Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Τη μέρα που ο χρόνος πέθανε

ΣΤΟ τζάμι του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα.
Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ, μόνο το πακέτο φωτίζεται.
Περιοδικά.
Η κίνησή του έχει δύο χρόνους.
Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται.
Οι νότες, σαν μοναδικές ερωμένες που παραμένουν.
Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής.
Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού.
Φωτογραφίες του μαύρου.
Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή.
Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.

ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ νικητές στις πόλεις.
Μπαίνουμε.
Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς.
Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου.
Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη.
Λήθη, πριν, κάποτε.
Τότε που.

Ο άνθρωπος που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές.
Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά.
Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο.
Από κει με καλούν.
Με καλούν τα μάτια μου.
Το πρόσωπο.
Ενα τζάμι, εξώπορτας.
Πεταμένο.
Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί.
Ο χρόνος αγνοείται.

ΚΑΤΩ απ' τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένα η θάλασσα.
Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της.
Μεσίστια, υποταγμένη.
Θέλω να την αγγίξω.
Να την ανοίξω στα δύο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε;
Μόνον από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.
Σου έδωσα λίγη βροχή.
Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες -πού βρήκα τη βροχή δεν θυμάμαι-, αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ' τα σώματά μας σαν μουσικές εθισμένες.

ΘΑ σπρώξω τον χρόνο να πέσει, να πάψει να διαιωνίζει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αβγό στα μαλλιά σου.
Εκεί θα γεννηθεί ο άλλος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ' τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί.
Ετοιμο να στάξει, θα ενωθεί.
Μοναδικό φόρεμα η σάρκα.
Να το σκίσεις.
Την άλλη φορά να 'ρθεις με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά.
Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί όπου αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.
ΣΤΟ τζάμι το πακέτο έχει μεγαλώσει.
Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν.
Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα.
Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο.
Από σάπιο πορτοκαλί.
Ο Θεός δεν θα είχε πού να γράψει.
Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν.
Δεν ήμουν εγώ.
Το κορμί σου δίπλα μου σαν να χόρευε.
Ηταν όπως το ήθελα: σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Ετοιμο να στάξει.
Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.

Σταύρος Σταυρόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου