχές (FDA, EMA, κλπ.) διατηρούν δηλαδή αμφιβολίες και βάσει αυτών ζητούν νέα δεδομένα. Ερώτημα: αν οι ρυθμιστικές αρχές διστάζουν να χορηγήσουν ανεπιφύλακτη άδεια, ο πολίτης δεν πρέπει κατά μείζονα λόγο να έχει περιθώρια να σκεφτεί τι θα κάνει, εν όψει του ατομικού δικαιώματος στην υγεία; Όχι, μας λέει το ΣτΕ, το υπουργείο ξέρει καλύτερα…
2. Αναφερόμενο στην «αρχή της προφύλαξης», το δικαστήριο φάνηκε να αισθάνεται άβολα. Με δυο λόγια, η αρχή επιβάλλει τη λήψη εύλογων προληπτικών μέτρων όταν η εφαρμογή μιας τεχνολογικής καινοτομίας συνοδεύεται από ένα περιθώριο ανασφάλειας ως προς τις συνέπειές της (λόγω έλλειψης δεδομένων). Αυτό θα σήμαινε, στην περίπτωσή μας, ότι τουλάχιστον η υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών παραμένει εκτός συζήτησης, έως την ανεπιφύλακτη αδειοδότηση των εμβολίων από τις ρυθμιστικές αρχές, που θα επιβεβαιώσει την ασφάλειά τους.
Αλλά το δικαστήριο δεν βλέπει κάποιο πρόβλημα: με μεγάλη άνεση δογματίζει ότι, εν προκειμένω, η αρχή «λειτουργεί αντίστροφα», αφού η προφύλαξη (!) της κοινωνίας έχει προτεραιότητα. Άρα, μια νέα τεχνολογία σε οποιονδήποτε τομέα (από τις τηλεπικοινωνίες, την πληροφορική και την τεχνητή νοημοσύνη ως τα φάρμακα, την ενέργεια, τη νανοτεχνολογία και τα προϊόντα διατροφής), αρκεί να διατείνεται ότι εξασφαλίζει την «προφύλαξη» της κοινωνίας (από την τρομοκρατία, την κλιματική αλλαγή, τις επιδημίες, τους παράνομους μετανάστες κ.ο.κ.) για να εφαρμόζεται απρόσκοπτα, έστω και αν παρέχει επισφαλή δεδομένα. Αλλά αυτό ακριβώς θέλησε να προλάβει η «αρχή της προφύλαξης» όταν καθιερώθηκε: καμία τεχνολογία να μην διακινδυνεύει ατομικά ή δημόσια αγαθά, χωρίς εγγυήσεις ασφάλειας. Η αρχή, λοιπόν, δεν λειτουργεί «αντίστροφα» – όπως καμία αρχή άλλωστε, όπως μας λέει η απλή λογική! Απλώς το ΣτΕ την αποστρέφεται…
3.Το τρίτο σημείο είναι και το πιο ανησυχητικό, καθώς αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό Σύνταγμα. Το ΣτΕ δεν θεωρεί «δυσανάλογη» τη στέρηση των αποδοχών όσων υγειονομικών (ή άλλων υπαλλήλων) αρνούνται να εμβολιαστούν, εν όψει της προστασίας της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής αλληλεγγύης κ.λπ. Δέχεται λοιπόν ότι κάποιος μπορεί να στερηθεί ακόμη και τα μέσα βιοπορισμού του, αν δεν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις». Χωρίς αποχρώσεις, μάλιστα (π.χ. αν έχει τουλάχιστον τη δυνατότητα να βιοπορίζεται από άλλες πηγές ή με πρόβλεψη ενός ελάχιστου μισθού, όπως υποστηρίχθηκε από τη μειοψηφία), προκειμένου να εξασφαλισθεί το «κοινό καλό».
Όμως η μεταχείριση οποιουδήποτε σαν απλού μέσου για την προφύλαξη της κοινωνίας, η «εργαλειοποίησή» του για χάρη του συνόλου, είναι απολύτως απαράδεκτη στο πλαίσιο ενός φιλελεύθερου και δημοκρατικού Συντάγματος. Αυτό μας το λέει ρητά η Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοιατρική (Οβιέδο), κατά την οποία τα συμφέροντα του ατόμου υπερέχουν πάντοτε των συμφερόντων της επιστήμης και της κοινωνίας. Κυρίως όμως, το εκφράζει η αρχή της αξίας του ανθρώπου, μεταξύ πολλών και στο δικό μας Σύνταγμα. Χωρίς περιστροφές, η δυνατότητα εργαλειοποίησης του ενός για χάρη των πολλών είναι το κύριο στοιχείο που χαρακτηρίζει κάθε μορφής ολοκληρωτικό καθεστώς.
Όταν λοιπόν το ΣτΕ κάνει λόγο για «αναλογικότητα», περιορισμούς των δικαιωμάτων κλπ. ξεχνά ότι όλα αυτά ισχύουν υπό τον όρο του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας. Πρόκειται εδώ για ένα απόλυτο όριο που κατά λογική αναγκαιότητα βρίσκεται εκτός σταθμίσεων ή άλλης αξιολόγησης: το άρθρο 2 παρ. 1 Σ. δεν υπόκειται σε καμία στάθμιση, εν όψει οποιουδήποτε ατομικού ή συλλογικού συμφέροντος, είναι αντίθετα η αναγκαία προϋπόθεση, η αφετηρία, για να μιλάμε περί αναλογικότητας περιορισμών, κοινωνικής αλληλεγγύης κ.λπ. Ασφαλώς είναι επιτρεπτοί περιορισμοί θεμελιωδών δικαιωμάτων και βεβαίως η επίδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης αποτελεί συνταγματική υποχρέωση, όμως είναι αδιανόητο να αγνοήσουν την ανθρώπινη αξία οποιουδήποτε σε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό καθεστώς. Όταν ο νομοθέτης ή η διοίκηση φτάνουν στο σημείο να εξαρτούν τον ίδιο τον βιοπορισμό κάποιου από τη συμμόρφωση στις αποφάσεις τους, απλώς παραβιάζουν το άρθρο 2 παρ. 1 Σ.: έτσι, ακόμη και αν δεν είχαμε τη ρητή κατοχύρωση του ατομικού δικαιώματος στην υγεία (Σύνταγμα) και της συναίνεσης ύστερα από ενημέρωση (Χάρτης Δικαιωμάτων ΕΕ, Σύμβαση Οβιέδο), η αρχή της αξίας του ανθρώπου θα αρκούσε για να περιορίσει τις ορέξεις όποιου θέλει το «καλό» μας…
Το ΣτΕ είχε την ευκαιρία να θυμίσει σε όλους – ιδίως στους κυβερνώντες – το άρθρο 2 παρ. 1 Σ., με αφορμή την υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών. Προτίμησε όμως να θυμηθεί το ίδιο παλιές εποχές της νομολογίας, όταν το «δημόσιο συμφέρον» ήταν η ύπατη αρχή. Στη Μεταπολίτευση δεν βρέθηκαν – ευτυχώς – πολλές τέτοιες ευκαιρίες. Στο εξής, όμως, κανείς δεν ξέρει: όλα είναι υπό «στάθμιση», υπό επιτήρηση και κυρίως υπό έλεγχο στο πατερναλιστικό («Νέον»;) κράτος…
Τάκης Βιδάλης
Επιστ. Συνεργάτης ΕΕΒΤ, μέλος της Επιτροπής Ηθικής της Επιστήμης και των Νέων Τεχνολογιών της ΕΕ (EGE/European Commission).

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Γιατί η Προσφυγή στο ΣτΕ Δεν Είναι Ενδεδειγμένη

Γιατί η Προσφυγή στο ΣτΕ Δεν Είναι Ενδεδειγμένη
     Αναφορικά με τις διάφορες ΚΥΑ με τις οποίες η κυβέρνηση επιχειρεί να επιβάλει στα παιδιά και τους γονείς τους, στους καθηγητές, και στους εργαζόμενους γενικώς, το υποχρεωτικό τεστ, επιβάλλοντας μάλιστα κυρώσεις (άρνηση του παιδιού στο σχολείο, μείωση μισθού, πειθαρχικά, πρόστιμα κλπ), υπάρχουν διάφορες νομικές δυνατότητες υπεράσπισης και αντίστασης. Μεταξύ αυτών των ενεργειών συζητιέται και η προσφυγή στο ΣτΕ. Μια επιλογή που μόνο ερωτήματα μπορεί να εγείρει...
