Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρώπινα δικαιώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρώπινα δικαιώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2022

Τι είναι το Φυσικό Δίκαιο

Το λεγόμενο Φυσικό Δίκαιο, (ius naturale ή jus naturale), αποτελεί διάκριση του Διεθνούς Δικαίου που πρώτος την εισήγαγε στη σύγχρονη αντίληψη ο Hugo Grotius (ο μετέπειτα χαρακτηρισθείς πατέρας του Διεθνούς Δικαίου).
Το Φυσικό Δίκαιο, που συνηθίζεται να λέγεται περισσότερο φιλοσοφικά και "Δίκαιο της Φύσης" είναι το αιώνιο και αναλλοίωτο Δίκαιο που βασίζεται στην ανθρώπινη φύση και στη λογική. 
Έμμεσες πηγές του Δικαίου αυτού θεωρούνται τόσο η βούληση του Θεού, όπως αυτή αποκαλύπτεται από ιερά κείμενα, όσο βεβαίως και η ανθρώπινη φύση.
Το Φυσικό Δίκαιο, όπως προσδιορίστηκε "κοινό" για όλη την ανθρωπότητα, στην αρχή της σύγχρονης αντίληψης περί Δικαίου, αποτελεί ένα είδος φραγμού στη κρατική βούληση τόσο ως προς την άσκηση του δικαιώματος του πολέμου(¹) (δίκαιος μόνο ο αμυντικός, και ο επί τιμωρία), καθώς και για τον τρόπο διεξαγωγής του, όσο επίσης και επί της ιδέας της διεθνούς ευθύνης των κρατών.
Ως σύνολο κανόνων αναγνωρισμένων αρχών ορθής συμπεριφοράς, το φυσικό δίκαιο αντιπαρατίθεται από την έτερη διάκριση του Διεθνούς Δικαίου, (κατά τον Γκρότιους), που ονομάζεται 'εκούσιο δίκαιο ή Θετικό Δίκαιο(²) και που διακρίνεται σε θείο και ανθρώπινο ανάλογα με τη πηγή προέλευσής του.
Αρχαιότητα
Η πρώτη σύλληψη της ιδέας του Φυσικού Δικαίου ανάγεται στους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και ιδιαίτερα στους Σοφιστές του 6ου - 5ου αιώνα π.Χ. στη προσπάθειά τους μέσα από ατέλειωτες συζητήσεις, να προσδιορίσουν τη φύση της τάξης που θα πρέπει να διέπει τις σχέσεις των τότε πόλεων-κρατών. 
Τότε αναπτύχθηκε η διάκριση μεταξύ φύσης, ως έννοια δικαίου σοφή και αιώνια, και νόμου, ως έννοια αυθαίρετη, προϊόν σκοπιμότητας. 
Έτσι την εποχή εκείνη ο νόμος θεωρείτο περισσότερο ωφέλιμος, κατ΄ άλλους ως ισχύ των δυνατών, κατ΄ άλλους ως ισχύ των αδυνάτων. 
Πολλοί επίσης Σοφιστές επικαλούνταν το φυσικό δίκαιο ως δύναμη που διέπει την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων. 
Σύμφωνα με την τελευταία αυτή προσέγγιση, θεωρούσαν πως ο άνθρωπος μπορούσε με τη λογική και τη βούλησή του να διακρίνει πλέον το αγαθό και το κακό, (σχετικός ο μύθος Αρετής και Κακίας του Ηρακλή) και ν΄ αποφασίσει τη κατεύθυνσή του.
Ο Σωκράτης, ο Πλάτων αλλά και ο Αριστοτέλης προχώρησαν την ιδέα αυτή στο ότι ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να βρει τους μηχανισμούς εκείνους που θα αξιολογεί τη δράση του ανάλογα με την πραγματικότητα, δίνοντας έτσι μια πρώτη ιδέα του Θετικού Δικαίου.
Ο δε Σωκράτης, στην αναζήτηση αυτών των μηχανισμών, πρόβαλε την έννοια της γνώσης, (του "γνωρίζω"), των απαραίτητων εννοιών π.χ. της δικαιοσύνης, της τόλμης κ.λπ. 
Ο Πλάτων χαρακτήρισε τις αναζητούμενες ιδέες του Σωκράτη ως αιώνιες (αΐδιες), και αμετάβλητες οντότητες που υφίστανται ανεξάρτητα των ανθρωπίνων πράξεων, επιβάλλοντας έτσι την ιδέα της φρόνησης επ΄ αυτών δηλαδή της φιλοσοφίας. 
Συνεπώς, η λογική είναι εκείνη που ως πυξίδα θα πρέπει να κατευθύνει τις πράξεις, συμπεραίνοντας ότι οι πόλεις θα πρέπει να κυβερνώνται από φιλοσόφους. 
Στην "Πολιτεία" του όμως και ειδικά στους "Νόμους" εγκατέλειψε τη θεωρία αυτή, της βασιλείας των φιλοσόφων, προτείνοντας ένα σύνθετο πολίτευμα που να συνδυάζει Βασιλεία και Δημοκρατία (Βασιλευόμενη Δημοκρατία).
Ο Αριστοτέλης συμφωνεί ότι το φυσικό δίκαιο (η Δικαιοσύνη) έχει το αυτό κύρος παντού και ανευρίσκεται με τη λογική, αποκλείοντας τους βαρβάρους, κάνοντας έτσι λόγο όπως και ο Πλάτων για δικαίωμα μόνο εκείνων που είχαν ευγενή καταγωγή και πλούσια παιδεία.
Τέλος περί τον 3ο αιώνα π.Χ. οι Στωικοί φιλόσοφοι εισήγαγαν στην έννοια του φυσικού δικαίου την έννοια της ισότητας και λαμβάνοντας υπόψη την έννοια της λογικής, όπως είχε αναπτυχθεί από τους προγηγούμενους, ως κτήμα όλων κατέληξαν στην άποψη ότι ο φυσικός νόμος (η φυσική κατάσταση) είναι κατάσταση αρμονίας που διέπεται από τη λογική. 
Και συμπλήρωναν ότι: επειδή όμως η αρμονική αυτή κατάσταση έχει διαφθαρεί από τον ανθρώπινο εγωισμό οφείλει η ανθρωπότητα να επαναπροσεγγίσει το αρχαίο ιδανικό, (σημερινή περίπτωση αναφοράς του Ολυμπιακού Ύμνου), διαμορφώνοντας ανάλογη νομοθεσία. 
Την εποχή αυτή, η έννοια του φυσικού νόμου και της ηθικής θεωρούνταν ταυτόσημοι. 
Στο σημείο αυτό λήγει και η πρώιμη ιδέα του φυσικού νόμου όπως διαμορφώθηκε εξελικτικά στην ελληνική αρχαιότητα, (φύση - νόμος, γνώση - λογική, ισότητα - αρμονία - ηθική).
Ρωμαϊκή περίοδος
Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, καμία ανάπτυξη δεν σημειώθηκε επί της ιδέας του φυσικού νόμου. Αν και στο Ρωμαϊκό δίκαιο κάνει την εμφάνισή του το Δίκαιο Εθνών (jus gentium), τούτο αφορούσε μόνο τους ελεύθερους Ρωμαίους πολίτες, άνδρες και γυναίκες, και τους εξισωμένους μ΄ αυτούς. 
Σημαντική επίσης ήταν με την επικράτηση του Χριστιανισμού το έργο πολλών Πατέρων της Εκκλησίας και ειδικότερα του Αγίου Αυγουστίνου που υποστήριζε πως ο άνθρωπος πριν τη πτώση του ζoύσε ελεύθερος με τους κανόνες του "φυσικού δικαίου" αλλά αργότερα έγινε δούλος της αμαρτίας, (αρχέγονος δικαιοσύνη).
Καθίσταται καταφανής η προσέγγιση του Αγίου Αυγουστίνου στη διδασκαλία των Ελλήνων Στωικών του 3ου π.Χ. αιώνα.
Μεσαίωνας
Κατά τον Μεσαίωνα, η Εκκλησία αποτελούσε το κέντρο μάθησης έτσι οι κληρικοί ανέλαβαν να προσαρμόσουν την έννοια του δικαίου στη φιλοσοφική διδασκαλία. 
Αυτό το πέτυχαν ταυτίζοντας το φυσικό νόμο των αρχαίων στο πλαίσιο του θείου νόμου. 
Τον τρόπο αυτό ακολούθησε ιδιαίτερα ο Γρατιανός που έχει αποκληθεί "πατέρας του Κανονικού Δικαίου" (Εκκλησιαστικού Δικαίου) στηριζόμενος στη θεία ρήση: "ό σύ μισείς ετέρω μη ποιήσεις".
Ακολούθως, τον 13ο αιώνα, o Άγιος Θωμάς Ακινάτης επαναλαμβάνοντας την έννοια της λογικής στο φυσικό νόμο των αρχαίων Ελλήνων αρχίζει να διδάσκει ότι ο Θείος νόμος - αιώνιος νόμος, (ο αΐδιος των αρχαίων Ελλήνων) προέρχεται από τον θείο λόγο ( "θεία" λογική) που επειδή βρίσκεται στο Πνεύμα του Θεού δεν αποκαλύπτεται στον άνθρωπο παρά ελάχιστα, μέσα από την Θεία Αποκάλυψη και μέσα από την ανθρώπινη λογική καταλήγοντας ότι "Το φυσικό δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συμμετοχή του αιώνιου δικαίου στο λογικό δημιούργημα", συμπληρώνοντας ότι "ο θείος νόμος είναι η λογική της θείας σοφίας".
Παράλληλα, άλλοι Σχολαστικοί φιλόσοφοι, όπως ο Τζων Ντανς Σκότους, ο Γουλιέλμος του Όκαμ και ο Φρανθίσκο Σουάρεθ, τόνιζαν περισσότερο τη σημασία της "θείας βούλησης" (βουλησιαρχία) ως πηγή φυσικού δικαίου και όχι της "θείας λογικής". 
Μάλιστα ο πρώτος ο Σκότους διακρίνει ότι ο θεός έχει δύο εξουσίες την απόλυτη (της δημιουργίας) και τη ρυθμιστική (λειτουργική) μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται συσχέτιση. Έτσι ο θείος αιώνιος νόμος (απόλυτη εξουσία) μπορεί να μην ανακλάται επακριβώς στις εντολές του, (ρυθμιστική εξουσία), υπό το στοιχείο της αυθαιρεσίας της ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου.
Έτσι κατα τον Μεσαίωνα η έννοια του φυσικού δικαίου έχει απόλυτα περιβληθεί με ηθικοθρησκευτική αντίληψη.
Αναγέννηση
Περί το τέλος του Μεσαίωνα εμφανίζονται οι λεγόμενοι "πρόδρομοι του Διεθνούς Δικαίου", ο Βιτόρια και ο Τζεντίλι. 
Η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση όμως που σημειώθηκε, που επέφερε την πτώση της εκκλησιαστικής αυθεντίας, παράλληλα με τη πτώση της Φεουδαρχίας με τον κατακερματισμό του Ευρωπαϊκού χώρου σε ανεξάρτητες Ηγεμονίες, καθώς και η ανάπτυξη της Επιστήμης, άνοιξαν νέους ορίζοντες στη σύγχρονη αντίληψη του φυσικού δικαίου, κύριος θεμελιωτής της οποίας ήταν ο Ολλανδός νομομαθής Ούγκο Γκρότιους, το έργο του οποίου υπήρξε σε επιστημονική βάση σπουδαίο.
Ο Hugo Grotius, απηχώντας τους αρχαίους Έλληνες Στωικούς, αφού απάλλαξε τους κανόνες του διεθνούς δικαίου από την ηθικοθρησκευτική τους βάση, τις προσάρμοσε στις κοινωνικές ανάγκες της κοινωνίας των Ηγεμονιών - κρατών, θεωρώντας το σύμπαν να κυριαρχείται από ένα λογικά (αρμονικά) δομημένο φυσικό δίκαιο. 
Επομένως για τον άνθρωπο το φυσικό δίκαιο είναι η συγκέντρωση όλων των κανόνων εκείνων που απορρέουν από την ίδια του τη φύση, που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τα ζώα από την "όρεξη", (βούληση), για ειρήνη (λογική).
Σχολή Φυσικού Δικαίου
Η Σχολή (σύνολο γνωμών και απόψεων) περί του φυσικού δικαίου στη σύγχρονη αντίληψη άρχισε να εμφανίζεται μετά τον Hugo Grotius. 
Οι οπαδοί της Σχολής αυτής απέκλεισαν κάθε προσέγγιση στο Θετικό Δίκαιο, αποδεχόμενοι μόνο το φυσικό. 
Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της Σχολής ήταν οι Barbeyrac, Thomasius, Cocceji και ειδικότερα ο Pufendorf ο οποίος στο έργο του "De iure naturae et gentium"(1672), υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει θετικό διεθνές Δίκαιο, επειδή κάτι τέτοιο προϋποθέτει νομοθετική βούληση υπεράνω των κρατών. 
Επειδή όμως τέτοια βούληση δεν υφίσταται, κατά συνέπεια δεν υφίσταται και ο παραπάνω όρος.
Άλλος επίσης εκπρόσωπος της ίδιας σχολής είναι ο Vettel που συμβούλευε του Ηγεμόνες της εποχής του να εφαρμόζουν κάθε φορά εκείνο που επιτάσσει ο φυσικός νόμος στα έθνη. Μάλιστα στο έργο του "Το Διεθνές Δίκαιο στη συμπεριφορά των Ηγεμόνων" κηρύσσει ότι όλα τα κράτη θα πρέπει να εμφορούνται από την "αρχή της αλληλεγγύης" και της "αλληλοβοήθειας".
Σημειώνεται ότι το σοβαρό μειονέκτημα της σχολής του φυσικού δικαίου είναι ότι επειδή βασίζεται κυρίως σε αφηρημένες έννοιες (όπως ακριβώς τις αντιμετώπιζαν οι Έλληνες Σοφιστές στην αρχαιότητα), παραγνωρίζει την διαρκώς εξελισσόμενη πραγματικότητα (σύγχρονα γεγονότα) με συνέπεια ν΄ απέχει πολύ, κάθε φορά, στη πράξη.
Σημειώσεις
(¹) Δεν θα πρέπει να προκαλεί εντύπωση η τακτική αναφορά σε πολέμους δεδομένου ότι η απαρχή της σύγχρονης αντίληψης περί διεθνών σχέσεων είχαν δύο μόνο αντικείμενά: τον πόλεμο και τη συμμαχία, (μεταξύ των Ηγεμονιών), και επ΄ αυτών αναπτύχθηκαν. 
Η εμπλοκή του εμπορίου, των μεταφορών κ.λπ. στις διεθνείς σχέσεις, ανήκει σε πολύ μετέπειτα εξελικτικό στάδιο.
(²) Το προερχόμενο από την ανθρώπινη βούληση θετικό Δίκαιο διακρίνεται με τη σειρά του σε "Εσωτερικό" και σε "Διεθνές Δίκαιο.
Πηγές
"Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα" τ.21ος, σ.62
"Διεθνές Δίκαιο" Α. Ζιμπουλάκη - Αθήνα 1979, σ.23-24.
Βιβλιογραφία
Τσαφάρας, Κ.: «Το φυσικό και το θετικό δίκαιο ως αλληλοσυμπληρούμενα είδη δικαίου». Ελληνική Φιλοσοφική επιθεώρηση 6 (1989), 167-171.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

