Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειμερινό ηλιοστάσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειμερινό ηλιοστάσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Άλλο είναι το Ού και άλλο το Γκύ : Γιορτές, Λαϊκή Παράδοση, Χειμερινό Ηλιοστάσιο

Τα φυτά Ού και Γκύ, δεν είναι μόνο γιορτινά και διακοσμηκτικά φυτά, αλλά συνδέονται με αναβίωση πανάρχαιων προχριστιανικών εθίμων για το χειμερινό ηλιοστάσιο και άλλες παραδοσιακές συνήθειες. 
Επίσης, αποτελούν τροφή για τα ζώα κατά τη δύσκολη χειμερινή περίοδο,  χρησιμοποιούνται στην ξυλογλυπτική, στην παραδοσιακή πρακτική ιατρική, μέχρι και ως πολύ καλό προσάναμα για το τζάκι.  Τα φυτά Ού και Γκύ συχνά συγχέονται. Ειδικότερα, το φυτό Ού (λατ., Ilex aquifolium, αγγλ., Holly, γαλλ., houx), με τα αγκαθωτά φύλλα και τα κοινά ονόματα αρκουδοπούρναρο, αρκουδοπούρνι, λαύρος, μηλοπούρναρο, μηλιοπούρναρο, λιαπουρνιά, λιόπρινο, ελαιόπρινο, λιόπουρνο, αγγλικός πρίνος, ευρωπαϊκό πουρνάρι, έχει νοτιοαμερικανική προέλευση, είναι γηγενές στη δυτική και νότια Ευρώπη, βορειοδυτική Αφρική και στη νοτιοδυτική Ασία. 
Στην Ελλάδα συναντάται και αυτοφυές, είναι σχετικά κοινό είδος, και συναντάται σποραδικά, κυρίως με μικρές συστάδες, μέσα σε διάκενα δασών με κωνοφόρα και στα μικτά δάση κωνοφόρων–πλατύφυλλων στην κεντρική και βόρεια Ελλάδας. 
Στο Πήλιο υπάρχουν μεγάλα δέντρα από αρκουδοπούρναρο, όπως και στην Ελασσόνα. Σε μικρές συστάδες το βρίσκουμε στον Κάτω Όλυμπο (Τσακίρι, Γόννοι-Αμπελώνας, Συκαμινέα, Καρυά, Καλλιπεύκη κ.ά), αλλά και τον Παλαιό Άγιο Αθανάσιο Πέλλας. 
Οι παλαιοντολόγοι μας πληροφορούν ότι το Αρκουδοπούρναρο εγκαταστάθηκε στην περιοχή, με την ξήρανση της λεκάνης της Μεσογείου κατά τη διάρκεια της Πλειόκαινης γεωλογικής περιόδου, καθώς τα μέχρι τότε δάση της Δάφνης υποχώρησαν σταδιακά και αντικαταστάθηκαν από ανεκτικές στην ξηρασία σκληρόφυλλες φυτοκοινωνίες. 
Είναι διακοσμητικό φυτό και κυρίως το συναντάμε στα γιορτινά τραπέζια των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, μιας και οι κόκκινοι καρποί του κάνουν ωραία αντίθεση με το ζωντανό πράσινο χρώμα των φύλων του.  
Μαζί με το Γκύ, με το οποίο συνδέεται από πολλούς, αποτελούν το κλασικό δίδυμο των γιορτινών διακοσμήσεων των χριστουγέννων και του καινούργιου χρόνου.
Το Γκύ ή Ιξός ή Ιξιός ή Ιξιά ή Βίσκος ή Μελιό, ή Μελιάς ή Μελάς ή Μηλιάς ή Μελιά ή Ελατένιο,  (λατ.,Viscum album, αγγλ., European Mistletoe, γαλλ., Gui), είναι ενδημικό ημιπαρασιτικό φυτό της Ευρώπης και της Νοτιοδυτικής Ασίας. 
Δεν είναι ούτε φυλλοβόλο, ούτε αειθαλές φυτό, αλλά συμπεριφέρεται ανάλογα με το είδος του δένδρου πάνω στο οποίο παρασιτεί. 
Έτσι, ρίχνει τα φύλλα του όταν φυτρώνει πάνω σε φυλλοβόλους ξενιστές ή τα διατηρεί όταν παρασιτεί στα αειθαλή δένδρα......για τη συνέχεια
Φυτρώνει και αναπτύσσεται σε τούφες πάνω σε κλαδιά κάποιων κωνοφόρων, φυλλοβόλων ή και οπωροφόρων δέντρων (π.χ. ελάτη, φιλύρα, μηλιά, αχλαδιά, λεύκα). 
Αντίθετα, με αυτό που πιστεύεται, ο ιξός σπάνια βρίσκεται πάνω σε βελανιδιές. 
Το δέντρο ξενιστής πρέπει να είναι τουλάχιστον 20 ετών σε ηλικία. 
Αν και τα κλαδιά στα οποία παρασιτεί συνήθως μαραζώνουν, το υπόλοιπο δέντρο ξενιστής σπάνια πεθαίνει.
Και το Γκύ, στολίζεται τις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, καθώς αποτελεί αναβίωση ενός πανάρχαιου προχριστιανικού εθίμου, διαδεδομένο σε όλους σχεδόν τους λαούς, όπου γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο (21-22 Δεκεμβρίου) και τη γιορτή του ‘’Τέλους των Μεγάλων Νυχτών’’ του χειμώνα. 
Στην Ελλάδα ο Ιξός αποτελούσε τροφή για τα ζώα ιδίως τους χειμερινούς μήνες,όταν η τροφή στις ορεινές περιοχές ήταν σπάνια. Λέγεται, ότι αυξάνει τη παραγωγή γάλατος στα αιγοπρόβατα, ενώ ακόμα και σήμερα στις πλαγιές του Ταϋγέτου οι τσοπάνηδες συλλέγουν αυτό το φυτό πάνω από τα εκεί έλατα και τα άλλα κωνοφόρα. 
Το Ού είναι αειθαλής συνήθως θάμνος αργής ανάπτυξης ή δένδρο με ύψος να ξεπερνά και τα 10 μέτρα. Προτιμά σχετικά υγρές περιοχές, μέχρι σε υψόμετρο 600μ σε, και ανέχεται τη ξηρασία του καλοκαιριού της Μεσογείου και τον παγετό. 
Είναι δίοικο φυτό, δηλαδή υπάρχουν ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά δένδρα. 
Το φύλο του δένδρου δεν μπορεί να προσδιοριστεί μέχρις ότου τα φυτά αρχίσουν να ανθοφορούν, συνήθως μεταξύ 4 και 12 ετών. 
Τα άνθη του, κατά την άνοιξη, είναι ελκυστικά ως πηγές νέκταρ για έντομα όπως οι μέλισσες, σφήκες, μύγες, και μικρές πεταλούδες που είναι οι επικονιαστές αυτού του δένδρου. 
Στα αρσενικά άτομα, τα λουλούδια είναι κιτρινωπό και εμφανίζονται σε ομάδες στις μασχάλες των βλαστών. 
Στα θηλυκά άτομα, τα λουλούδια τους είναι απομονωμένα ή σε ομάδες των τριών και είναι μικρά και λευκά ή ελαφρώς ροζ, και αποτελούνται από τέσσερα πέταλα και τέσσερα σέπαλα μερικώς ενωμένα στη βάση τους. 
Στο θηλυκό φυτό από το τέλος του καλοκαιριού, έχουν σχηματιστεί (γονιμοποίηση από τα αρσενικά δένδρα) οι πράσινοι καρποί του, που γίνονται σιγά σιγά κόκκινοι -περιστασιακά κίτρινοι- που διατηρούνται από το Φθινόπωρο μέχρι και το τέλος του χειμώνα. 
Μετά το πρώτο παγετό της εποχής, οι καρποί του που ωριμάζουν και πέφτουν στο έδαφος, αποτελούν σημαντική τροφή για τα πουλιά και τα τρωκτικά το χειμώνα, μια εποχή με περιορισμένους πόρους διατροφής.
Στην κηποτεχνία είναι πολύ χρήσιμο κύρια στις ψυχρότερες περιοχές αφού έχει πολύ ωραία στιλπνά σκουροπράσινα φύλλα πυκνά, αγκαθωτά ή λεία ή αγκαθωτά και οδοντωτά. 
Στα νεαρά κλαριά και στα κάτω άκρα των ώριμων δένδρων, τα φύλλα έχει τρία έως πέντε αιχμηρά αγκάθια σε κάθε πλευρά, δείχνοντας εναλλάξ προς τα άνω και προς τα κάτω, ενώ τα φύλλα των άνω κλάδων σε ώριμα δένδρα στερούνται αγκαθιών.  
Δηλαδή τα φύλλα στο Γκύ παρουσιάζουν διμορφισμό. Το αρκουδοπούρναρο  με το κλάδεμα μπορεί να πάρει πυραμοειδές σχήμα και χρησιμοποιείται κυρίως σε φράχτες ή και μόνο του σε περίοπτες θέσεις μέσα σε ένα κήπο. 
Προτιμά ημισκιερές θέσεις, όξινα καλά στραγγιζόμενα εδάφη και είναι ανθεκτικό στη ξηρασία και στο ψύχος. 
Οι σπόροι του μερικές φορές κάνουν αρκετά χρόνια για να βλαστήσουν. 
Στη δυτική ακτή των ΗΠΑ και της Χαβάης είναι ένα χωρο-κατακτητικό είδος-ζιζάνιο.
Το Αρκουδοπούρναρο, έχει μεγάλη ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες και είναι ένα στιβαρό είδος πρωτοπόρος που διατηρεί και εμπλουτίζει το έδαφος διευκολύνοντας τον εποικισμό από ‘άλλα είδη. 
Ουσιαστικά, συμπληρώνει ξανά τα περιθώρια των δασών ή τα διάκενα δασών μετά από εκτεταμένες υλοτομίες. Είναι ένας οικολογικός δείκτης μιας καλά διατηρημένης φυσικής περιοχής με μικρή ανθρώπινη διείσδυση.
Στη ροή του χρόνου ανά τους αιώνες χρησιμοποιείται για πολλές χρήσεις. 
Από τα καλύτερα κάρβουνα, για προσάναμμα, στην χαρακτική, στη λάξευση. 
Οι καρποί του είναι δηλητηριώδεις και περιέχουν μεταξύ των άλλων την ιλεξανθίνη (κίτρινη χρωστική), αλκαλοειδή, θεοβρωμίνη, καφεΐνη, σαπωνίνες. 
Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν ως εμετικό, διουριτικό και έχουν καθαρτική δράσηΤο ανθοϊαμά του λέγεται ότι δρα ευεργετικά σε άτομα που επιδεικνύουν φόβο, ζήλια, οργή, καχυποψία ή μίσος. ια πολλά πουλιά και ζώα του δάσους οι καρποί του αποτελούν περιζήτητη τροφή, ενώ για τον άνθρωπο είναι δηλητηριώδεις.
Τους αρχαίους χρόνους θεωρούνταν ιερό δένδρο. 
Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα το αρκουδοπούρναρο έφερνε γούρι, έδιωχνε τα μάγια, το κάψιμο στον κήπο έδιωχνε τα φαντάσματα, επίσης έφερε ευτυχία στα νεόνυμφα ζευγάρια. Σε πολλά μέρη της Ευρώπης είναι κακοτυχία να κόψεις ένα τέτοιο φυτό ιδιαίτερα αιωνόβια δέντρα και θεωρείται ένα σημάδι της αιώνιας ζωής. 
Πιστεύουν ότι έχει υπερφυσικές δυνάμεις, και είναι χρήσιμα ορόσημα για τον τοπικό πληθυσμό, στενά συνδεδεμένο με τα Χριστούγεννα. 
Η παράδοση της διακόσμησης στις Βόρειες χώρες έχει προχριστιανικές ρίζες και πιθανόν να άρχισε με τους αρχαίους κατοίκους της Ευρώπης, που έφεραν το Ού μέσα στο χειμώνα για να κρατήσει μακριά τα κακά πνεύματα. 
Σύμφωνα με κάποιες αναφορές προέρχεται από ένα έθιμο των Ρωμαίων, οι οποίοι συνήθιζαν να στέλνουν κλαδιά δένδρων μαζί με άλλα δώρα στους φίλους τους κατά τη διάρκεια του εορτασμού της Saturnalia (προέρχονταν από τα αρχαία Κρόνια 17-23 Δεκεμβρίου). 
Το έθιμο αυτό υιοθέτησαν και οι πρώτοι χριστιανοί γεγονός που αποδεικνύεται από ένα διάταγμα το οποίο απαγόρευε στους χριστιανούς να διακοσμούν τα σπίτια τους με κλαδιά δένδρων την ίδια εποχή με τους ειδωλολάτρες. 
Για τον χριστιανισμό, τα αγκαθωτά φύλλα και οι κόκκινοι καρποί του συμβολίζουν τη μαρτυρία του Χριστού. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο σε πολλές γλώσσες της Β. Ευρώπης το Ού ονομάζεται και ‘’Αγκάθι του Χριστού’’ ή ‘’Άγιο Δένδρο’’.
Στις παραδόσεις και τους μύθους των διάφορων λαών το Ού συμβολίζει την αειθαλή πτυχή ολόκληρης της ζωής, για άλλους φέρνει καλή τύχη και προστατεύει από τις αρνητικές δυνάμει, σε άλλες παραδόσεις συμβολίζει την μακροβιότητα της ζωής. 
Στην ελληνική παράδοση θέλει το Ού να είναι ένα από τα πιο γνωστά νεραϊδόδεντρα, καθώς οι νεράιδες στολίζονταν με τους κόκκινους καρπούς του  και με τους λευκούς ανθούς του.
Το Γκύ, είναι δίοικο φυτό, με χρώμα πράσινο ή υποκίτρινο, με άνθη μικρά δυσδιάκριτα κιτρινοπράσινα –άνθιση Μάρτιο-Απρίλιο- στις μασχάλες των βλαστών ή στην άκρη των βλαστών, χωρίς μίσχο, σε κεφάλια. 
Ο καρπός του είναι λευκός ή κίτρινος. 
Τα φύλλα του είναι πολυετή, αντίθετα, δερματώδη, στενόμακρα και τα κλαδιά του στρογγυλά με δικρανοειδείς διακλαδώσεις. 
Επειδή κάθε χρόνο κάνει και μια διχοτομική διακλάδωση, μπορούμε από τις διακλαδώσεις να ορίσουμε την ηλικία του φυτού. 
Ο καρπός είναι σφαιροειδής άσπρη κάψα, μονόσπερμος, με γλοιώδη κολλοειδή χυμό, διαμέτρου δώδεκα περίπου χιλιοστών. 
Αυτή η γλοιώδη-ιξώδη σάρκα που περιβάλλει τα σπέρματα λέγεται ιξός. 
Οι παλαιότεροι, έφτιαχναν τις ιξόβεργες ή ξόβεργες για να παγιδεύουν μικρά πουλιά, παίρνοντας από τους καρπούς του την κολλώδη ουσία και αναμειγνύοντας την με μέλι. 
Είναι το μαγικό βοτάνι των Γαλατών, στο διεθνούς φήμης κόμικ Αστερίξ,  που το έκοβαν με χρυσό δρεπάνι και παρασκεύαζαν το μαγικό τους φίλτρο ή ανατάραζαν τα νερά της ιερής δεξαμενής.
Το Γκύ δεν μοιάζει με τα άλλα φυτά, καθώς έχει ένα δικό του τρόπο που ζεί που αναπτύσσεται, αλλά και πολλαπλασιάζεται. 
Ήταν παράξενο φυτό και μαγικό βότανο για πολλούς κατά το μεσαίωνα και στους πρωτόγονους λαούς. 
Οι ρίζες του δεν απλώνονται μέσα στο έδαφος,, όπως των υπολοίπων φυτών, αλλά μέσα στον ξυλώδη ιστό των κλαδιών του δένδρου, πάνω στο οποίο παρασιτεί, απομυζώντας μέρος των απαραίτητων συστατικών που χρειάζεται, από τα αγγεία του ξενιστή του, χωρίς να του προκαλεί ιδιαίτερο πρόβλημα. 
Οι σπόροι του, που περιβάλλονται από μία κολλώδη ουσία, για να φυτρώσουν πρέπει πρώτα να περάσουν από το πεπτικό σύστημα κάποιων από τα ελάχιστα πουλιά που τους τρώνε, όπως η «γερακότσιχλα» (Turdus viscivorus). 
Πεπτικά ένζυμα που βρίσκονται στο πεπτικό σύστημα της γερακότσιχλας ενεργοποιούν το σπόρο, έτσι ώστε όταν το πτηνό αφήσει τα περιττώματα του πάνω σε δένδρο, αυτά κολλούν στο κλαδί λόγω του κολλώδες περιβλήματός του, και ο γόνιμος σπόρος φυτρώνει. Το αρτίβλαστο (νεόφυτο) παρουσιάζει ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο στον κόσμο της χλωρίδας, που λέγεται ‘’Αρνητικός Φωτοτροπισμός’’. 
Δηλαδή, το νεαρό φυτό δεν κατευθύνεται προς την κατεύθυνση του φωτός, αλλά αντίθετα. Αυτό έχει σαν συνέπεια το νεαρό βλαστάρι να κυρτωθεί και να ακουμπήσει πάνω στο κλαδί από όπου φύτρωσε, να το διατμήσει και να ριζώσει μέσα του. 
Τα υπόλοιπα κλαδιά που θα φυτρώσουν από αυτόν τον πρώτο βλαστό, θα έχουν όμως ‘’Θετικό Φωτοτροπισμό’’. 
Δηλαδή, θα κατευθυνθούν προς το φως του ήλιου για να φωτοσυνθέσουν και να συνεχιστεί η ανάπτυξη του φυτού. 
Η Φύση δηλαδή, επινόησε μία φραγή- δικλίδα ασφαλείας για να περιορίσει, να δυσκολέψει και να ελέγξει την εξάπλωση του παρασιτικού φυτού. Διαφορετικά, η μεγάλη και ανεξέλεγκτη εξάπλωσή του θα μπορούσε να καταστρέψει ολόκληρα δασικά οικοσυστήματα.
Ο Ιξός, αναφέρεται σε κείμενα γιατρών και φυσιοδιφών της αρχαιότητας όπως ο Γαληνός, Διοσκουρίδης, Θεόφραστος, Παράκελσος, Πλίνιος, ως θαυματουργό φάρμακο κατά της επιληψίας, σαν υποτασικό, αγγειοδιασταλτικό, για θεραπεία αποστημάτων, και για άλλες ασθένειες και παθήσεις. 
Χρησιμοποιήθηκε για αιώνες στην παραδοσιακή ιατρική για να θεραπεύσει ημικρανίες, πονοκεφάλους και διάφορες κρίσεις. 
Τα φύλλα και τα τρυφερά κλαδάκια είναι τα μέρη του φυτού που χρησιμοποιούνται από τους βοτανολόγους και είναι δημοφιλή στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Γερμανία, για να θεραπεύσουν προβλήματα του κυκλοφορικού και του αναπνευστικού συστήματος όπως και για όγκους ακόμη και κακοήθεις. 
Τα κλαδάκια, τα φύλλα και οι καρποί του ιξού χρησιμοποιούνται για να παραχθεί ένα εκχύλισμα, το οποίο ο ασθενής μπορεί να λάβει από το στόμα. 
Στην Ευρώπη το εκχύλισμα του ιξού χορηγείται και με ένεση κατόπι συνταγής. Στις Η.Π.Α. ενέσεις ιξού είναι διαθέσιμες μόνο για κλινικές δοκιμές. Εργαστηριακές έρευνες βρήκαν ότι ο ιξός σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα και ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα.
Το φυτό είναι τοξικό και μεταξύ άλλων περιέχει ουσίες όπως βισκόλες Α και Β, βισκοτοξίνη (καρδιενεργό πολυπεπτίδιο) και ολεϊνικό οξύ που είναι ηρεμιστικές ουσίες, ρυθμιστικές της λειτουργίας της καρδιάς και ευεργετικές στις νευρικές διαταραχές, κολίνη και ακετυλκολίνη που έχουν υποτασική δράση, γλυκοσίδια της σαπωνίνης, δεψίνες κλπ. 
Ο Βίσκος συνδυάζεται καλά με τον Κράταιγο,την Βαλεριάνα, το Μελισσόχορτο και το Τίλιο. Το αφέψημα του βοτάνου χρησιμοποιείται από τους θεραπευτές στις υστερίες, υπερδιέγερση , σπασμούς και έχει θετική δράση για την τρίτη ηλικία στην κατάπτωση δυνάμεων. 
Εξωτερικά χρησιμοποιείται στην αρθρίτιδα, νευρίτιδα, ρευματισμούς  και άλλες παθήσεις.
Ήταν το βότανο των μαγισσών του μεσαίωνα για τα ξόρκια τους. 
Εξακολουθεί να είναι για πολλούς το μαγικό κλωνάρι των ερωτευμένων, που θεωρούν ότι αν φιληθούν κάτω από τα κλαδιά του, θα είναι για πάντα μαζί και αγαπημένοι. 
Αλλού , το κρεμάνε στις πόρτες των σπιτιών τους για να φέρει καλοτυχία και να διώχνει τη γρουσουζιά. Οι ιατρικές και οι υποτιθέμενες μαγικές ιδιότητες του φυτού χρησιμοποιούνται ακόμα σε πολλές αγροτικές περιοχές.
Από τους αρχαίους καιρούς ο ιξός (γκυ) ήταν ένα από πιο μαγικά, μυστηριώδη και ιερά φυτά στην ευρωπαϊκή λαϊκή παράδοση. 
Θεωρούταν σύμβολο ζωής και γονιμότητας, φυλαχτό ενάντια σε δηλητήριο και αφροδισιακό. Στο Μεσαίωνα και αργότερα, κλαδιά από γκυ κρέμονταν από το ταβάνι για να διώξουν τα κακά πνεύματα. 
Στην Ευρώπη τα έβαζαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών και των στάβλων για να προλαβαίνουν την είσοδο των μαγισσών. 
Ο σπάνιος ιξός που βρίσκεται στις βελανιδιές ήταν σεβαστό φυτό για τους αρχαίους Κέλτες και Γερμανούς και χρησιμοποιούταν σαν ιερό φυτό σε τελετές από τους αρχαίους Ευρωπαίους. Στην Κελτική μυθολογία, στα τελετουργικά των Δρυίδων χρησιμοποιούνταν ως αντίδοτο στο δηλητήριο. Το γκυ της ιερής βελανιδιάς ήταν ιδιαίτερα ιερό για τους αρχαίους Κέλτες Δρυίδες. Την έκτη νύχτα του φεγγαριού, λευκοντυμένοι Δρυίδες ιερείς έπρεπε να κόψουν το γκι από την ιερή βελανιδιά με χρυσά δρεπάνια. 
Δύο λευκοί ταύροι έπρεπε να θυσιαστούν εν μέσω προσευχών που έλεγαν οι λαμβάνοντες το γκυ. Αργότερα, το τελετουργικό, της κοπής των γκυ από την βελανιδιά έφτασε να συμβολίζει την αποδυνάμωση του γέρου βασιλιά από τους διαδόχους του. 
Επίσης, πίστευαν ότι το γκυ από βελανιδιά μπορούσε να σβήσει μια φωτιά. Αυτή η αντίληψη προερχόταν από την αρχαία πίστη ότι το φυτό αυτό μπορούσε από μόνο του να φυτρώσει στο δέντρο κατά τη διάρκεια μιας αστραπής ή κεραυνού. 
Εξάλλου, το γκυ μνημονεύθηκε για καιρό σαν σεξουαλικό σύμβολο και σαν η "ψυχή" της βελανιδιάς. 
Συλλεγόταν κατά το θερινό αλλά και κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, και το έθιμο του στολισμού των σπιτιών τα Χριστούγεννα προερχόταν από τους Δρυίδες και άλλες προχριστιανικές παραδόσεις για να γιορταστεί το χειμερινό ηλιοστάσιο και το τέλος της μακριάς νύχτας του χειμώνα.
Ο Ιξός, έχει κύριο ρόλο στη Νορβηγική μυθολογία (από εκεί προέρχεται και το έθιμο του φιλιού κάτω από τα κρεμασμένα για διακόσμηση γκυ). Στη Σκανδιναβία θεωρούνταν το φυτό της ειρήνης, κάτω από το οποίο οι εχθροί δήλωναν ανακωχή των πολέμων και συμφιλιώνονταν. 
Σε μερικές περιοχές της Αγγλίας και της Ουαλίας οι αγρότες το έδιναν στις αγελάδες που γεννούσαν το πρώτο μοσχάρι του νέου έτους. 
Έτσι, πίστευαν ότι έφερνε τύχη σε ολόκληρο το κοπάδι. Στις Ρωμαϊκές παραδόσεις, ο ιξός θεωρούνταν ότι εξασφάλιζε την καλοτυχία. 
Το έθιμο αυτό υπάρχει από τους Δάκες (μυστηριώδης λαός που ζούσε νότια του Δούναβη στη σημερινή βορειοκεντρική και δυτική Ρουμανία).
Η λατινογενής λέξη για τον Ιξό Viscus, όπως και η ελληνική λέξη Ιξός αναφέρονται στη γλοιώδη υφή των καρπών του. Κάποιοι διατείνονται ότι το αγγλικό όνομα του φυτού "Mistletoe" προέρχεται από δύο παλιές aγγλικές λέξεις. 
To "mistel" που σημαίνει κοπριά/κόπρανα ζώου και "tan" που σημαίνει κλαράκι. 
Ο ιξός όπως πίστευαν, είχε τη δύναμη της γονιμότητας, και η "κοπριά" από την οποία πίστευαν ότι ξεπηδούσε, ότι είχε τη δύναμη να δίνει ζωή.
Στις μέρες μας, ο ιξός συνήθως χρησιμοποιείται –μαζί με το Ού (Ilex aquifolium ή αρκουδοπούρναρο, κλαδιά με τα καταπράσινα κατσαρά γεμάτα μυτερές ακίδες φύλλα και κόκκινους μικρούς καρπούς) για τη Χριστουγεννιάτικη διακόσμηση, αν και η προχριστιανική προέλευση αυτής της παράδοσης θέλει να συμβολίζει το γιορτασμό των λαών για το ‘’Τέλος των Μεγάλων Νυχτών’’ τους χειμώνα.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Χειμερινό ηλιοστάσιο: Η μεγάλη νύχτα του 2019 – Επίσημα χειμώνας