Γιατί η Προσφυγή στο ΣτΕ Δεν Είναι Ενδεδειγμένη
Σχετικά με τις υποχρεωτικές ιατρικές πράξεις, όπως προσφάτως τα τεστ, που η κυβέρνηση επιθυμεί να επιβάλει με αμφίβολης νομιμότητας νόμους και Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, αρκετοί συμπολίτες μας αναζητούν τρόπους προκειμένου να προφυλαχθούν και να αντιδράσουν μέσω της δικαστικής οδού. Μάλιστα η Διεπιστημονική Ένωση Υπεράσπισης της Δημοκρατίας και της Βιοηθικής έχει αναφερθεί στις νομικές ενέργειες που μπορεί κανείς να προβεί για να προφυλαχθεί από την παρανομία αυτή. Σε αυτό το άρθρο θα ήθελα να αναφερθώ ειδικότερα στην επιλογή της προσφυγής στο ΣτΕ και στους λόγους που μία τέτοια επιλογή δεν είναι επιθυμητή.
     Α. Οι επιλογές που υπάρχουν για προσφυγή ενάντια στην απόφαση (KYA), και όχι για μεμονωμένες μηνύσεις και αγωγές ενάντια σε διευθυντές/καθηγητές), είναι δύο: η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, και η προσφυγή στα Διοικητικά Πρωτοδικεία (και οι δύο αυτές προσφυγές είναι διοικητικής φύσης). Νομικά, η πρώτη επιλογή είναι η μόνη που μπορεί να λάβει ΚΑΙ συλλογική διάσταση, ενώ η δεύτερη είναι ατομική (στρέφεται κατά της ατομικής διοικητικής πράξης). Θεωρητικώς, η προσφυγή στο ΣτΕ είναι η ενδεδειγμένη λύση για να κινηθούν μαζί πολλοί πολίτες (ανά 30 άδες όπως ειπώθηκε) εναντίον της ΚΥΑ. Όμως, η πράξη απέχει πολύ από την θεωρία.
     1. Το κράτος γνωρίζει ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη νομική οδός για μαζικές προσφυγές ακύρωσης μιας (παράνομης) απόφασής του και έχει από καιρό φροντίσει να την καταστήσει ατελέσφορη για τους πολίτες. Ο πρόεδρος του ΣτΕ διορίζεται από την κυβέρνηση, και είναι αυτός που αποφασίζει ποιος δικαστής και με ποια σύνθεση θα δικάσει. Υπάρχουν πολίτες που έχουν σταθεί «τυχεροί» και τους έτυχε μία καλή δικαστής, μια ευνοϊκή σύνθεση, όμως αυτή η τύχη δεν αφορά συνήθως πολύ σημαντικές πολιτικά υποθέσεις, αφού άλλωστε όπως είπαμε δεν γίνεται στην τύχη.
     2. Από την επιβολή της οικονομικής δικτατορίας μετά το 2010, και ειδικά με την ολοκληρωτική παράδοση της χώρας το 2015 από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και μετά (όταν δηλαδή ψηφίστηκε ότι «Η κυβέρνηση δεσμεύεται να διαβουλεύεται και να συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για όλες τις ενέργειες που αφορούν την επίτευξη των στόχων του Μνημονίου Συνεννόησης, πριν από την οριστικοποίηση και τη νόμιμη έγκρισή τους» (νόμος 4336/14-8-2015 (Φ.Ε.Κ. 94Α, παράγραφος Γ-σελ. 1014), το ΣτΕ έχει επιδοθεί σε μια σειρά αντι-λαϊκών αποφάσεων που επικύρωσαν αυτή την συνταγματική εκτροπή, μια εκτροπή τόσο αναμφισβήτητη που έχει γίνει παραδεκτή ακόμη και από τους κυβερνώντες (δείτε ενδεικτικά για τις δηλώσεις τους εδώ :
     3. Ενδεικτικά των αποφάσεων αυτών στις οποίες προέβη το ΣτΕ: Έκρινε νόμιμη την δυνατότητα του δημοσίου να κατάσχει χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών/οφειλετών. Ενέκρινε τη νομιμότητα των Μνημονίων με πολλαπλές αποφάσεις (αναγνωρίζοντας την εξαιρετικά δυσμενή οικονομική κατάσταση και μη δεχόμενο ότι επρόκειτο για Διεθνή Συνθήκη), αλλά δεν έκρινε συνταγματικές τις περικοπές των μισθολογίων των Δικαστών (των εαυτών τους δηλαδή), των Πανεπιστημιακών και των Ένστολων! Στα ζητήματα της πανδημίας, σε όλες τις περιπτώσεις ενέκρινε ως συνταγματικές τις επιλογές της κυβέρνησης (περιορισμό κυκλοφορίας, συναθροίσεων), απέρριψε τις αιτήσεις διαφόρων πολιτών ή ομάδων (χρήση λιμένα, θρησκευτική λατρεία, απέρριψε την έκδοση προσωρινής διαταγής για τον περιορισμό των συναθροίσεων άνω των τεσσάρων ατόμων που είχε επιβληθεί, και δεν δίκασε εμπρόθεσμα την αίτηση για την άρνηση τέλεσης θρησκευτικής λατρείας (αρνησιδικία, για την οποία κλήθηκε η Ελλάδα σε απολογία από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο), αποδεχόμενο ουσιαστικά το έκτακτο της κατάστασης. Δέχτηκε μόνο και δικαίωσε την προσφυγή σωματείου ενάντια στον περίφημο «περίπατο» στο κέντρο της Αθήνας (που «πέρασε» ως μέτρο ενάντια στον κορωνοϊό). Ο περίπατος βέβαια είχε ήδη πληρωθεί και οι υμέτεροι της Οικογένειας κέρδισαν μερικά ακόμη εκατομμύρια και, δύο μέρες μετά την απόφαση, η κυβέρνηση ψήφισε άλλον νόμο για να προστατεύσει τους υπεύθυνους από τυχόν μελλοντικές αγωγές.
Να θυμίσω εδώ ότι το ΣτΕ έχει ήδη βγάλει αρνητική πολίτες απόφαση και στο θέμα των εμβολίων και των σχολείων, αν και αφορούσε περίπτωση εγγραφής στον παιδικό σταθμό, αιτιολογώντας ότι δεν επρόκειτο για την υποχρεωτική εκπαίδευση.
     4. Έχει υποστηριχτεί ότι, προσφεύγοντας στο ΣτΕ θα κερδιθεί μία προσωρινή διαταγή (με τα ασφαλιστικά μέτρα) και μετά, αναλόγως με τις εξελίξεις, μπορεί κανείς να πάρει πίσω την προσφυγή ή να την συνεχίσει! Μια προσωρινή διαταγή σε αυτή τη φάση, και με τα στοιχεία που σας παραθέτω, πόσο πιθανή είναι; Πόσο πιθανό θεωρείτε να ακυρώσει υποχρεωτικό τεστ που διακαώς επιθυμεί η κυβέρνηση προκειμένου να γίνει το πρώτο βήμα αποδοχής της υποχρεωτικότητας; Εάν το ΣτΕ δεν εγκρίνει την έκδοση προσωρινής διαταγής (δηλαδή την προσωρινή αναστολή της ΚΥΑ μέχρι να λάβει οριστική απόφαση), που είναι το πιθανότερο διότι θα είναι σαν να αποφασίζει την αναστολή της ΚΥΑ για το διάστημα που τώρα «τρέχει» (όπως έκανε και με την προσφυγή για τις εκκλησίες), αυτό θα δημοσιευτεί παντού στα ελεγχόμενα ΜΜΕ ως «απόρριψη από το ΣτΕ προσφυγής των «αρνητών» κατά της υποχρεωτικότητας των τεστ». Αντιλαμβανόμαστε όλοι τις συνέπειες αυτής της προπαγάνδας. Τι σημασία έχει το μετά, όταν εκδικαστεί ή όταν το πάρετε πίσω, όταν ΤΩΡΑ θα δικαιώσει μια παράνομη ΚΥΑ και θα παύσει όλες τις προσφυγές που πολλοί συνάνθρωποί μας έχουν κάνει στα Διοικητικά Δικαστήρια (ήδη περιμένουμε αποφάσεις για προσωρινές αναστολές από προσφυγές που έχουν κατατεθεί).
     5. Ακούγεται η άποψη ότι, επειδή η κυβέρνηση θα θέλει να ακυρώσει τα τεστ για να επιβάλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό(!), θα επιθυμεί μία καταδικαστική απόφαση για τα τεστ. Το επιχείρημα δεν έχει βάση. Δηλαδή, θα επιτρέψει η κυβέρνηση μία ήττα της και μία δικαίωση των πολιτών, δίνοντάς τους θάρρος; Και μάλιστα επιτρέποντας μία απόφαση ενάντια στην υποχρεωτικότητα της ιατρικής πράξης, των τεστ, προκειμένου να επιβάλει μια χειρότερη ιατρική πράξη αργότερα, τα εμβόλια; Πώς θα επιβάλει τα εμβόλια βοηθούμενη από μία απόφαση που, μεταξύ άλλων, θα δικαιώνει το επιχείρημα της συναίνεσης σε ιατρική πράξη;
     6. Αν, Αν έχοντας γνώση των παραπάνω προσφύγει κανείς στο ΣτΕ, ας γνωρίζει ότι με την απόφασή του αυτή παίρνει απόφαση και για το σύνολο των συμπολιτών μας και για τις δίκες και προσφυγές που έχουν ήδη ξεκινήσει στα Διοικητικά Πρωτοδικεία. Αναλαμβάνει δηλαδή μία ευθύνη που αφορά το σύνολο των πολιτών. Η προσφυγή στο ΣτΕ για το θέμα των υποχρεωτικών τεστ/μασκών κλπ αποτελεί ένα τεράστιο πολιτικό ρίσκο, με ελάχιστες πιθανότητες ευνοϊκής για το δίκαιο των πολιτών λύσης. Μάλιστα, αποτελεί μία δυσμενή εξέλιξη για κάθε άλλη δικαστική κίνηση διότι συμπαρασύρει αρνητικά κάθε άλλη νομική οδό. Συγκεκριμένα, όσοι συμπολίτες μας έχουν επιλέξει να προσφύγουν στα Διοικητικά Πρωτοδικεία, θα βρεθούν να «κρέμονται» (θα παγώσουν οι υποθέσεις τους) εξαρτημένοι από την όποια προσφυγή κατατεθεί στο ΣτΕ (διότι το ΣτΕ είναι το ανώτερο διοικητικό δικαστήριο: για όσο μια τέτοια δίκη εκρεμεί, τα Διοικητικά Δικαστήρια θα θέσουν τις προσφυγές σε αυτά εν αναμονή της απόφασης του ΣτΕ και θα αποφασίσουν μετά με απόλυτη δέσμευση από αυτό). Η απόφαση του ΣτΕ είναι δεσμευτική για κάθε άλλο διοικητικό δικαστήριο. Αντιθέτως, τα Διοικητικά Πρωτοδικεία μόνα τους αποφασίζουν κατά περίπτωση, χωρίς την τεράστια πολιτική πίεση και τον κεντρικό έλεγχο που υπάρχει στο ΣτΕ, κι έτσι η περίπτωση δικαίωσης σε αυτά είναι πολύ μεγαλύτερη – χωρίς φυσικά να είναι και σε αυτά δεδομένη. Με άλλα λόγια, το να κατατεθεί προσφυγή στα Διοικητικά ενώ ταυτοχρόνως γίνει και προσφυγή στο ΣτΕ δεν έχει νόημα για τα πρώτα.