Το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης

Μετάφραση και επιμέλεια στα Ελληνικά από → The European Times: Σωτήριος Πλαγιανός, Κοινωνιολόγος

Σε μια αιφνιδιαστική κίνηση, η Επιτροπή Βιοηθικής του Συμβουλίου της Ευρώπης προώθησε προς τα πάνω στο ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης την καυτή πατάτα του πιθανού νέου νομικού μέσου για τη χρήση μέτρων καταναγκασμού στην ψυχιατρική, που είχε συντάξει η επιτροπή, προκειμένου αυτό να λάβει την απόφαση σχετικά. Η ίδια η Επιτροπή δεν έδωσε στο έγγραφο πράσινη σφραγίδα, δηλαδή εγγύηση για το κατά πόσο αυτό είναι αναγκαίο και για το κατά πόσο αυτό συμμορφώνεται με τα διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα. Αντίθετα, η Επιτροπή Βιοηθικής αποφάσισε με ψηφοφορία να το παρουσιάσει στην Επιτροπή Υπουργών. Αυτό έγινε χωρίς τελική συζήτηση πάνω στην οποία θα βασιζόταν η ψηφοφορία.

Η Επιτροπή Βιοηθικής είχε αρχίσει να προετοιμάζει αυτό το πιθανό νέο νομικό εργαλείο, το οποίο τεχνικά είναι ένα συμπληρωματικό Πρωτόκολλο επί της Βιοϊατρικής Σύμβασης (Σύμβαση του Οβιέδο), το 2011. Έκτοτε, η Επιτροπή εργάστηκε πάνω σε αυτό σε κάθε συνεδρίασή της κατά την τελευταία δεκαετία.

Το κείμενο προοριζόταν αρχικά να ολοκληρωθεί το 2013, αλλά σύντομα διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν σημαντικές νομικές επιπλοκές που σχετίζονται με αυτό, καθώς έρχεται σε αντίθεση με μια διεθνή σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα που επικυρώθηκε από 46 από τα 47 κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ωστόσο, η Επιτροπή προχώρησε ενώ άνοιξε τις πόρτες της σε διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς προκειμένου να εκφράσουν τις απόψεις τους.

Δέχτηκε δεκάδες ειδικευμένων φορέων σε μια δημόσια διαβούλευση, όπως ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), ο μηχανισμός των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και μια σειρά από διεθνείς οργανισμούς ατόμων με ψυχοκοινωνικές αναπηρίες. Η Επιτροπή άκουσε και επέτρεψε στα ενδιαφερόμενα μέρη να παρευρεθούν στις συνεδριάσεις της και ανάρτησε επιλεγμένες πληροφορίες για τις εργασίες στον ιστότοπό της. Αλλά η γενική της γραμμή δεν άλλαξε. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον Ιούνιο του 2021, οπότε είχε προγραμματιστεί η τελική συζήτηση και ψηφοφορία.

Το εκτελεστικό όργανο της Επιτροπής, που ονομάζεται Προεδρείο, συνέστησε ωστόσο πριν από τη συνεδρίαση της Επιτροπής τον Ιούνιο, να «αναβληθεί η ψηφοφορία επί του σχεδίου πρόσθετου πρωτοκόλλου για τη 19η συνεδρίαση της ολομέλειας της Επιτροπής (Νοέμβριος 2021)». Στα 47 μέλη της Επιτροπής παρουσιάστηκε αυτή η σύσταση από το Προεδρείο της και χωρίς καμία συζήτηση κλήθηκαν να ψηφίσουν για την αναβολή. 23 ψήφισαν υπέρ, ενώ ένας αριθμός απείχε ή καταψήφισε, το αποτέλεσμα ήταν η ψηφοφορία να αναβληθεί. Η τελική εκτενής αναθεώρηση και συζήτηση πριν από την ψηφοφορία για την εγκυρότητα του κειμένου, αναμενόταν επομένως να πραγματοποιηθεί στη συνεδρίαση της 2ας Νοεμβρίου.

Μετά τη συνεδρίαση του Ιουνίου, η Γραμματέας της Επιτροπής Βιοηθικής, κα Laurence Lwoff παρουσίασε την απόφαση για αναβολή της ψηφοφορίας στο άμεσο ανώτερο όργανό της, τη Διευθύνουσα Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Αναφέρθηκε λεπτομερώς στην κατάσταση των εργασιών που σχετίζονται με το καταρτισμένο Πρωτόκολλο. Εν προκειμένω, σημείωσε την απόφαση της Επιτροπής Βιοηθικής να αναβάλει την ψηφοφορία για το συνταχθέν Πρωτόκολλο για την επόμενη συνεδρίασή της το Νοέμβριο.

Η Διευθύνουσα Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ενημερώθηκε επίσης ότι η συμβουλευτική γνώμη που ζητήθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για νομικά ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της Σύμβασης για τη Βιοϊατρική (γνωστής και ως Σύμβασης του Οβιέδο) ήταν ακόμη σε εκκρεμότητα.

Αυτό το αίτημα εκ μέρους της Επιτροπής για συμβουλευτική γνώμη «θα μπορούσε να αφορά την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της Σύμβασης του Οβιέδο, ιδίως όσον αφορά την ακούσια μεταχείριση (άρθρο 7 της σύμβασης του Οβιέδο) και τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή πιθανών περιορισμών στην άσκηση των δικαιωμάτων και τις διατάξεις προστασίας που περιέχονται σε αυτή τη Σύμβαση (άρθρο 26).»

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι το δικαστικό όργανο που επιβλέπει και επιβάλλει την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΣΔΑ). Τη Σύμβαση που αποτελεί το κείμενο αναφοράς και την πηγή της Σύμβασης για τη Βιοϊατρική, και ιδιαίτερα του Άρθρου 5, παράγραφος 1 εδάφιο (ε) της ΕΣΔΑ στο οποίο βασίζεται το Άρθρο 7 της Σύμβασης του Οβιέδο.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε τελική απόφαση τον Σεπτέμβριο ότι δεν θα δεχόταν το αίτημα για συμβουλευτική γνώμη που υποβλήθηκε από την Επιτροπή Βιοηθικής επειδή τα ερωτήματα που τέθηκαν δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή Βιοηθικής μετά από αυτήν την απόρριψη είναι πλέον ολομόναχη στη θέση της να υπερασπίζεται την ανάγκη για ένα νέο νομικό μέσο για τη χρήση καταναγκαστικών μέτρων στην ψυχιατρική. Μια θέση που ο μηχανισμός των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι παραβιάζει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD).


«Ο ακούσιος εγκλεισμός ατόμων με αναπηρία για λόγους υγειονομικής περίθαλψης έρχεται σε αντίθεση με την απόλυτη απαγόρευση στέρησης της ελευθερίας λόγω αναπηρίας, βλάβης ή μειονεξίας (άρθρο 14 παράγραφος 1 εδάφιο β) και την αρχή της ελεύθερης και ενημερωμένης συναίνεσης του ενδιαφερόμενου για υγειονομική περίθαλψη (άρθρο 25).»
Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, Δήλωση προς την Επιτροπή Βιοηθικής του Συμβουλίου της Ευρώπης, που δημοσιεύτηκε στο DH-BIO/INF (2015) 20

Στη συνεδρίαση της Επιτροπής Βιοηθικής της 2ας Νοεμβρίου αυτή η πληροφορία δε δόθηκε στα μέλη της. Απλώς δόθηκαν στα μέλη οδηγίες για την ψηφοφορία και τη διαδικασία της. Ως στόχος της ψηφοφορίας ορίστηκε η απόφαση εάν η επιτροπή έπρεπε να «υποβάλει το σχέδιο πρόσθετου πρωτοκόλλου στην Επιτροπή Υπουργών προκειμένου εκείνη να αποφασίσει γι’ αυτό».

Οι παρευρισκόμενες αντιπροσωπείες και οι άλλοι συμμετέχοντες δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν ή να συζητήσουν το συντεταγμένο πρωτόκολλο πριν από την ψηφοφορία, η πρόθεση ήταν ξεκάθαρα να μην υπάρξει συζήτηση πριν από την ψηφοφορία. Οι συμμετέχοντες περιελάμβαναν εκπροσώπους σημαντικών ενδιαφερομένων, όπως το European Disability Forum (Ευρωπαϊκό Φόρουμ για την Αναπηρία), την Mental Health Europe (Ψυχική Υγεία στην Ευρώπη) και το European Network for (Ex-)Users and Survivors of Psychiatry (Ευρωπαϊκό Δίκτυο για (Πρώην) Χρήστες και Επιζώντες της Ψυχιατρικής). Η ψηφοφορία αφορούσε εξ ολοκλήρου το ερώτημα εάν το πρωτόκολλο το οποίο είχε συνταχθεί έπρεπε να δοθεί στην Επιτροπή Υπουργών.