Χειμερινό ηλιοστάσιο

Το πρωί της Κυριακής 22 Δεκεμβρίου, στις 06:19 ώρα Ελλάδας, ο Ήλιος θα βρεθεί στο χειμερινό ηλιοστάσιο και έτσι θα ξεκινήσει και τυπικά ο φετινός χειμώνας στην Ελλάδα και γενικότερα στο βόρειο ημισφαίριο
Το βράδυ του ηλιοστασίου και τα αμέσως επόμενα θα είναι και τα μεγαλύτερα του έτους σε διάρκεια.
Αντίστροφα, στο νότιο ημισφαίριο θα αρχίσει το καλοκαίρι, με τη διάρκεια της μέρας να βρίσκεται στο αποκορύφωμά της.
Όταν ο Ήλιος φτάνει στο φθινοπωρινό ισημερινό σημείο του το Σεπτέμβριο, υπάρχει περίπου ίση μέρα και νύχτα, αλλά στη συνέχεια σταδιακά αυξάνεται η νύχτα σε βάρος της μέρας.
Όταν ο Ήλιος περάσει το χειμερινό ηλιοστάσιο, αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά στον ουρανό, με αποτέλεσμα η ημέρα να κερδίζει ξανά το χαμένο «έδαφος», εωσότου στην εαρινή ισημερία το φως και το σκοτάδι έχουν πάλι σχεδόν ίση διάρκεια.
Το χειμερινό ηλιοστάσιο δεν «πέφτει» πάντα την ίδια ημερομηνία, αλλά κυμαίνεται μεταξύ της 20ής και της 23ης Δεκεμβρίου, με πιο πιθανές ημερομηνίες την 21η και την 22α.
Την τελευταία φορά που το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεσε στις 23 Δεκεμβρίου ήταν το 1903 και δεν θα ξανασυμβεί πριν το 2303. Οι ημερολογιακές αυτές διακυμάνσεις οφείλονται στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο.
Το χειμερινό ηλιοστάσιο δεν συμβαίνει πια στις 25 Δεκεμβρίου, όπως στην εποχή του Χριστού, αλλά λίγο νωρίτερα, επειδή έχει αντικατασταθεί το παλαιότερο Ιουλιανό Ημερολόγιο, που είχε εισάγει ο Ιούλιος Καίσαρ από το 44 π.Χ. και το οποίο είχε θεσπίσει το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 25 Δεκεμβρίου, αλλά έχανε μία ημέρα κάθε 128 χρόνια. Το 1582, ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ’ εισήγαγε ένα νέο ημερολόγιο, που πήρε το όνομά του (Γρηγοριανό) και το οποίο χάνει μόνο μία ημέρα στα 4.000 χρόνια.
Ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους σαν θεός και σχεδόν όλοι οι αρχαίοι λαοί καθιέρωσαν προς τιμήν του διάφορες γιορτές, από τους Σκανδιναβούς και Ιρανούς έως τους Μάγια και τους Ίνκας.
Σχεδόν παντού, οι μεγαλύτερες γιορτές γίνονταν κατά την εποχή του χειμερινού ηλιοστασίου, που εθεωρείτο η γιορτή της γέννησης του Ήλιου, που σηματοδοτούσε και την έναρξη του νέου έτους. Προϊστορικά μνημεία όπως το Στόουνχετζ στη Βρετανία πιστεύεται ότι σχετίζονταν με την καταγραφή των κινήσεων του Ήλιου στον ουρανό.
Κεντρική σημασία για τους Ρωμαίους είχε η γιορτή του «αήττητου Ηλίου» στις 25 Δεκεμβρίου, όταν εορταζόταν ότι ο Ήλιος άρχιζε και πάλι να ανεβαίνει στον ουρανό και έτσι να μεγαλώνουν οι ημέρες.
Οι πρώτοι χριστιανοί στη Ρώμη, που κατέφευγαν κρυφά στις κατακόμβες τους, αποφάσισαν να γιορτάζουν τη γέννηση του Χριστού την ίδια ημερομηνία, στις 25 Δεκεμβρίου, όταν οι Ρωμαίοι ασχολούνταν με τις δικές τους γιορτές των Σατουρναλίων.
πηγή:tovima.gr
galatsinews.gr – 21-12-2019

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Χειμερινό Ηλιοστάσιο: Η Μεγάλη Νύχτα του 2017

H πρώτη ημέρα του χειμώνα

του Διονύση Π. Σιμόπουλου,
Διευθυντή Ευγενιδείου Πλανηταρίου
Η νύχτα της Πέμπτης, 21 Δεκεμβρίου, είναι η μεγαλύτερη του έτους, με διάρκεια 14 ωρών και 29 λεπτών. Ο Ήλιος θα φτάσει στο σημείο της ετήσιας τροχιάς του, που ονομάζεται «Χειμερινό Ηλιοστάσιο», οπότε αρχίζει και επίσημα η εποχή του Χειμώνα.

Ημερολογιακά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο κυμαίνεται σήμερα μεταξύ της 20ής  και 23ης Δεκεμβρίου, αν και η τελευταία φορά που είχαμε το Χειμερινό Ηλιοστάσιο στις 23 Δεκεμβρίου ήταν το 1903 και η επόμενη θα είναι το 2303. Ακόμη πιο σπάνια είναι η 20ή Δεκεμβρίου με την επόμενη να συμβαίνει το 2080.

Οι διαφοροποιήσεις αυτές οφείλονται στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, του οποίου το κάθε έτος έχει 365 ημέρες, εκτός από τα δίσεκτα έτη με τις 366 ημέρες τους. Τα πράγματα, όμως, δεν ήσαν πάντα έτσι. Ας τα πάρουμε, λοιπόν, από την αρχή.

Από την αρχαιότητα ακόμη, ο υπολογισμός του έτους γινόταν με την παρατήρηση της επίδρασης που έχει πάνω στη Γη η περιφορά της γύρω από τον Ήλιο, η επίδραση δηλαδή του κύκλου των εποχών, της επαναλαμβανόμενης παρέλασης της Άνοιξης, του Καλοκαιριού, του Φθινοπώρου και του Χειμώνα! Οι εποχιακές αυτές αλλαγές είχαν για τους αρχαίους τεράστια σημασία, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την εμφάνιση της γεωργίας, πριν από 10.000 περίπου χρόνια. Γι' αυτό, κι επειδή η σπορά, η συγκομιδή και οι άλλες γεωργικές ασχολίες εξαρτώνταν από τις αλλαγές των εποχών, η διάρκεια ενός ηλιακού έτους έπρεπε να μετρηθεί επακριβώς.

Η Γη συμπληρώνει μία πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο σε περίπου 365,25 ημέρες. Κάθε μέρα η Γη βρίσκεται σε διαφορετική θέση από αυτήν που βρισκόταν την προηγουμένη. Από κάθε νέα θέση αντικρίζουμε τον Ήλιο από διαφορετική γωνία κι έτσι μας φαίνεται ότι ο Ήλιος βρίσκεται μπροστά από διαφορετικά άστρα (καθώς κινείται από τη Δύση προς την Ανατολή), λόγω ακριβώς της κίνησης της Γης πάνω στην τροχιά της. Κάθε φορά που η Γη συμπληρώνει μία πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο, μας φαίνεται ότι ήταν ο Ήλιος αυτός που συμπλήρωσε έναν κύκλο γύρω από τη Γη, πάνω στην εκλειπτική. Η εκλειπτική, δηλαδή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απεικόνιση, ή η προέκταση πάνω στην ουράνια σφαίρα, της γήινης τροχιάς γύρω από τον Ήλιο.

Αν παρατηρήσουμε την εκλειπτική και τη συγκρίνουμε με τον ουράνιο ισημερινό (την προέκταση του γήινου ισημερινού πάνω στην ουράνια σφαίρα), θα δούμε ότι οι δύο αυτοί κύκλοι δεν συμπίπτουν, αλλά αντίθετα τέμνονται, σχηματίζοντας γωνία ίση με 23,5 περίπου μοίρες, λόγω της κλίσης που έχει ο άξονας της Γης σε σχέση με το επίπεδο που σχηματίζει η εκλειπτική. Η γωνία αυτή ονομάζεται «λόξωση της εκλειπτικής», και τα δύο σημεία στα οποία τέμνονται οι δύο κύκλοι ονομάζονται «ισημερινά σημεία». Στο πρώτο σημείο ο ουράνιος ισημερινός τέμνει την εκλειπτική εκεί όπου ο Ήλιος βρίσκεται στις 20-21 Μαρτίου. Το σημείο αυτό ονομάζεται «εαρινό ισημερινό σημείο», κι από την ημέρα αυτή αρχίζει η Άνοιξη. Εκ διαμέτρου αντίθετα η τομή γίνεται όταν ο Ήλιος βρίσκεται στις 22-23 Σεπτεμβρίου. Το σημείο αυτό ονομάζεται «φθινοπωρινό ισημερινό σημείο», και από την ημέρα αυτή αρχίζει το Φθινόπωρο.

Από το εαρινό ισημερινό σημείο και μετά, ο Ήλιος φαίνεται να σκαρφαλώνει όλο και πιο πάνω στο βόρειο ημισφαίριο του ουρανού. Οι μέρες μεγαλώνουν, οι νύχτες μικραίνουν και ο καιρός γίνεται όλο και πιο θερμός. Περίπου τρεις μήνες αργότερα, στις 20-21 Ιουνίου, ο Ήλιος φτάνει στο βορειότερο σημείο της εκλειπτικής, από το οποίο θα αρχίσει πλέον να κατέρχεται, «τρεπόμενος» και πάλι προς τον ισημερινό. Το σημείο αυτό, στις 20-21 Ιουνίου, ονομάζεται θερινό τροπικό σημείο ή απλά θερινή τροπή, επειδή ο Ήλιος τρέπεται και πάλι προς τον ισημερινό, και από την ημέρα αυτή αρχίζει το καλοκαίρι. Επειδή μάλιστα για μερικές ημέρες πριν και μετά τη θερινή τροπή ο Ήλιος φαίνεται να αργοστέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει, το θερινό τροπικό σημείο ονομάζεται επίσης και θερινό ηλιοστάσιο.

Μετά τη θερινή τροπή, ο Ήλιος συνεχίζει να κατεβαίνει προς τον Νότο, και στις 22-23 Σεπτεμβρίου φτάνει στο φθινοπωρινό ισημερινό σημείο, οπότε, όπως και στο εαρινό ισημερινό σημείο, έχουμε ίση μέρα και νύχτα: ισημερία. Αλλά η κάθοδος του Ήλιου συνεχίζεται, μέχρις ότου, στις 21-22 Δεκεμβρίου, φτάνει στο νοτιότερο σημείο της τροχιάς του, που ονομάζεται χειμερινό τροπικό σημείο, ή απλά χειμερινή τροπή ή χειμερινό ηλιοστάσιο. Από την ημέρα αυτή αρχίζει ο Χειμώνας. Αλλά από κει κι έπειτα ο Ήλιος σταματάει να κατέρχεται και ξαναρχίζει και πάλι να σκαρφαλώνει, κάθε μέρα όλο και πιο ψηλά.

Στη διάρκεια του Χειμώνα, οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν πάνω στο βόρειο ημισφαίριο της Γης με πλάγιο τρόπο, ενώ συμβαίνει το αντίθετο στο νότιο ημισφαίριο οπότε εκεί έχουν Καλοκαίρι. Στη διάρκεια της Άνοιξης ο Ήλιος βρίσκεται ακριβώς πάνω από τον ισημερινό της Γης, οπότε και τα δύο ημισφαίρια παίρνουν με τον ίδιο τρόπο της ζωογόνες ακτίνες του. Στη διάρκεια του Καλοκαιριού, ο Ήλιος ευνοεί το βόρειο ημισφαίριο, οι ακτίνες του πέφτουν πάνω μας περισσότερο κάθετα, και ενώ εμείς έχουμε Καλοκαίρι, στο νότιο ημισφαίριο έχουν Χειμώνα. Τέλος, το Φθινόπωρο, ο Ήλιος βρίσκεται και πάλι πάνω από τον γήινο ισημερινό, με ισομερή κατανομή της θερμότητας και στα δύο ημισφαίρια.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους σαν θεός, μια που γι' αυτούς ο Ήλιος ήταν ο δημιουργός των εποχών του έτους και του κύκλου των φαινομένων και των εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές, από τη σπορά ως τη βλάστηση και από την ανθοφορία ως τη συγκομιδή. Οι Αιγύπτιοι τον ονόμασαν Ρα, Ατόν, ή και Όσιρη ακόμη. Οι Βαβυλώνιοι τον αποκαλούσαν Σαμάχ, Βαάλ, Μαρδούκ και Νεργκάλ. Οι Ινδοί Βράχμα και Βισνού. Και οι Πέρσες Μίθρα. Για τους αρχαίους Έλληνες, κατά περιστάσεις, ήταν ο Δίας ή ο Πλούτων, ο Βάκχος, ο Διόνυσος, ή και ο Φοίβος Απόλλων. Ανεξάρτητα όμως από την ονομασία που του δόθηκε, όλοι ανεξαιρέτως οι λαοί καθιέρωσαν προς τιμή του Ήλιου, περίφημες και πολλές γιορτές, ιδιαίτερα στις περιόδους των εναλλαγών από τη μια εποχή στην άλλη.

Οι μεγαλύτερες από τις γιορτές αυτές γίνονταν σε όλες τις χώρες και τις φυλές στην εποχή του χειμερινού ηλιοστασίου, στις 25 Δεκεμβρίου. Ήταν η γιορτή της γέννησης του Ήλιου, και όχι αδικαιολόγητα. Γιατί όσο ο χειμώνας πλησίαζε και ο Ήλιος του μεσημεριού φαινόταν όλο και πιο χαμηλά στον ορίζοντα, τόσο και οι μέρες μίκραιναν και το κρύο αυξανόταν. Ήταν η σκληρή εποχή για τον άνθρωπο με τις πολύ μικρές ημέρες και τις ατέλειωτες νύχτες. Οι φροντίδες πολλαπλασιάζονταν, οι ανησυχίες μεγάλωναν και ένα αόριστο συναίσθημα φόβου καταλάμβανε τον αρχαίο άνθρωπο με τα ανύπαρκτα σχεδόν αμυντικά του μέσα και τις περιορισμένες πηγές διατροφής.

Γι' αυτό αναπέμπονταν προσευχές και ιερές παρακλήσεις, ανάβονταν φωτιές και προσφέρονταν θυσίες προς τον θεό Ήλιο, για να μη χαθεί οριστικά από τον ορίζοντα. Και πράγματι: μετά από μικρό δισταγμό, ο θεός ενέδιδε. Στο κατώτατο σημείο του, στον αστερισμό του Αιγόκερου, στις πύλες του Ήλιου όπως τον ονόμαζαν οι Χαλδαίοι, «άλλαζε» απόφαση, άρχιζε να σκαρφαλώνει και πάλι προς τα πάνω, και οι μέρες μεγάλωναν. Μια νέα τάξη πραγμάτων θα έμπαινε και πάλι, ωραία όπως και στα προηγούμενα χρόνια, οπότε η Γη θα ανθοφορούσε ξανά χάρη στις ζωογόνες ακτίνες του Ήλιου. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο το γεγονός ότι οι αρχαίοι λαοί γιόρταζαν ιδιαίτερα τις μέρες αυτές του χειμερινού ηλιοστασίου. Και αυτή την παράδοση των αρχαίων λαών συνέχισαν οι Έλληνες με τα Κρόνια, και ιδιαίτερα οι Ρωμαίοι με τα Σατουρνάλια και τα Βρουμάλια και την κεντρική γιορτή της 25ης Δεκεμβρίου "Dies Natalis Invicti Solis", δηλαδή την «Ημέρα της Γέννησης του Αήττητου Ήλιου».

Τα Σατουρνάλια ήταν η αρχαιότερη γιορτή των Ρωμαίων και την απέδιδαν στον Ρωμύλο ή στους Πελασγούς. Ξεχώρισε όμως από τις άλλες αγροτικές γιορτές τους το 217 π.Χ. Οι γιορτές αυτές έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα και είχαν κατακτήσει ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Άρχιζαν με τα Βρουμάλια από τις 24 Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια από τις 18 έως τις 24 Δεκεμβρίου. Κατά την κεντρική ημέρα της γιορτής του «αήττητου ηλίου» στις 25 Δεκεμβρίου, εορταζόταν το γεγονός της τροπής του Ηλίου, που άρχιζε και πάλι να ανεβαίνει στον ουρανό, να μεγαλώνουν οι ημέρες, και μαζί τους οι ζωογόνες ακτίνες του Ηλίου ξανάκαναν τη Γη να καρποφορήσει. Την 1η Ιανουαρίου γιορτάζονταν οι Καλένδες, στις 3 τα Βότα, στις 4 τα Λορεντάλια και στις 7 Ιανουαρίου τελείωνε η περίοδος αυτή των εορτών.

Επειδή λοιπόν οι πρώτοι χριστιανοί ήσαν εκτός νόμου στη Ρώμη, και δεν τους επιτρεπόταν να συναντιούνται ή να εκκλησιάζονται μαζί, οι συναντήσεις τους γίνονταν κρυφά και σε μικρές ομάδες στις κατακόμβες τους, όπου και τελούσαν τις θρησκευτικές τους εορτές. Για να αποφύγουν, λοιπόν, τους διωγμούς, αποφάσισαν να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου, όταν οι Ρωμαίοι ήσαν απασχολημένοι με τις δικές τους γιορτές των Σατουρναλίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο ήλπιζαν να μην ανακαλυφθούν από τους εορτάζοντες Ρωμαίους.

Θα αναρωτιέστε, όμως, γιατί το χειμερινό ηλιοστάσιο δεν συμβαίνει σήμερα στις 25 Δεκεμβρίου, όπως στην εποχή του Χριστού, αλλά στις 21 Δεκεμβρίου; Το πρόβλημα αρχίζει με το Ιουλιανό Ημερολόγιο που εισήγαγε ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 π.Χ., το οποίο είχε όμως τις δικές του ατέλειες, γιατί έχανε μία ημέρα κάθε 128 χρόνια. Το Ιουλιανό, λοιπόν, ημερολόγιο είχε θεσπίσει το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 25 Δεκεμβρίου, αλλά με την πάροδο των ετών το προστιθέμενο μικρό λάθος είχε μεταθέσει την πραγματική ημερομηνία της χειμερινής τροπής. Έτσι λοιπόν το 325 μ.Χ., το έτος που έγινε η Σύνοδος της Νίκαιας, το χειμερινό ηλιοστάσιο είχε μετατεθεί και συνέβαινε στις 22 Δεκεμβρίου. Η μετάθεση όμως του χειμερινού ηλιοστασίου συνεχίστηκε χωρίς να διορθωθεί μέχρι και το έτος 1582, οπότε η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 12 Δεκεμβρίου.

Τότε, ο Πάπας Γρηγόριος 13ος εισήγαγε μία νέα μεταρρύθμιση, γι’ αυτό και το νέο ημερολόγιο, αυτό που χρησιμοποιούμε σήμερα, ονομάζεται Γρηγοριανό, και χάνει μία μόνον ημέρα στα 4.000 χρόνια. Για να γίνει μια καινούργια αρχή, η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση έτρεψε τη θέση του ημερολογίου προς τα εμπρός με βάση το έτος της Συνόδου της Νικαίας κι όχι το έτος εισαγωγής του Ιουλιανού ημερολογίου, το 44 π.Χ.. Γι’ αυτό και το χειμερινό ηλιοστάσιο συμβαίνει σήμερα στις 21 Δεκεμβρίου, και ο πρωταρχικός λόγος για τον εορτασμό των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου έχει πια χαθεί.
news.in.gr