     Β. Η επιλογή του ΣτΕ ως λύση σε σημαντικά ζητήματα που έχουν έντονο πολιτικό χαρακτήρα συνήθως γίνεται είτε από νομικό που δεν γνωρίζει καλά τα πρακτικά ζητήματα που ανέφερα παραπάνω, είτε από δικηγόρο που τα ξέρει πολύ καλά και γι’ αυτό την προτείνει. Συχνά, όταν γίνεται μία προσφυγή στο ΣτΕ για τόσο σημαντικά θέματα, όσοι το ακούμε αναζητούμε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Με άλλα λόγια, αναζητούμε στοιχεία για τον προσφεύγοντα ή τον δικηγόρο του για να καταλάβουμε αν πρόκειται για μια προσπάθεια χαντάκωσης της υπόθεσης ή απλώς αφέλεια. Όλως τυχαίως, τον τελευταίο καιρό συναντάμε δικηγόρους που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συνδέονται με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με τους ΑΝΕΛ. Και το ένα και το άλλο κόμμα συμμετείχε και συνέπραξε στην ακύρωση της λαϊκής βούλησης του δημοψηφίσματος το 2015, στην ψήφιση της ολοκληρωτικής μας κηδεμονίας, και τα δύο συγκυβέρνησαν στα κρίσιμα χρόνια 15-19 βάζοντας μία ολοκληρωτική ταφόπλακα σε όλα τα νοικοκυριά, ψηφίζοντας το ξεπούλημα της χώρας, την κατάργηση του υπουργείου Οικονομικών και την αντικατάστασή του με την παράνομη ΑΑΔΕ, και άλλα πολλά. Οι ΑΝΕΛ, παρέα με τον ΣΥΡΙΖΑ και με την ουσιαστική σύμπνοια με όλα τα προηγούμενα μνημονιακά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), επανειλημμένως ξεγέλασαν τους πολίτες προσφέροντάς τους ελπίδα και επιλογές που ήταν προσχεδιασμένες παγίδες. Πολλά από αυτά που ζούμε σήμερα είναι άμεσες συνέπειες αυτής της συγκυβέρνησης, και όσων συμμετείχαν στα κόμματά της – είτε ενεργά είτε δια της σιωπηρής αποδοχής. Μέλη ή απλώς συνδεόμενοι δικηγόροι με τα παραπάνω (και όχι μόνο) κόμματα, προτείνουν σε ενεργές ομάδες ανθρώπων που έχουν συγκεντρωθεί προκειμένου να αντιδράσουν, μια αμφίβολη νομική διαδικασία που ελέγχεται πολιτικά και που θα συμπαρασύρει και όσους δεν έχουν συμμετάσχει σε αυτό. Θέλουμε πάρα πολύ να δεχτούμε ότι οι προθέσεις τους μπορεί να είναι καλές, αλλά η συμμετοχή τους στα κόμματα του 3ου μνημονίου που ολοκλήρωσε τον εξευτελισμό όλων των πολιτών και τον διασυρμό των Ελλήνων ανά την υφήλιο, μας δίνει το δικαίωμα έστω να αμφιβάλουμε.
Το επιχείρημα που έχω ακούσει, ότι θα προσφύγουν άλλοι στο ΣτΕ σίγουρα, οπότε ας το κάνουμε εμείς (πρώτοι) για να γίνει πιο σωστά, νομίζω πως έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως, κυρίως προς δικαιολόγηση πράξεων (ατομικών και μη), και σαφώς και από την προηγούμενη καταστροφική συγκυβέρνηση. Ήδη, ενημερωμένοι συμπολίτες μας από διάφορα μέρη της Ελλάδας, όταν επιτέλους μετά κόπων και βασάνων κατάφεραν να βρουν δικηγόρο (αναγνωρίζουμε αυτή τη δυσκολία) και αυτός τους πρότεινε το ΣτΕ, προτίμησαν να μην προχωρήσουν. Έχει βεβαίως ο καθένας το δικαίωμα να πάρει το ρίσκο του, όμως να υπολογίσει στην απόφασή του ότι οι επιπτώσεις του αφορούν όλους μας, καθώς και τις προσφυγές άλλων ανθρώπων ανά την Ελλάδα.