Το μέλος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης κα Reina de Bruijn-Wezeman, η οποία υπήρξε εισηγήτρια της Κοινοβουλευτικής Έκθεσης «Κατάργηση του καταναγκασμού στην ψυχική υγεία: η ανάγκη για μια προσέγγιση βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα» για λογαριασμό της Επιτροπής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης για τις Κοινωνικές Υποθέσεις, την Υγεία και τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, ζήτησε και της επετράπη να κάνει μια δήλωση, ιδίως ενόψει της τεχνογνωσίας της. Η έκθεση στην οποία ήταν εισηγήτρια είχε ως αποτέλεσμα μια Σύσταση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης και ένα Ψήφισμα, που αφορούσε ειδικά το θέμα στο οποίο αναφερόταν το συνταχθέν Πρωτόκολλο.

Η κ. Reina de Bruijn-Wezeman υπενθύμισε στα μέλη της Επιτροπής Βιοηθικής, που επρόκειτο να ψηφίσουν για την παρουσίαση του εκπονηθέντος Πρωτοκόλλου στην Επιτροπή Υπουργών, το ασυμβίβαστο του Πρωτοκόλλου με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία και γενικά την ασυμβατότητά του με την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στη συνέχεια διενεργήθηκε η ψηφοφορία, η οποία είναι αξιοσημείωτο ότι αντιμετώπισε σημαντικό αριθμό τεχνικών προβλημάτων, τουλάχιστον ένα από τα μέλη της επιτροπής δήλωσε ότι μπόρεσε να ψηφίσει δύο φορές, ορισμένα μέλη δήλωσαν ότι η ψήφος τους δεν καταμετρήθηκε από το σύστημα και ορισμένα άλλα ότι το σύστημα δεν τους αναγνώριζε ως έχοντες δικαίωμα ψήφου. Από τα 47 μέλη της Επιτροπής μόνο τα 20 μπόρεσαν να ψηφίσουν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος, τα υπόλοιπα χρειάστηκε να ψηφίσουν στέλνοντας email στη Γραμματεία. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ότι η απόφαση εγκρίθηκε με 28 υπέρ, 7 αποχές και 1 κατά.

Μετά την ψηφοφορία, η Φινλανδία, η Ελβετία, η Δανία και το Βέλγιο έκαναν δηλώσεις εξηγώντας ότι η ψήφος τους αφορούσε αποκλειστικά τη διαδικαστική απόφαση για τη διαβίβαση του σχεδίου στην Επιτροπή Υπουργών και δεν ανέφεραν τη θέση της χώρας τους σχετικά με το περιεχόμενο του σχεδίου πρωτοκόλλου.

Η Φινλανδία υπέβαλε πρόταση για μελλοντικές Συστάσεις σχετικά με την κατάργηση του καταναγκασμού στην ψυχιατρική.

Η κ. Reina de Bruijn-Wezeman εξεπλάγη από το γεγονός ότι ορισμένες χώρες δήλωσαν ότι αυτή ήταν απλώς μια διαδικαστική ψηφοφορία. Δήλωσε στους European Times, «Το βλέπω διαφορετικά, η Επιτροπή Βιοηθικής είναι υπεύθυνη για τις συμβουλές της προς την Επιτροπή Υπουργών. Είναι υπεύθυνοι για αυτό που ψήφισαν. Είναι πολύ ανεύθυνο να ειπωθεί ότι πρόκειται μόνο για διαδικαστική ψηφοφορία και το ζήτημα είναι πλέον πολιτικό και η Επιτροπή Υπουργών πρέπει να αποφασίσει επί του πρόσθετου Πρωτοκόλλου».

Μια άποψη που συμμερίζονται και άλλοι συμμετέχοντες μεταξύ των οργανώσεων ατόμων με ψυχοκοινωνικές αναπηρίες.

Η Γραμματέας της Επιτροπής Βιοηθικής αρνήθηκε εκ μέρους της Επιτροπής να κάνει οποιαδήποτε δήλωση σχετικά με τη συνεδρίαση, παραπέμποντας στις επίσημες αποφάσεις της Επιτροπής, που θα διαμορφωθούν στο τέλος της συνεδρίασης και στη συνέχεια θα δημοσιευθούν.

Ημερομηνία δημοσίευσης: 07.11.2021 στο:https://www.eyewideopen.org/?p=2375

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

Σύμβαση ΟΒΙΕΔΟΥ - Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Ιατρική


 πηγή του άρθρου:evnomia.com.gr

Σύμβαση ΟΒΙΕΔΟΥ- Αναγκαία η ελεύθερη συναίνεση του ατόμου για την διενέργεια εμβολιασμού του

Η υγεία αποτελεί αγαθό που διαθέτει ιδιαίτερη αξιακή βαρύτητα και κατοχυρώνεται συνταγματικά τόσο ως αγαθό, όσο και ως δικαίωμα. Στο Σύνταγμα θεμελιώνεται η υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει μέτρα για την προστασία της, ταυτόχρονα όμως, να απέχει από ενέργειες που την προσβάλουν ή περιοριζουν την ελευθερία των πολιτών να αποφασίζουν για θέματα που αφορούν την υγεία τους.

Στην ιατρική πράξη σήµερα, για να εφαρμοστεί οιουδήποτε είδους, διαγνωστική, προληπτική, θεραπευτική παρέμβαση το πρόσωπο στο οποίο θα εφαρμοστεί, είναι ελεύθερο να συναινεί, ύστερα από ενηµέρωση του, ή να την αρνηθεί.

Ο εμβολιασμός αποτελεί σημαντική προληπτική ιατρική πράξη που βοηθά στην προστασία των ανθρώπων από σοβαρά λοιμώδη νοσήματα. Είναι ένα παρεµβατικό µέτρο, και αποτελεί το κυριότερο εργαλείο για την πρωτογενή πρόληψη των ασθενειών και αποτελεσματικό όπλο προστασίας της δημόσιας υγείας.

Η διενέργεια του εμβολιασμού δεν μπορεί όμως να πραγματοποιηθεί χωρίς την συναίνεση του προσώπου και εξαρτάται από την ελεύθερη βούληση του, ακολουθώντας την θεμελιώδη αρχή του Δικαίου και της ιατρικής δεοντολογίας, αυτή της «συναίνεσης κατόπιν ενημέρωσης”.

Μέχρι σήμερα, η Σύμβαση ΟΒΙΕΔΟΥ- Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Ιατρική αποτελεί το μοναδικό νομικώς δεσμευτικό κείμενο του διεθνούς δικαίου στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον τομέα της βιοϊατρικής.

Ειδικότερα σύμφωνα με την Σύμβαση ΟΒΙΕΔΟΥ που ισχύει στην Ελλάδα (κυρωτικός νόμος (Ν. 2619/1998, ΦΕΚ Α’ 132 , Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής: Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική) και συγκεκριμένα στο άρθρο 5 προβλέπεται

Επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του.

Το πρόσωπο αυτό θα ενημερώνεται εκ των προτέρων καταλλήλως ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και κινδύνους που αυτή συνεπάγεται.

Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί ελεύθερα και οποτεδήποτε να ανακαλέσει τη συναίνεσή του”.

Η συναίνεση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, προφορική ή έγγραφη, όπως προκύπτει από την Ερμηνευτική Έκθεση (παρ. 37), διότι στην Σύμβαση του Οβιέδο δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τύπος για την παροχή της συναίνεσης.

Ακόμη και σε πρόσωπα που είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω διανοητικής ανικανότητας δεν έχουν την ικανότητα να συναινέσουν σε επέμβαση εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η επέμβαση αυτή μπορεί να γίνει. σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης κατά την ερμηνευτική έκθεση αυτής. Αυτό που είναι κρίσιμο είναι πως η συναίνεση σε ιατρική πράξη δεν προϋποθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αλλά ικανότητα του προσώπου προς συναίνεση, δηλαδή πνευματική ωριμότητα και δυνατότητα κατανόησης των συνθηκών και της σοβαρότητάς τους.

Η ενημέρωση των πολιτών είναι θεμελιώδους σημασίας και πρέπει να απευθύνεται σε όλο τον πληθυσµό, να εξασφαλίζει την εγκυρότητα της πληροφόρησης βασιζόμενη σε αυστηρά µέτρα για την αποφυγή ανακριβών πληροφοριών που µπορεί να καλλιεργούν δυσπιστία ή και φόβο, και να διενεργείται αποκλειστικά από το υπεύθυνο προς τούτο όργανο.

Επιπρόσθετα, στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η διάταξη του άρθρου 12§1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν.3418/2005) σύμφωνα με την οποία:

“Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή

ενώ στην §3 της ίδιας διάταξης αναφέρονται περιοριστικά οι εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν απαιτείται συναίνεση

α) στις επείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν μπορεί να ληφθεί κατάλληλη συναίνεση και συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας,

β) στην περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας ή

γ) αν οι γονείς ανήλικου ασθενή ή οι συγγενείς ασθενή που δεν μπορεί για οποιονδήποτε λόγο να συναινέσει ή άλλοι τρίτοι, που έχουν την εξουσία συναίνεσης για τον ασθενή, αρνούνται να δώσουν την αναγκαία συναίνεση και υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενή.

Περαιτέρω, η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής εξέδωσε γνώμη για το ζήτημα της αντιπαράθεσης μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και προσωπικής αυτονομίας στην περίπτωση των μεταδοτικών λοιμωδών νοσημάτων Δείτε εδώ

Στην σχετική έκθεση Δείτε εδώ  παρατίθενται τα ακόλουθα :

» Η προστασία του κοινωνικού συνόλου από την εξάπλωση µεταδοτικών ασθενειών οριοθετείται νοµικά από τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 και 5 παρ. 4 του Συντάγµατος, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 (ε) της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΣ∆Α)

Στο πλαίσιο των παραπάνω διατάξεων, η ευχέρεια του κοινού νοµοθέτη να προχωρήσει σε περιορισµούς ατοµικών ελευθεριών προσώπων που πάσχουν από µεταδοτικές ασθένειες εµφανίζεται ευρεία, σε κάθε όµως περίπτωση οριοθετούνται οι αρµοδιότητες του νοµοθέτη από το Σύνταγµα.. Υπάρχουν, ωστόσο, και όρια:

α) Οι παραπάνω περιορισµοί αφορούν, κατ’ αρχήν, την προσωπική ελευθερία και όχι άλλα θεµελιώδη δικαιώµατα. Εγγυώνται, δηλαδή, την προστασία των άλλων από τη µετάδοση µιας ασθένειας και όχι την ίδια την αντιµετώπιση της ασθένειας ως προς τον ασθενή που τους υφίσταται. ∆εν µπορούν, εποµένως, να θεµελιώσουν και µέτρα υποχρεωτικής θεραπείας, παρακάµπτοντας τη βούληση του ασθενούς

β) Οι περιορισµοί υπόκεινται στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1Σ.).Δικαιολογούνται, δηλαδή, µόνον στην έκταση που το επιβάλλει η προστασία των άλλων.

 γ) Επί πλέον δεν φθάνουν να αναιρούν εντελώς την προσωπική ελευθερία. Ο «πυρήνας» αυτού του δικαιώµατος πρέπει να διατηρείται αλώβητος σε κάθε περίπτωση

Αξίζει περαιτέρω να επισημανθει ότι , μόνο σε «επείγουσες καταστάσεις», δεν µπορεί να αποκλεισθεί ο υποχρεωτικός εµβολιασµός, όπως προσώπων που λόγω επαγγέλµατος, αποτελούν ομάδες υψηλού κινδύνου τόσο µόλυνσης, όσο και µετάδοσης ασθενειών, όπως π.χ. αυτών που εργαζονται στις μονάδες εντατικής θεραπείας με την προυπόθεση ότι θα πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια αλλαγής καθηκόντων. Προς αυτή την κατεύθυνση κυμαίνεται και η Γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής για τον εμβολιασμό των παιδιών, όπου επισημαίνεται ότι, “αναγκαστική υποβολή σε εμβολιασμό, δεν νοείται, και δεν μπορεί να παρακαμφθεί η βούληση των γονέων για τη διενέργεια ή μη της ιατρικής αυτής πράξης, εκτός από περιπτώσεις επείγουσας προστασίας της δημόσιας υγείας π.χ. σε περίπτωση μηνιγγίτιδας Δείτε εκθεση εδώ

Τελος στην διάταξη του άρθρου 4§3ιιιβ του πρόσφατου νόμου 4675/2020, το οποίο προβλέπει ότι :

σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος, που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία, μπορεί να επιβάλλεται δυνάμει απόφασης του υπουργού Υγείας, μετά από σχετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Δημόσιας Υγείας (ΕΕΔΥ), υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια”

τίθονται οι εξής προυποθέσεις για την εφαρμογή του εμβολιασμού :

  • Η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο.
  • Η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα.
  • Το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού

και σαφώς με βασικά κριτήρια :

  • Tην ένταση της απειλής
  • Την αποδεδειγμένη επιστημονικά αποτελεσματικότητα του εμβολίου και τις μη παρενέργειες αυτού που να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία, αλλά και την εν γένει προσωπικότητα του εμβολιαζόμενου

Ως εκ τούτων, το ανωτέροω μέτρο που είναι έκτακτο και προσωρινό και αφορά μόνο συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού.

Εν κατακλείδι, ο εμβολιασμός είναι επέμβαση στο σώμα του ανθρώπου και δεν μπορεί να διενεργηθεί, παρά τη θέλησή του, ούτε μπορεί να επιβληθεί ως αναγκαίος όρος για την εκπλήρωση δημόσιας υποχρέωσης διότι αυτό θα αντέβαινε στην θεμελιώδη αρχή της ανθρώπινης αξίας.

 https://evnomia.com.gr/2020/04/14/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%84/