     Γ. Δεν προτείνω να μην κάνετε τίποτα – αν και, αν η επιλογή είναι ή ΣτΕ ή τίποτα, καλύτερα τίποτα. Όμως (αναφορικά με διοικητικές προσφυγές, δεν εξετάζω εδώ μηνύσεις και αγωγές), με συγκεντρωμένες τις δυνάμεις και τα χρήματά σας, μπορείτε να πάτε στα Διοικητικά δικαστήρια με όσο περισσότερες προσφυγές μπορείτε να σηκώσετε (τα παράβολα είναι περίπου 500 ευρώ, + η αμοιβή δικηγόρου). Βέβαια, εκεί οι προσφυγές είναι ατομικές (ή ομαδικές όταν αφορά κοινή διοικητική πράξη, π.χ. ένα έγγραφο άρνησης του διευθυντή του σχολείου να δεχτεί τα παιδιά που θα είναι ενιαίο). Όμως, μία θετική απόφαση εκεί έχει πολύ σημαντικό πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Μάλιστα, πολλές τέτοιες μεμονωμένες αποφάσεις αυτών των μικρότερου βεληνεκούς δικαστηρίων χτίζουν νομολογία, που τώρα δεν υπάρχει για το θέμα. Το ζήτημα είναι πολιτικό, και όχι να προσπαθήσει ο καθένας να πάρει απόφαση που να καλύπτει τα δικά του παιδιά. Σε κάποιο νησί ενώθηκαν 10 άνθρωποι και θα μοιραστούν τα έξοδα της προσφυγής μίας μητέρας. Στην Αθήνα μαζεύτηκαν 80 άτομα και θα κάνουν το ίδιο – βάζοντας μπροστά μερικούς γονείς και τα έξοδα όλοι μαζί. Δεν είπαν, μα η απόφαση θα αφορά μόνο το παιδί των άλλων. Είπαν, η απόφαση θα είναι θετική για όλους, και πάμε συλλογικά να την πάρουμε, σε όποιον κι αν αναφέρεται.

Ας σκεφτεί κανείς πολύ προσεκτικά τα παραπάνω. Ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, ας μην χρησιμοποιηθούν μέσα που δεν είναι ενδεδειγμένα για τον κοινό αγώνα. Και, κυρίως, αναζητήστε ποιοι είναι αυτοί που σας συμβουλεύουν – εμού συμπεριλαμβανομένης.
Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια θα λάμψει. Μόνος αντίπαλός μας, ο χρόνος.
Νέλλη Ψαρρού

ΥΓ: Τα παραπάνω γράφτηκαν με αφορμή ομάδα πολιτών που έχουν συγκεντρωθεί και έχουν πεισθεί από δικηγόρο να προσφύγουν στο ΣτΕ. Αν και η ομάδα αυτή επέλεξε αυτή την οδό έναντι άλλων προκειμένου να μην στραφεί ενάντια σε συμπολίτες μας (διευθυντές σχολείων π.χ.), κάτι που είναι σεβαστό, ας είναι σαφές πως, η νομική συμβουλή που τους έχει δοθεί για το θέμα αυτό, ότι δηλαδή οι διευθυντές/καθηγητές δεν έχουν ευθύνη, απλώς εκτελούν εντολές, και άρα δεν μπορεί να τους γίνει αγωγή ή μήνυση, ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΔΕΣ. Ο διευθυντής, όπως και κάθε δημόσιος υπάλληλος, ΔΕΝ υποχρεούται να εφαρμόσει την ΚΥΑ και έχει προσωπική ευθύνη όταν το κάνει, όπως προκύπτει από τον δημοσιουπαλληλικό κώδικα (δείτε εδώ: https://dimobio.gr/?p=411). Οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να ενεργούν με βάση το Σύνταγμα [άρθρο 25 (Ν.3528/2007 ΦΕΚ26/09-02-2007) «Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών» ]*.

*Ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών.
2: Ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων του. Όταν όμως εκτελεί διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν την εκτέλεση, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.
§3: Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή. Όταν σε διαταγή, η οποία προδήλως αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος ή όταν, ύστερα από άρνηση υπακοής σε πρώτη διαταγή που προδήλως αντίκειται σε τέτοιες διατάξεις, ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που εκθέτει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, ο υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει τη διαταγή και να αναφέρει συγχρόνως στην προϊσταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε.