Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Τέρενς Μάλικ: Η επιστροφή του ποιητή

Ο Μπραντ Πιτ και το «Δέντρο της Ζωής»
flix.gr/articles - δημοσιεύτηκε 10 του μάη του 2011...
Το «Tree of Life» δεν είναι μόνο ο φετινός Χρυσός Φοίνικας. Ούτε σηματοδοτεί απλά την 5η ταινία σε διάστημα 38 χρόνων ενός από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του σινεμά. Περισσότερο από όλα, αποδεικνύει τη λαχτάρα χιλιάδων σινεφίλ να ζήσουν, να αφουγκραστούν, να νιώσουν με όλες τις αισθήσεις αυτό που θα έπρεπε να είναι η τέχνη του σινεμά και κάπου στο δρόμο το έχουμε (ξε)χάσει...
Η πρεμιέρα του «The Tree of Life», της νέας ταινίας του Τέρενς Μάλικ, στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών αποτέλεσε κάτι περισσότερο από γεγονός: η έκσταση με την οποία οι σινεφίλ περίμεναν το νέο πόνημα του ιδιοσυγκρασιακού καλλιτέχνη θύμιζε θρησκευτική ευλάβεια, κατανυκτική προσμονή, πίστη για το θαύμα. Εχουμε συνηθίσει να αναφερόμαστε στη «μαγεία», όταν μιλάμε για σινεμά, αλλά συνήθως αυτό έχει να κάνει με καθαρό εντυπωσιασμό, το πρώτο, μονοεπίπεδο ερέθισμα του αμφιβληστροειδούς μπροστά σε blockbuster εικόνες, εφετζίδικα τεχνολογικά κατασκευάσματα, ή εύκολο μελό συναίσθημα. Το σινεμά του Μάλικ όμως διαπερνά την έκπληξη του φωτοευαίσθητου χιτώνα μας και χτυπά κατευθείαν στην συναισθηματική μας νοημοσύνη. Ο Μάλικ δεν προσφέρει απλά μαγεία. Σε κάνει να την πιστεύεις με όλη σου τη δύναμη.

Κι αυτό γιατί μ' έναν παράδοξο τρόπο μιλάει για τη ζωή σου, την πραγματική ζωή σου, αυτή που δεν ζεις με την καθημερινότητά σου, αυτή που αγνοείς, αυτή που τρέχεις πολύ γρήγορα για να προσέξεις. Υπάρχουν στιγμές που ξαφνικά ξυπνά όλο μας το σώμα, μικρές συναισθηματικές βελόνες ζωντανεύουν νεκρά σημεία του εγκεφάλου, η καρδιά χτυπά δυνατότερα. Για λίγα δευτερόλεπτα όλα μυρίζουν πιο δυνατά, όλα γίνονται πιο κατανοητά, τα μάτια διάπλατα χωρούν τον κόσμο όλο. Εκεί στέκεται το βλέμμα του Μάλικ. Αυτό θέλει να αποτυπώσει. Τη στιγμή.

O φιλόσοφος

Διαβόητος για το πόσο αγνοεί την «ιστορία» στις ταινίες του, πόσο αφαιρετικά κινηματογραφεί τους ηθοποιούς του, ο Μάλικ καταγράφει το χώρο, το χρόνο, την εμπειρία, την αίσθηση, το βίωμα. Τον αέρα, τον ορίζοντα, το φως, το γρασίδι που μεγαλώνει.

Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Χάρβαρντ, είναι βαθιά επηρεασμένος από τους δασκάλους του για τον τρόπο που παρατηρεί κινηματογραφικά τη ζωή. Ο σκεπτικισμός των Καντ, Χάιντεγκερ Βιτγκενστάιν για το ότι ο κόσμος μπορεί να μην είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά κάτι που οι άνθρωποι ούτε συνειδητοποιούμε ούτε μοιραζόμαστε, μοιάζει να τον εμπνέει, να καθοδηγεί την κάμερά του, να παίρνει το τιμόνι στην αφήγηση των ταινιών του. Σήμα κατατεθέν η αγάπη του να κινηματογραφεί τον ορίζοντα: μία γραμμή που βλέπεις, αλλά στην ουσία δεν υπάρχει. Ορίζοντες κυριαρχούν στην μέση των πλάνων του, χωρίς να συμμετέχουν στην «πλοκή», σε νεκρό χρόνο. Ορίζοντες για να θυμίζουν το διαχωρισμό ανάμεσα στο γήινο και στο κοσμικό σύμπαν, σε όσα καταλαβαίνουμε και σε όσα μας ξεπερνούν.

Ολόκληρο το αμερικανικό σινεμά έχει χτιστεί πάνω στο αμερικανικό όνειρο: το όνειρο της φυγής, του ταξιδιού, του προορισμού της Γη της Επαγγελίας. Ο Μάλικ έρχεται να το γκρεμίσει. Ακολουθώντας τα χνάρια του φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αντιμετωπίζει τους ήρωές του ως «ανθρώπους που ονειρεύονται το γλέντι, αναπολούν το γλέντι, αλλά δεν έχουν τα εργαλεία να ζήσουν το γλέντι όταν αυτό συμβαίνει». Και για αυτό η κάμερά του καταγράφει το πριν, το μετά αλλά όχι τη δράση. Ταυτόχρονα, για αυτό ο φακός του αγνοεί αυτό που η πλοκή απαιτεί, και εστιάζει σ' αυτό που πραγματικά συμβαίνει – τον αέρα, το φως, το γρασίδι που μεγαλώνει.

Η μαρτυρία του Εμάνουελ «Τσίβο» Λουμπέσκι, του διευθυντή φωτογραφίας στο «The Tree of Life» είναι ενδεικτική: «Ο Μάλικ δεν κάνει σινεμά με τους υπάρχοντες κανόνες. Δημιουργεί τους δικούς του. Και μετά, στο γύρισμα, τους σπάει και αυτούς». Ο Λουμπέσκι ομολογεί ότι η εμπειρία του «The Tree of Life» δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο στη ζωή του: «Η φωτογραφία λειτουργεί σε μία ταινία για να αποτυπώσει ξεκάθαρα την εικόνα. Σ' αυτή την ταινία έμαθα πώς να αποτυπώνω το συναίσθημα. Από τη συνεργασία μου με την NASA για τα πλάνα του σύμπαντος, μέχρι την εμπειρία να... μην κινηματογραφούμε τους ηθοποιούς όταν γύριζαν τη σκηνή τους, αλλά μία αντανάκλαση, τον αγέρα, το σκελετό του απέναντι παράθυρου, όλα ήταν πρωτόγνωρα για μένα. Νομίζω ότι ο Σον Πεν παρατηρούσε τον Τέρενς στο σετ μ' ένα ύφος σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε. Σαν να μην ήξερε αν θα έπρεπε, ως σκηνοθέτης, να το μιμηθεί στην επόμενη δουλειά του ή να το διαγράψει ως παράδειγμα προς αποφυγή. Ο Μπραντ Πιτ πρέπει να κατάλαβε την ταινία, μετά από δύο εβδομάδες γύρισμα...»

Ηθοποιός του, το φως...

Η σχέση του Μάλικ με τους ηθοποιούς του ήταν πάντα επεισοδιακή: ο Εντριεν Μπρόντι έφυγε από τα γυρίσματα της «Λεπτής Κόκκινης Γραμμής» το 1998 πιστεύοντας ότι ήταν ο βασικός πρωταγωνιστής, για να ανακαλύψει ότι τα δέντρα είχαν περισσότερο φιλμικό χρόνο από τα πέντε λεπτά που του επέτρεψε ο σκηνοθέτης του μετά το κόψιμο στο μοντάζ. Ξακουστοί οι καυγάδες με τον Ρίτσαρντ Γκιρ (στα πλατώ του «Μέρες Ευτυχίας» του 1978), ανέκδοτο η αφήγηση του Μάρτιν Σιν για την μοναδική καθοδήγηση που είχε στο «Badlands» το 1973: «Σκέψου το όπλο ως μαγικό ραβδί». Κι όμως, κοιτάξτε τις ερμηνείες που τελικά κατέθεσαν. Ο Μάλικ μπορεί να μην τους αναλύει τη συναισθηματική φόρτιση ή το αδιέξοδο των ηρώων τους, μπορεί να τους μιλάει ποιητικά, προσφέροντάς τους λυρικές, αφαιρετικές κατευθύνσεις, όμως καταλήγει να κινηματογραφεί γυμνά την αλήθεια τους. Ο Σιν ήταν πιο αποκαλυπτικός στο «Badlands» από την εμβληματική του ερμηνεία στο «Αποκάλυψη Τώρα», ο Γκιρ από σταρ έγινε ηθοποιός, ο Κόλιν Φάρελ (στο «Νέο Κόσμο» του 2006) έμαθε να σιωπά, και τα πέντε λεπτά του Εντριαν Μπρόντι ήταν τα καλύτερα της καριέρας του.

Μ' αυτή την άποψη συμφωνεί και η ηθοποιός Φιόνα Σο, που σε συνέντευξή της στο «Empire» δήλωσε ότι δεν έχει ιδέα αν στο final cut έχει διασωθεί η ερμηνεία της για παραπάνω από δύο δευτερόλεπτα, αλλά ελπίζει ότι σ' αυτά τα δύο δευτερόλεπτα που τον εξυπηρετούσαν, θα έχει βγάλει τον καλύτερο εαυτό της. Η γνωριμία τους ήταν εξ' αρχής επεισοδιακή. «Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ''Είμαι ο Τέρενς Μάλικ, γυρίζω μία ταινία και αναρωτιόμουν αν θα σ' ενδιέφερε να με βοηθήσεις. Θα ήθελα να γράψεις εσύ το ρόλο σου''. Κι όταν πήγα στο πρώτο γύρισμα με αποτελείωσε: ''Που θα ήθελες να γυρίσεις τις σκηνές σου;'' Δεν έχω ποτέ ξαναζήσει μία τόσο καθολικά δημιουργική εμπειρία.»

Η εκκεντρική προσέγγιση του Μάλικ στο γύρισμα, ο τρόπος που πιστεύει ότι η ταινία έχει τη δική της ζωή και τις δικές της επιταγές, πρέπει να έβρισκε αντίπαλο δέος μόνο στα σετ του Κιούμπρικ. Τελειομανία, εμμονή, παραγωγοί που τραβούσαν τα μαλλιά τους. Ενας σκηνοθέτης στην ηγεσία της ταινίας του, που ξέρει τι θέλει και ακολουθεί τις δικές του προτεραιότητες – ακόμα κι αν αυτές είναι να γυρίζει όλη την ταινία («Μέρες ευτυχίας»), πλάνο πλάνο, μόνο στα 25 λεπτά πριν δύσει ο ήλιος καθημερινά, ώστε να έχει ακριβώς το φως που επιθυμεί, ακόμα κι αν αυτό τον κάνει να υπερβεί εξωφρενικά το πρόγραμμα και τον προϋπολογισμό.

Ισως για αυτό παίρνει τόσο το χρόνο του ανάμεσα στις ταινίες. Η ιδέα, ο σχεδιασμός, το γύρισμα για αυτόν έχουν άλλους ρυθμούς που δεν συμβαδίζουν με την αγοραστική ταχύτητα του Χόλιγουντ και του σινεμά ως προϊόντος με ημερομηνία λήξης. Ο Μάλικ απαιτεί να νιώθουμε το σινεμά του, γιατί πρώτος αυτός ως σκηνοθέτης-ποιητής το προσεγγίζει με τεντωμένη την ευαισθησία του.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αγορά καταλαβαίνει την ποίηση, όσο τα νούμερα. Ή τουλάχιστον δεν την επιβραβεύει. Μετά από 20 χρόνια, η μεγάλη του επιστροφή με την ελεγειακή ωδή του για τον πόλεμο και την καταστροφή («Λεπτή Κόκκινη Γραμμή»), μπορεί να συγκλόνισε κριτικούς, μπορεί να προτάθηκε για 7 Οσκαρ, αλλά τελικά επισκιάστηκε από τον καταιγιστικό νεοτερισμό του Σπίλμπεργκ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν»). Κι όμως η δική του εκδοχή στέκεται ακόμα ως την πιο ώριμη ματιά στον παραλογισμό του πολέμου – και δεν έχουμε δει ποτέ την 6ωρη version που αποτελεί το πραγματικό director's cut.

Τhe Tree of Life: Η επιστροφή του ποιητή

Με το που ανέβηκε το trailer στο διαδίκτυο ξεκίνησαν οι θεωρίες. Πλάνα από το σύμπαν, εικόνες δεινοσαύρων, και στο επίκεντρο ένα αγόρι που μεγάλωσε στα 50ς, και τώρα ως άντρας με την μορφή του Σον Πεν αφηγείται την ιστορία του πατέρα του (Μπραντ Πιτ) και της οικογένειάς του. Θα είναι μία μικρή ιστορία ενός παιδιού, μια μεγάλη ιστορία για μια χώρα, μία επική ιστορία για τη ζωή; Το πορτρέτο μιας διαλυμένης οικογένειας, ή το πορτρέτο μιας χαμένης Αμερικής; Μία ταινία για τη βαριά σκιά ενός δέντρου (μιας υπάρχουσας, αιωνόβιας βελανιδιάς στο Τέξας), ή το βάρος των οικογενειακών δεσμών, του δέντρου της ζωής;

Θεωρίες θέλουν τον Μάλικ να είχε την ιδέα στις αρχές της δεκαετίας του '80, κι ότι αυτό το πρότζεκτ θα ακολουθούσε τις «Μέρες Ευτυχίας». Ο τότε τίτλος του ήταν «Q» και ο σκηνοθέτης εγκατέλειψε τις προσπάθειες να πείσει την Paramount να πιστέψει στο σενάριο με τους ελάχιστους διαλόγους γύρω στο 1983 – όταν όμως είχε ήδη περάσει δύο σχεδόν χρόνια να κινηματογραφεί μέδουσες στους ωκεανούς και παγόβουνα να λιώνουν στον Αρκτικό Κύκλο.

Τριάντα σχεδόν χρόνια μετά (2009), ακούμε ότι γυρίζει το «Tree of Life» αλλά περνάνε πάλι δύο σεζόν που όχι απλά η ταινία δεν κυκλοφορεί, αλλά δεν έχουμε δει ούτε εικόνα. Μέχρι λίγους μήνες πριν που το Internet παίρνει φωτιά. Η αφαιρετική ομορφιά των πλάνων υπερισχύουν της κατανόησης της ιστορίας. Δεν ξέραμε ακόμα τι θα δούμε.

Η ζωή, ο θάνατος, ο γαλαξίας, ο ωκεανός, η ζούγκλα, ο άνθρωπος, οι δεινόσαυροι.

Ποιο είναι το θέμα του Μάλικ; Ολα τα παραπάνω; Τίποτα από όλα αυτά;

Εχει πραγματικά σημασία;
flix.gr/articles - δημοσιεύτηκε 10 του μάη του 2011...

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Vegan Γιατροί μιλούν για τα οφέλη της Φυτοφαγίας

Δημοσιεύτηκε στις 22 Απρ 2015
Ο Σύμβουλος Ορθομοριακής Διατροφικής Ιατρικής Γιώργος Μηνούδης και ο καρδιολόγος-ομοιοπαθητικός ιατρός Γιώργος Χαριτάκης, απαντούν σε ερωτήσεις που αφορούν στο «ευ ζην»: γιατί αρρωσταίνουμε;
Τι είναι εν τέλει τα αυτοάνοσα νοσήματα;
Αντιμετωπίζεται και πώς το άγχος με τη διατροφή;
Συνδέεται η επίδοση των παιδιών στο σχολείο με τη διατροφή τους;
"Το Νο. 1 χημικό καρκινογόνο είναι η ζωϊκή πρωτείνη.
Όταν κάποιος τρώει ζωϊκή πρωτεϊνη (κρέας, γαλακτοκομικά, ψάρια) μπλοκάρει στους νεφρούς την ενεργοποίηση της βιταμίνης D"
"Η καζεΐνη είναι η πρωτεΐνη που χρησιμοποιείται ως ισχυρή κόλλα σε ξυλουργικές εργασίες.
Οι επιπλοποιοί τη λατρεύουν ως συστατικό.
Η καζεΐνη στο αγελαδινό γάλα είναι 300% περισσότερη απ’ ότι η καζεΐνη στο μητρικό γάλα.
Σύμφωνα με τον διάσημο ερευνητή της διατροφής T. Colin Campbell, «οι πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος μπορεί να είναι το πιο σημαντικό χημικό καρκινογόνο στον οποίο εκτίθενται οι άνθρωποι.»¨
Αν δεν είσαι vegan, γίνε vegan.
Η ολική χορτοφαγία (veganism) είναι μη-βία.
Κυρίως είναι μη-βία προς άλλα αισθανόμενα όντα.
Αλλά είναι και μη-βία προς τη γη και μη-βία προς τον εαυτό σου.

πες το με μια φωτογραφία - η ομαρφιά της αρχιτεκτονικής

Σφαγιάσαν την απομονωμένη και ανέγγιχτη από τον πολιτισμό φυλή του Αμαζονίου

Τα μέλη της φυλής που είχε προκαλέσει παγκόσμιο ενδιαφέρον με την ανακάλυψή της, φέρονται να δολοφονήθηκαν με άγριο τρόπο
Τα μέλη της απομονωμένης φυλής που ποτέ δεν είχαν έρθει σε επαφή με τον σύγχρονο κόσμο και άλλους ανθρώπους ζούσαν κατά μήκος του ποταμού σε απομακρυσμένο τμήμα του Αμαζονίου.
Η ανακάλυψη της ύπαρξής τους είχε προκαλέσει τεράστιο ενδιαφέρον σε μελετητές, αλλά φαίνεται πως υπήρξε μια πολύ άσχημη εξέλιξη.
Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς στη Βραζιλία έχουν ξεκινήσει έρευνα σχετικά με τη σφαγή των περίπου 10 μελών της φυλής, καθώς τελευταία στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι απειλές για τις αυτόχθονες ομάδες αυξάνονται στη χώρα.
Η βραζιλιάνικη υπηρεσία για τις αυτόχθονες υποθέσεις, Funai, ανακοίνωσε ότι υπέβαλε καταγγελία στο γραφείο του εισαγγελέα στην πολιτεία του Αμαζονίου, καθώς υπάρχουν στοιχεία πως οι μεταλλωρύχοι πήγαν σε ένα μπαρ κοντά στα σύνορα με την Κολομβία και μάρτυρες αναφέρουν ότι καυχήθηκαν για τις δολοφονίες.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν πως περιέγραψαν με λεπτομέρεια ότι τεμάχισαν τα σώματά των ιθαγενών και τα πέταξαν στο ποτάμι και πως μαζί τους είχαν και τρόπαια.
Σύμφωνα με τοπικά δημοσιεύματα ανάμεσα στα δολοφονηθέντα μέλη ήταν γυναίκες και παιδιά.
 Οι δολοφονίες έλαβαν χώρα τον περασμένο μήνα.
Το γραφείο υποθέσεων για τους αυτόχθονες διεξήγαγε κάποιες αρχικές καταθέσεις στην πόλη και στη συνέχεια ανέθεσε την υπόθεση στην αστυνομία.   Ο αρμόδιος για την υπόθεση εισαγγελέας, ο Pablo Luz de Beltrand, επιβεβαίωσε ότι είχε ξεκινήσει έρευνα, αλλά δήλωσε ότι δεν μπορούσε να συζητήσει τις λεπτομέρειες της υπόθεσης ενώ ήταν σε εξέλιξη.
Είπε ότι το επεισόδιο φέρεται να συνέβη στην κοιλάδα Javari, στη μακρινή δύση και πως τα στοιχεία είναι σημαντικά.
«Ερευνούμε, αλλά τα εδάφη είναι μεγάλα και η πρόσβαση είναι περιορισμένη», δήλωσε ο εισαγγελέας ο οποίος πρόσθεσε πως απαιτείται η συνεργασία πολλών φορέων για την διαλεύκανση της υπόθεσης.
Η Survival International, μια παγκόσμια ομάδα για τα δικαιώματα των ιθαγενών προειδοποίησε ότι, δεδομένου του μικρού μεγέθους των φυλών του Αμαζονίου, αυτό το τελευταίο επεισόδιο θα μπορούσε να σημαίνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό αυτών ταν ανέγγιχτων φυλών χάθηκε για πάντα και κάνουν λόγο ακόμη και για γενοκτονία.
Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς καλούν την κυβέρνηση να λάβει αυστηρά μέτρα για την προστασία των φυλών και την επικρίνουν καθώς το τελευταίο χρόνο διέκοψε σημαντικές χρηματοδοτήσεις και προγράμματα δράσεων με στόχο τη διαφύλαξη των φυλών.
Tην ίδια ώρα κατηγορούν την κυβέρνηση για ασύδοτη παραχώρηση των παρθένων δασών  με στόχο την εμπορική εκμετάλλευση και σημειώνουν πως εκτός από την οικολογική προσέγγιση στην πολιτική αυτή υπάρχει και η ανθρωπιστική.
lifo.gr

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

Ποια μουσική διεγείρει την πρωτότυπη σκέψη

Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι όταν αντιμετωπίζουμε ένα μη κοινότοπο πρόβλημα, η λύση του οποίου απαιτεί από εμάς ένα άλμα δημιουργικότητας, το να ακούμε μια ευχάριστη και συναισθηματικά διεγερτική μουσική μάς βοηθά αποφασιστικά στην εξεύρεση της λύσης. Οταν λοιπόν ακούμε ένα ορισμένο είδος μουσικής ενώ σκεφτόμαστε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, είναι σαφώς πιο παραγωγικό από το να δουλεύουμε στη σιωπή.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν δύο ερευνητικές ομάδες, που εργάζονταν η μία στην Ολλανδία στο Radbound University και η άλλη στην Αυστραλία στο University of Technology Sydney, και πριν από λίγες ημέρες δημοσίευσαν από κοινού τα αποτελέσματα αυτής της συνεργασίας στο περιοδικό «PLOS One».

Στον πολύπλοκο και διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο όπου ζούμε, η ικανότητα να βρίσκουμε εγκαίρως πρωτότυπες λύσεις αποτελεί ίσως μία από τις περισσότερο αναγνωρισμένες νοητικές αρετές, μια νοητική ικανότητα που συχνά απαιτείται και στον χώρο εργασίας. Διόλου περίεργο λοιπόν ότι εδώ και χρόνια ειδικοί επιστήμονες μελετούν τις εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες που διεγείρουν ή ενισχύουν αυτή την ικανότητα.

Από καιρό υπήρχαν ενδείξεις ότι η μουσική σχετίζεται στενά και επηρεάζει τη δημιουργική σκέψη, όμως μέχρι πρόσφατα δεν γνωρίζαμε ποιο είδος μουσικής και σε ποιες περιπτώσεις ασκεί την ευεργετική δράση της. Προσπαθώντας να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα οι διευθυντές των δύο ερευνητικών ομάδων, ο Simone Ritter της ολλανδικής και ο Sam Ferguson της αυστραλιανής, έθεσαν σε 155 εθελοντές μια σειρά από προβλήματα, ενώ λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του πειράματος τους έβαζαν να ακούνε διαφορετικά είδη κλασικής μουσικής.

Με άλλα λόγια, παρατηρούσαν πώς τα διάφορα είδη σύνθετης μουσικής επηρεάζουν την ικανότητα των εθελοντών να ανακαλύπτουν δημιουργικές λύσεις στα προβλήματα που έπρεπε να επιλύσουν.

Αποκλίνουσα δημιουργικότητα

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτά τα πειράματα διερευνούσαν ένα ιδιαίτερο είδος δημιουργικότητας, το οποίο η σύγχρονη ψυχολογία περιγράφει ως «αποκλίνουσα σκέψη», δηλαδή τη δημιουργική ικανότητα ορισμένων ανθρώπων να επινοούν διαφορετικές λύσεις σε ένα πρόβλημα (αποκλίνουσα σκέψη), όταν οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν μία και μοναδική λύση για το ίδιο πρόβλημα (συγκλίνουσα σκέψη). Εστίαζαν συνεπώς στο ποια διαφορετικά είδη κλασικής μουσικής επηρεάζουν, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά, την αποκλίνουσα σκέψη, δηλαδή το είδος της δημιουργικής σκέψης που απαιτείται συχνότερα για την επίλυση προβλημάτων στις τέχνες και τις επιστήμες!

Για παράδειγμα όταν έθεταν στους εθελοντές «το πρόβλημα των εννέα σημείων», να συνδέσουν δηλαδή με τέσσερις μόνο διαδοχικές ευθείες γραμμές τα εννέα σημεία που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο (βλ. σχετική εικόνα), διαπίστωσαν ότι οι εθελοντές που άκουγαν ευχάριστες αρμονικές συνθέσεις (π.χ. την «Ανοιξη» από τις «Τέσσερις εποχές» του Βιβάλντι) επιδείκνύαν μεγαλύτερη αποκλίνουσα δημιουργικότητα και οδηγούνται ευκολότερα στη λύση του προβλήματος.

Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν χωρίζοντας τους 155 εθελοντές σε πέντε ομάδες που έπρεπε να λύσουν το ίδιο πρόβλημα. Κάθε μία από τις τέσσερις ομάδες, την ώρα που προσπαθούσε να λύσει ένα πρόβλημα, άκουγε διαφορετικά είδη κλασικής μουσικής (π.χ. ηρωική, ευχάριστα αρμονική, καταθλιπτική, αγχωτική κ.ο.κ.), ενώ η πέμπτη ομάδα χρησίμευε ως η «ομάδα ελέγχου» που δεν άκουγε καθόλου μουσική προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα.

Διαπίστωσαν λοιπόν ότι από τα μουσικά κομμάτια, τα οποία είχαν ταξινομηθεί σε κατηγορίες ανάλογα με το συναισθηματικό τους περιεχόμενο αλλά και τη διεγερτική τους δράση, μόνο τα ευχάριστα μελωδικά κομμάτια ασκούσαν κατά κανόνα μια «θετική διεγερτική δράση», ενίσχυαν δηλαδή την ικανότητα των εθελοντών να επιδεικνύουν αποκλίνουσα δημιουργικότητα.
πηγή:efsyn.gr

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Η «Δουνκέρκη» και η σύγχρονη εποχή

της Μαριάννας Τζιαντζή
Η ταινία Δουνκέρκη, σε σενάριο και σκηνοθεσία του βρετανοαμερικανού Κρίστοφερ Νόλαν, είναι καμωμένη για την κινηματογραφική αίθουσα και όχι για την οθόνη της τηλεόρασης ή του λάπτοπ.
Η εισπρακτική της επιτυχία δεν οφείλεται μόνο στο ενδιαφέρον του κοινού για ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός.
Οφείλεται και στην τεχνική και αισθητική αρτιότητα της ταινίας, στη λαϊκότητα και την αμεσότητα των διαλόγων, οφείλεται και στο ότι είναι απαλλαγμένη από τα στερεότυπα του είδους.
Οι χαρακτήρες είναι εντελώς σχηματικοί: δεν ξέρουμε αν οι φαντάροι είναι εργάτες ή αγροτόπαιδα, επαρχιώτες ή πρωτευουσιάνοι, μορφωμένοι ή αγράμματοι.
Όλοι είναι ίσοι κάτω από τα γερμανικά πυρά που τους απειλούν σε στεριά, αέρα και θάλασσα.

Αναμφίβολα, η Δουνκέρκη είναι μια ευτυχισμένη στιγμή του κινηματογράφου. Χαρακτηρίστηκε «ταινία της χρονιάς», «μια από τις καλύτερες πολεμικές ταινίες όλων των εποχών».
Η ποιότητά της και η ακρίβεια της αναπαράστασης δεν αμφισβητήθηκαν, όμως δεν ισχύει το ίδιο για την ερμηνεία που δίνει στην απήχηση που είχε το φιάσκο της Δουνκέρκης στον βρετανικό λαό.

Τον Μάιο του 1940, στην πόλη Δουνκέρκη, στη γαλλική ακτή της Μάγχης, είχαν αποκλειστεί περίπου 400.000 στρατιώτες του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, περικυκλωμένοι από Γερμανούς.
Στόχος του Τσόρτσιλ ήταν να διασωθούν τουλάχιστον 30.000 άνδρες. Τελικά, πέρασαν απέναντι γύρω στους 330.000. Μια στρατιωτική πανωλεθρία μετατράπηκε, σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση, σε θρίαμβο του συλλογικού πατριωτικού πνεύματος, αφού η διάσωση των πολλών έγινε δυνατή χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία: στα εκατοντάδες ψαροκάικα και σκάφη αναψυχής που, αψηφώντας τα γερμανικά βομβαρδιστικά, διέσχισαν τη Μάγχη κι έφεραν τα «παιδιά» πίσω στην πατρίδα.
Και όλα αυτά μέσα σε ελάχιστες μέρες.

Η Δουνκέρκη «δεν» είναι μια αντιφασιστική ταινία, ούτε καν μια αντιπολεμική. Είναι το ισοδύναμο μιας κλασικής χολιγουντιανής «ταινίας καταστροφής» επί το ποιοτικότερο και το ιστορικότερο.
Ένας ύμνος στην ατομική και συλλογική πολεμική αρετή, μια ταινία που ευχαρίστως θα την έβλεπε ένας Χρυσαυγίτης ή ένας φανατικός μιλιταριστής. Εδώ η λέξη «πατρίδα» (home, δηλ. σπίτι) ακούγεται πολλές φορές, όμως ελάχιστες φορές ακούγεται η λέξη «Γερμανός» και ούτε μια φορά οι λέξεις «Χίτλερ», «Ναζί», «φασίστες». Βλέπουμε σε γκροπλάν τα πρόσωπα των βρετανών στρατιωτών και αξιωματικών, όμως κανένα πρόσωπο Γερμανού δεν εμφανίζεται.
Στη θέση του «εχθρού» ο σύγχρονος θεατής θα μπορούσε να το τοποθετήσει τους τρομοκράτες του Ισλαμικού Στρατού ή τον «παρανοϊκό» ηγέτη της Βόρειας Κορέας.
Να φέρουμε τα παιδιά πίσω στην πατρίδα.
Με αυτό το σύνθημα έδρασαν ηρωικά οι «αφανείς», ο απλός λαός.
Ο νους μας όμως τρέχει στο λιμάνι της Σμύρνης, 95 χρόνια πριν, όταν τα βρετανικά πλοία δεν έκαναν τίποτα για να σώσουν τους χιλιάδες εγκλωβισμένους αμάχους.
Αυτοί δεν ήταν «τα δικά τους παιδιά».
Όπως έχει γραφτεί: «Κι αν πρόκανε κανένας και κρεμάστηκε από μια κουπαστή ή από καμιά σκάλα καραβιού, του λύνουνε τα χέρια με το ζόρι.[…]
Θηριωδίες θα πεις ανήκουστες.
Φοβήθηκαν τάχα οι ξένοι καπεταναίοι να μη βουλιάξουν τα καράβια τους από το παραφόρτωμα».

Η ταινία κλείνει με ένα απόσπασμα της ιστορικής ομιλίας του Τσόρτσιλ στο βρετανικό Κοινοβούλιο μετά την εκκένωση:
«Θα πολεμήσουμε μέχρι το τέλος σε ακτές […] σε θάλασσες και ωκεανούς». Ακόμα και αν το νησί μας καταληφθεί, συνεχίζει ο Τσόρτσιλ, «η υπερπόντια Αυτοκρατορίας μας, με φρουρό τον Βρετανικό Στόλο, θα συνεχίσει τον αγώνα μέχρις ότου, όταν ορίσει ο Θεός, ο πανίσχυρος Νέος Κόσμος, βγει μπροστά για τη διάσωση και την απελευθέρωση του Παλιού [δηλ. της Ευρώπης]».

Αλήθεια είναι αυτά τα λόγια.
Όμως η αποσιωπημένη αλήθεια είναι ότι η απελευθέρωση του Παλιού Κόσμου δεν οφείλεται μόνο στον «αμερικανό φίλο».
Συχνά λέμε ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές.
Μπορούμε όμως να προσθέσουμε ότι η κινηματογραφική ή η τηλεοπτική Ιστορία γράφεται για το σημερινό κοινό.
Τον σύγχρονο θεατή πρέπει να αγγίξει, να συγκινήσει όχι κατ’ ανάγκη για να τον χειραγωγήσει ιδεολογικά αλλά και για να κόψει εισιτήρια.
Ο ίδιος ο Νόλαν έχει παραδεχτεί ότι η Δουνκέρκη είναι μια ταινία αποστειρωμένη από το μικρόβιο της πολιτικής και επικεντρωμένη στο σκληρό παιχνίδι της επιβίωσης.

Όπως στα ριάλιτι σόου, έτσι κι εδώ δεν μπορούν να μπούνε όλοι «μες στη βάρκα».
Ένας τραυματίας σε φορείο, πάνω στο πολεμικό σκάφος της διάσωσης, καταλαμβάνει τόσο χώρο όσο εφτά όρθιοι στρατιώτες, λέει ένας αξιωματικός. Θα σωθεί ο πιο ανθεκτικός, ο πιο επινοητικός, ο πιο τυχερός, συμπεραίνουμε. Έτσι δεν συμβαίνει και στην πραγματική εργασιακή και κοινωνική ζωή;
prin.gr

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Ραφαηλίδης: Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων

Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους
Όλες οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυμα. Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιότητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα.
Είναι φανερό, όμως, πως για να διατηρήσει» την «καθαρότητα» του αίματός της μια φυλή, και συνεπώς να λειτουργήσει σαν μια ευρεία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη της θα είναι στενοί ή μακρινοί συγγενείς, πρέπει αυτή η φυλή να είναι καταρχήν ενδογαμική, δηλαδή τα μέλη της να παντρεύονται μεταξύ τους και οι επιμειξίες με αλλόφυλους να απαγορεύονται αυστηρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε πολύ κλειστές και πολύ πρωτόγονες κοινωνίες.
Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες. Είναι αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής. Άλλωστε, οι άνθρωποι δεν είναι άλογα ράτσας, ταγμένα στις ιπποδρομίες, ώστε να φροντίζουμε για την καθαρότητα του αίματός τους.
Και ωστόσο, δεν έλειψαν ποτέ οι μικρόνοες που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν ζώο, περιορισμένο σ’ ένα οιονεί αναπαραγωγικό ιπποφορβείο. Και ο ρατσισμός είναι αυτό ακριβώς: Μια μεταφυσική και αυτόχρημα παρανοϊκή πίστη στην «καθαρότητα του αίματος της φυλής» -μια καθαρότητα που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανήκει στην περιοχή του μύθου.
Αυτή η ολοφάνερα ανόητη πίστη, η τόσο διαδεδομένη ωστόσο, μας κάνει να νομίζουμε πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, προκειμένου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περιπτώσει, απ’ τον «χόμο. σάπιενς» πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής οι ρατσιστές, που εδώ σε μας πήραν το ψευδώνυμο «εθνικόφρονες».Που σημαίνει «άνθρωποι που φρονούν – σκέφτονται – εθνικά». Αλλά για να σκέφτεσαι εθνικά πρέπει να σκέφτεσαι… αιματολογικά. Δηλαδή, πρέπει να πιστεύεις πως το αίμα σου έχει μια ειδική ποιότητα, οπωσδήποτε καλύτερη απ” την ποιότητα οποιουδήποτε άλλου που ανήκει σε άλλη… ομάδα (εθνικού) αίματος.
Ο ρατσισμός, λοιπόν, είναι φασισμός. Και ο φασισμός είναι πρωτογονισμός, ακριβώς γιατί είναι ρατσισμός. Για ράτσες μιλούν σήμερα μόνο οι ζωολόγοι, οι κτηνίατροι και οι κρετίνοι. Κάθε «εθνικόφρων» λοιπόν κρύβει μέσα του ένα φασίστα.
Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στους «εθνικόφρονες». Ούτε είναι τυχαίο ακόμα, που η εθνικοφροσύνη έχει την τάση να πυκνώνει όσο προχωρούμε προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Από δω και η λογικότατη άποψη, πως η κουταμάρα πολώνεται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυχώς, να είναι αποκλειστικό της προνόμιο.
Διότι υπάρχει και μια αριστερή κουταμάρα. Αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έχει την… αιματολο¬γική καθαρότητα της δεξιάς κουταμάρας, που είναι πολύ πιο εκνευριστική και, φυσικά, πολύ πιο επικίνδυνη.
Ανάμεσα σε δύο ηλίθιους θα διάλεγα τον αριστερό ηλίθιο απ΄τον οποίο κινδυνεύω λιγότερο, παρότι η ηλιθιότητα καθαυτή είναι έτσι κι αλλιώς επικίνδυνη. Και για να μη δημιουργηθούν παρανοήσεις, πρέπει να τονίσουμε πως η ηλιθιότητα είναι ιδιότητα υπαρξιακή και υπερκομματική. Κι αλίμονο στον έξυπνο αριστερό που θα συγκρουστεί με βλάκα αριστερό. Είναι από χέρι χαμένος, γιατί η βλακεία έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη, όπως ακριβώς και η πίστη.
Το Έθνος, λοιπόν, είναι ένας αρχαϊσμός και ένας αταβισμός. Επιβιώνει ως έννοια για να δημιουργεί στα απλοϊκά μυαλά την ψευδαίσθηση της συνοχής και της συνέχειας μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που συνεχίζουν να πιστεύουν, γιατί έτσι θέλουν, πως ανήκουν σε μια πολύ μεγάλη οικογένεια με κοινό γενάρχη.
Κάποτε, ωστόσο, η έννοια της εθνότητας έπαιζε έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Πράγματι, η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας άρχισε με τη συσσωμάτωση των ατόμων σε ομάδες ευρύτερες της μικρής, τυπικής οικογένειας, οι οποίες αποτελούν μια ευρεία, αιματοσυγγενική οικογένεια. Τούτες οι ομάδες ανέπτυξαν έναν κοινό πολιτισμό στη βάση μιας κοινής γλώσσας.
Με τους αιώνες, η αιματοσυγγένεια, με τις συνεχείς επιμειξίες, έπαιζε ολοένα και μικρότερο ρόλο, ενώ αντίθετα τα πολιτιστικά δεδομένα, που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο στάδιο της αιματοσυγγένειας, διατηρήθηκαν και αναπτύχθηκαν, για να αποτελέσουν στη συνέχεια, αυτά και μόνο, τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας εθνότητας.
Μ’ άλλα λόγια, η έννοια της εθνότητας υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι καθαρά και αποκλειστικά πολιτιστική. Συνεπώς, μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας είναι άνθρωποι που έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό πολιτισμό, που διαφέρει απ’ τον πολιτισμό μιας άλλης εθνότητας. Όμως, με την όσμωση ανάμεσα στους λαούς που επέφερε η βελτίωση και στις μέρες μας η καλπαστική ανάπτυξη των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες άρχισαν να ατονούν και να τείνουν προς μια ισοπέδωση, που κανένα διοικητικό μέτρο δε θα ήταν δυνατό να την ανακόψει.
Για να περιοριστούμε στον κινηματογράφο και μόνο, σήμερα γνωρίζουμε τόσο καλά τα αμερικανικά ήθη εξαιτίας της πληθώρας των αμερικάνικων ταινιών που έχουμε δει, όσο δε γνωρίζουμε τα εγχώρια ήθη. Ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μια πραγματικότητα. Αλλά προσωπικά δε βρίσκω τίποτα το μεμπτό σ’ αυτή τη μορφή ιμπεριαλισμού, που ωστόσο ακολουθεί, όπως η ουρά το κεφάλι, τον κυρίως ειπείν ιμπεριαλισμό (τον οικονομικό).
Εφόσον, δηλαδή, η Αμερική κυριαρχεί οικονομικά στο Δυτικό κόσμο, είναι φυσικό να κυριαρχεί και πολιτιστικά. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αναχαιτιστεί η πολιτιστική της κυριαρχία, αν προηγουμένως δεν αναχαιτιστεί η οικονομική. Τον πολιτισμό τον δημιουργούν πάντα οι οικονομικά ισχυρότεροι. Κι αυτό που λέγεται «λαϊκός πολιτισμός» αναφέρεται μόνο και αποκλειστικά σε κλειστές κοινωνικές ομάδες, κυρίως αγροτικές.
Αλλά τούτη η κλειστότητα, το ξέρουμε καλά, είναι εντελώς αδύνατη σήμερα. Και μόνο η τηλεόραση είναι επαρκής παράγων για να εισβάλει ο ένας πολιτισμός μέσα στον άλλο και να δημιουργηθεί ένα αξεδιάλυτο πολιτιστικό μπέρδεμα, που στη μεταβατική περίοδο που περνάμε σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί, αλλά τους ανθρώπους του 21ου αιώνα είναι βέβαιο πως δε θα τους ενοχλεί καθόλου.
Οι πολιτισμοί, άλλωστε, δεν είναι για να φυλακίζονται στα μουσεία, αλλά για να κυκλοφορούν, να ενοποιούνται και να δημιουργούν τη χωρίς σύνορα πανανθρώπινη κοινωνία. Το τι είδους κοινωνικό καθεστώς θα έχει αυτή η υπερεθνική κοινωνία του άμεσου μέλλοντος είναι ένα άλλο ζήτημα, που ξεπερνάει τα όρια αρμοδιότητας της επιστήμης της Εθνολογίας και μετατίθεται στην περιοχή της αρμοδιότητας των επιστημών της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Οικονομίας.
Λοιπόν, κάτω από συνθήκες αυξανόμενης πολιτιστικής όσμωσης, το να μιλάει κανείς για «εθνική καθαρότητα» ακόμα και με την ελαστική πολιτιστική έννοια είναι τόσο αστείο, όσο περίπου και το να μιλάει για «εθνική καθαρότητα» με την πανάρχαια αιματολογική έννοια. Διότι, δε σμίγουν μόνο τα αίματα, αλλά και τα ήθη, και τα έθιμα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες.
Σήμερα, το πεδίο δράσεως, τόσο της οικονομίας όσο και των ιδεών είναι η υδρόγειος σφαίρα. Μια μέρα, τα εθνικά σύνορα θα καταρρεύσουν οπωσδήποτε, και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξει κανείς συνειδητά. Η ανθρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε, βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση. Που δε θα ολοκληρωθεί, αν όλοι οι άνθρωποι ολόκληρης της Γης δεν αισθανθούν πως ανήκουν στην ίδια εθνότητα, δηλαδή την κοινότητα όλων των ανθρώπων, ολόκληρης της Γης.
Πρόκειται για ένα ιδανικό κοινό και στο χριστιανισμό και στο μαρξισμό και στον καπιταλισμό. Μόνο που ο καθένας τους αντιλαμβάνεται τούτη την ενότητα στη βάση μιας διαφορετικής ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα δε θα είναι ούτε πλήρης ούτε σταθερή αν δε συντελεστεί στη βάση της οικονομικής ενότητας, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε άλλης μορφής ενότητα.
Ακόμα και στην πατρική οικογένεια δεν είναι δυνατό να υπάρξει ενότητα αν τη συνοχή της τη διαβρώνουν παράγοντες οικονομικής τάξεως. Ο μαρξισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εμφατική επισήμανση της πρωταρχικότητας του οικονομικού παράγοντα στα πάντα. Και είναι κωμικό να τον αμφισβητούν άνθρωποι που ολόκληρη τη ζωή τους τη δομούν γύρω από ένα χρηματοκιβώτιο, και και μια φορά γύρω από μια και μοναδική λίρα ή από έναν κηπάκο ευτελούς αξίας.
Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανήκει πλέον στην αρχαιολογία της σκέψης, πράγμα που δημιουργεί την ανάγκη της επικάλυψης της απ’ την πάντα δρώσα επικαιρότητα του συναισθήματος (μόνο το συναίσθημα θα δικαιολογούσε την προσκόλλησή μας στην έννοια της εθνότητας, που κατάντησε έννοια περίπου… ερωτική), η έννοια του κράτους, αντίθετα, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δρώσα.
Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους. Όπως ήδη αντιληφθήκαμε, το έθνος είναι έννοια εξαιρετικά πλατιά – τόσο πλατιά που να ξεχειλώνει από παντού και κανείς να μην μπορεί να τη συμμαζέψει. Άλλωστε, κανείς μελετητής δεν κατάφερε να δώσει έναν σαφή ορισμό της έννοιας «έθνος».
Πώς θα ήταν δυνατό να οριστούν με σαφήνεια τα συναισθήματα; Η έκφραση, για παράδειγμα, «αγαπώ την Ελλάδα» (νοούμενη ως έθνος) δεν έχει μεγαλύτερη αξία από την έκφραση «αγαπώ τη Μαρία». Και οι δύο εκφράσεις είναι το ίδιο δυσπερίγραπτες λο¬γικά, γιατί είναι το ίδιο συναισθηματικές.
Και επειδή κάτι πρέπει ν’ αγαπάει κανείς σε τούτο τον κόσμο, όταν δεν είναι σε θέση να αγαπήσει τις γυναίκες (και οι γυναίκες τους άντρες) καταλήγει τελικά ν’ αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης… τη σημαία, το στέμμα και άλλα τέτοια φετίχ, αποδεικνυόμενος γνήσιος ειδωλολάτρης. Παρά ταύτα, έχει την αξίωση να τον αντιμετωπίζουμε ως πολιτισμένο άνθρωπο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος, όσο και ο Αφρικανός ανθρωποφάγος.
Γιατί, αν δεν ήταν ανθρωποφάγος δε θα επιθυμούσε να «φάει τον εχθρό», ή να τον «πετάξει στη θάλασσα» (δηλαδή να τον πνίξει σαν γατί) ή να του «πιει το αίμα» σαν βρικόλακας. Ας το καταλάβουμε καλά: Ο εθνικισμός είναι πρωτογονισμός και βαρβαρότητα, κυρίως όταν ο «εθνικόφρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί να καταλάβει πως πίσω απ’ αυτό τον πρωτόγονο συναισθηματισμό κρύβονται τα πεζά σχέδια τον οικονομικά ισχυρών.
Η ομηρική λέξη κράτος, λοιπόν, σημαίνει στην κυριολεξία ισχύς, δύναμη, εξουσία, βία, κυριαρχία. (Η λέξη παράγεται απ» το ρήμα κρατώ που σημαίνει είμαι ισχυρός, είμαι δυνατός, είναι κυρίαρχος.) Αν το έθνος είναι έννοια συναισθηματική, που έγινε τέτοια από εκπεσμό του αρχικού φυλετικού και στη συνέχεια του πολιτιστικού της περιεχομένου, το κράτος είναι έννοια λογική μέχρι παραλογισμού.
Τίποτε δεν είναι πιο υπαρκτό, πιο βασανιστικό και πιο καταπιεστικό απ’ το σύγχρονο κράτος, σ’ όλες του τις μορφές. Σε τελική ανάλυση, κράτος είναι οι νόμοι του κράτους, οι χωροφύλακες του κράτους, οι δεσμοφύλακες του κράτους. Και οι… παπάδες του κράτους, στην περίπτωση που οι παπάδες πλην της πνευματικής θέλουν να ασκούν και κοσμική εξουσία, καλή ώρα σαν τους δικούς μας δεσποτάδες, που ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται απ’ τό πνεύμα και ολοένα και περισσότερο πλησιάζουν το… οινόπνευμα. (Το καλό κρασί θέλει και καλό φαΐ, λέει ο λαός.)
Και παρόλο που το κράτος στηρίζεται συναισθηματικά στο έθνος, στις περιπτώσεις εκείνες που, όπως εδώ, δεν μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτό ούτε φυλετικά ούτε πολιτιστικά, αδιαφορεί πλήρως για το έθνος.η μου πείτε πως οι υδροκέφαλοι «κρατικοί λειτουργοί» εδώ στην Ελλάδα των Ελλήνων κομπιναδόρων πιστεύουν έστω και μια λέξη απ’ αυτά, που λένε στους εκφωνούμενους κατά τις εθνικές επετείους λόγους.
Πρόκειται, απλώς, για λόγια παχιά που απευθύνονται σε εγκέφαλους αδύνατους. Και καμιά φορά, πρόκειται για λόγια παχιά που κυοφορούνται σε εγκέφαλους αδύνατους και απευθύνονται σε εγκέφαλους το ίδιο αδύνατους. (Είναι η περίπτωση των «εθνικών» άλογων λόγων του Γ. Παπαδόπουλου και των περί αυτόν κρετίνων.).
ΚΑΠΟΥ, λοιπόν, τα πράγματα έχουν μπλέξει επικίνδυνα. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα να μην ξέρουμε πια που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το έθνος – και αντίστροφα. Έτσι, τα κρατικά τα βαφτίζουμε εθνικά, ενώ τα εθνικά δεν είναι παρά κρατικά. Κουλουβάχατα, κατά το δη λεγόμενο. Μ’ άλλα λόγια, ακόμα δεν καταλάβαμε πως Έλληνας, έτσι πεζά, είναι ο καθένας που έχει την ελληνική υπηκοότητα, που υπακούει, δηλαδή, στους νόμους του ελληνικού κράτους, άσχετα απ’ τη φυλετική του προέλευση.
Εντούτοις θέλουμε τους Έλληνες να υπακούουν και στους «νόμους του αίματος», ως γνήσιοι Αφρικανοί. Και παρά ταύτα δε μας πετούν με τις κλωτσιές απ’ την ΕΟΚ, κι απ’ όπου αλλού υπάρχουν πολιτισμένοι άνθρωποι.
Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο επίμοχθο και σχολαστικά τεκμηριωμένο έργο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) λέει: «Η συνεπής επιδίωξη της θρησκευτικής κλειστότητας στην τουρκοκρατία, ενώ διατήρησε την εθνική συνείδηση μεγάλων τμημάτων του ανά την Μικρά Ασία ελληνισμού, επί των Βαλκανίων επέφερε ένα αξεδιάλυτο συνειδησιακό μείγμα μεταξύ Ελλήνων, Σλάβων, Βλάχων, Αλβανών», κλπ.
Και συνεχίζει: «Η κατάσταση του νεοελληνικού εθνισμού των πρώτων επαναστατικών χρόνων ήταν η συνειδησιακή πολλαπλότητα διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού και συνεπώς η μη ύπαρξη συγκεκριμένης ιδεολογίας». Και διερωτάται ευλόγως: «Ποια εξωτερική πολιτική μπορεί να έχει μια χώρα μειονοτήτων;». Και διευκρινίζει αλλού: «Οι πολιτικοί δε δημιουργούν Ιστορία. Απλώς την υπηρετούν».
Εδώ όμως, ούτε ο λαός δημιουργεί ενσυνείδητα Ιστορία. Διότι υπηρετεί τους πολιτικούς και όχι τον εαυτό του. Και η νεοελληνική Ιστορία δεν υπακούει σε καμιά πρόθεση. Απλώς, αναφύεται τυχαία και αναγκαία, όπως το χορταράκι στους αγρούς. Η νεοελληνική Ιστορία είναι… αγροτική ιστορία στην πιο απόλυτη κυριολεξία.
Το παραπάνω άρθρο  δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Έθνος” το μακρινό 1987. Ο διανοητής Βασίλης Ραφαηλίδης αναλύει τις έννοιες του έθνους, του κράτους και του ρατσισμού στην Ελλάδα, πάντα διορατικός και μπροστά από την εποχή του.

nostimonimar.gr

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Dunkirk δια τρία-Το πολεμικό σινεμά και το σινεμά του Νόλαν

Αρθογράφος:
Dunkirk δια τρία
Για την καλύτερη ταινία του καλοκαιριού έπρεπε να περιμένουμε το τέλος του
Το πολεμικό σινεμά και το σινεμά του Νόλαν

Η μεγάλη κινηματογραφική παράδοση του πολεμικού δράματος εν πολλοίς βασίζεται πάνω σε συγκεκριμένα θέματα και μοτίβα. Με το φόντο άλλοτε την γκρίζα και γκρεμισμένη Ευρώπη του 1940 και άλλοτε υγρές και αφιλόξενες ζούγκλες της ΝΑ Ασίας, το δυτικό σινεμά αναζητά μικρές και μεγάλες (πραγματικές και μη πραγματικές) ιστορίες για να υφάνει κινηματογραφικές αφηγήσεις για τον ηρωισμό, την δειλία, τον πατριωτισμό, τον παραλογισμό και την βιαιότητα του πολέμου. Οι ήρωες τα βάζουν με τους συσχετισμούς, με τους φόβους τους, με την ζαριά εκείνη που μπορεί να τους κάνει από ήρωες με ονοματεπώνυμο, τυχαία ανώνυμα θύματα μιας θλιβερής στατιστικής πεσόντων.

Μπορεί να είναι τυχαίο και όχι αξιοσημείωτο, μα από το 2010 μέχρι σήμερα έχουμε περισσότερες πολεμικές ταινίες απ’ ότι την δεκαετία του παροξυσμού τους, το 1950 (171 έναντι 163 σύμφωνα με την Wikipedia).  Ενώ από το 1930 είχαμε σταθερά πάνω από 50 πολεμικές ταινίες ανά δεκαετία, τη δεκαετία του ’90, εναρμονισμένο ίσως το σινεμά στην γραμμή του τέλους της ιστορίας, είχαμε μόλις 35. Ωστόσο, η συνεχής και αμείλικτη άρνηση της ιστορίας να τελειώσει ίσως έχει συμβάλει σε μια επιστροφή του συγκεκριμένου είδους, που από το 2000 μέχρι το 2020 θα έχει φτάσει κοντά στις 300 ταινίες.

Το Dunkirk του Christopher Nolan, βασισμένο στην πραγματική ιστορία διάσωσης >300.000 στρατιωτών από τις ακτές της Δουνκέρκης από ένα συνδυασμό στρατιωτικών δυνάμεων των Συμμάχων και Άγγλων πολιτών, είναι μια ταινία που αναμετράται με όλα τα κλασσικά μοτίβα του πολεμικού δράματος και ανήκει σαφώς σε αυτό το είδος, αλλά σε τελική ανάλυση είναι πρώτα και κύρια μια ταινία του σκηνοθέτη της, με όλα τα καλά και τα κακά που μπορεί να σημαίνει αυτό. Στην περίπτωση ενός από τους τελευταίους auteur, του Christopher Nolan (Memento, Inception, Batman Trilogy, Interstellar), τα καλά είναι αρκετά περισσότερα. Η ταινία μπορεί να ιδωθεί (αφηγηματικά αλλά και θεματικά) ως σύνολο τριων αλληλένδετων κομματιών.
Ο χρόνος, ξανά
Αν θέλει κάποιος να βρει κάποια κοινά θέματα στα πιο μεγαλεπήβολα προσωπικά οράματα του Nolan (φερ ειπείν, το Inception και το Interstellar), θα εντοπίσει σαφώς τον Χρόνο. Ένα όνειρο στο Inception κρατά μονάχα τα δευτερόλεπτα του REM, ωστόσο εντός του ονείρου ο χρόνος διαστέλλεται: Σε πολύ βαθιά επίπεδα ύπνου για παράδειγμα,  η διάρκεια του ονείρου μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή σχεδόν, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί μονάχα όσο μια απογευματινή σιέστα. Στο Interstellar η βαρύτητα εξουσιάζει το χρόνο ακόμα πιο κυριολεκτικά: Η παραμονή των ηρώων σε έναν πλανήτη κοντά στο βαρυτικό κέντρο μιας μαύρης τρύπας κρατά μόλις ένα τέταρτο, αλλά όταν επιστρέφουν στο διαστημόπλοιό τους έχουν περάσει περίπου 35 χρόνια. Και στις δυο περιπτώσεις, ο χρόνος είναι αμείλικτος, «αφιλόξενος», οριακά εχθρός.

Το Dunkirk από την άλλη, ως πολεμικό δράμα και μάλιστα βασισμένο σε μια εντελώς πραγματική (και άρα χωροχρονικά τοποθετημένη) ιστορία, πιθανότατα να σηματοδοτούσε μια θεματική στροφή για τον σκηνοθέτη. Ωστόσο, πολύ γρήγορα αποκαλύπτεται πως δεν είναι παρά ένα ακόμα (πρόσφορο όπως αποδεικνύεται) έδαφος για να κατασκευάσει ο σκηνοθέτης τα παιχνίδια του με το χρόνο: Από την έξοχη εισαγωγική σκηνή ακόμα μας πληροφορεί για ένα πολύ συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα: Στην ακτή, οι στρατιώτες έμειναν μια εβδομάδα. Τα ιδιωτικά πλοιάρια που ανέλαβαν το μεγαλύτερο φορτίο της διάσωσης, χρειάστηκαν μια μέρα για να περάσουν την Μάγχη. Η αεροπορική βοήθεια για να σταματήσει τα βομβαρδιστικά των Γερμανών, χρειάστηκε μια ώρα. Με αυτά ως δεδομένα, ο Nolan κατασκευάζει μια αφήγηση μη γραμμική, όπου πολλές σκηνές επικαλύπτονται ανάλογα με την οπτική γωνία (POV), που είναι διαμοιρασμένη σε τρεις βασικούς άξονες, έναν για κάθε χρονικό συνεχές.

Με άλλα λόγια, τα γεγονότα εκτυλίσσονται παράλληλα στην αφήγηση αλλά σε διαφορετικούς (κανονικούς) χρόνους. Το εγχείρημα αυτό αποτελεί εμφανώς την βασική κατασκευαστική ανησυχία και επιδίωξη του σκηνοθέτη και ασφαλώς απαιτεί την συγκέντρωση του θεατή. Στην ακτή της Δουνκέρκης έχουμε δυο κεντρικές φιγούρες: Έναν ανώνυμο στρατιώτη που αναζητά συνεχώς τρόπους να διαφύγει (Fionn Whitehead, ίσως ότι πιο κοντά στην έννοια του «πρωταγωνιστή» του έργου), και του οποίου η ιστορία συνιστά μια ιστορία επιβίωσης ∙ Έναν ανώτερο αξιωματικό του Ναυτικού (Kenneth Brannah) που συντονίζει το «φόρτωμα» των στρατιωτών στα πλοία και είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο μοναδικός που «βλέπει» και τις τρεις χρονικότητες ταυτόχρονα. Στον «αέρα» δεσπόζει η αγαπημένη του Nolan φιγούρα του Tom Hardy*, που πιλοτάρει ένα Spitfire της Αγγλικής αεροπορίας και η ιστορία του είναι μια ιστορία ηρωισμού. Στη θάλασσα, η οπτική μας γωνία έρχεται μέσα από ένα ιδιωτικό πλοιάριο το οποίο κουμαντάρει ο Mark Rylance (όσο Άγγλος και ηρωικός χρειάζεται για να έχει την καλύτερη ερμηνεία του έργου) και από το οποίο διασώζεται ένας ακόμα ανώνυμος στρατιώτης (Cillian Murphy) που δεν συμμερίζεται καθόλου τον ανιδιοτελή ηρωισμό του καπετάνιου και αρνείται να γυρίσει πίσω στην ακτή.

Μια σειρά από ελλάσσονες ακόμα ήρωες περνούν από την οθόνη και στα τρια επίπεδα, που «συγχωνεύονται» λίγο πριν το φινάλε της ταινίας. Θα ήταν όμως πολύ μερικό να δει κανείς το έργο αυτό ως μια επίδειξη σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ στην «ανασύνθεση» της γραμμικής αφήγησης και στο παιχνίδι με το χρόνο∙ αυτό που κάνει την ταινία μια πραγματικά έντονη (σε σημεία εξουθενωτική) εμπειρία είναι όλα τα υπόλοιπα με τα οποία καταπιάνεται ο Nolan.
Ο φόβος, ξανά
Αν και είναι φανερή η πρόθεσή του να «γεμίσει» το κάδρο του με μεγάλα πλάνα, λίγα πράγματα βλέπουμε από τους πραγματικούς «αριθμούς» της Δουνκέρκης. Η «τάξη μεγέθους» του ιστορικού γεγονότος περισσότερο υποννοείται παρά τη βλέπουμε: Από τους 400.000 στρατιώτες της ακτής σε κάποια πλάνα ίσως βλέπουμε μερικές δεκάδες χιλιάδες. Από τα εκατοντάδες πλοιάρια που κατέφτασαν για να συλλέξουν τους στρατιώτες ίσως βλέπουμε καμιά δεκαριά. Από τα δεκάδες αεροπλάνα που αναμετρήθηκαν με τα γερμανικά βομβαρδιστικά, βλέπουμε τρια. Είναι όμως φανερή η πρόθεση του Nolan να μην αναμετρηθεί μια ακόμα «Απόβαση στη Νορμανδία» (όπως έκανε ο Spielberg στην «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν») αλλά με κάτι που θα πλησίαζε περισσότερο προς τα «κοντινά» της υπαρξιακής αγωνίας της «Λεπτής Κόκκινης Γραμμής» του Malick (χωρίς βέβαια να συγκρίνονται οι δυο ταινίες). Αυτό που εκλαμβάνουμε από την Δουνκέρκη δεν είναι τα μεγάλης κλίμακας πλάνα μιας μεγάλης κλίμακας διάσωσης, αλλά τα πολύ πολύ ειδικότερα πλάνα μιας φρίκης που μοιάζει να συναθροίζει όλες τις πιθανές νευρώσεις και φοβίες του θανάτου. Ο φόβος του πνιγμού, ο φόβος του εγκλωβισμού, ο φόβος της εγκατάλειψης, ο φόβος της φωτιάς, ο φόβος του ύψους, όλοι οι φόβοι γίνονται ένας και αδιαίρετος φόβος του επερχόμενου θανάτου. Οι στρατιώτες δεν αισθάνονται ήρωες, ακόμα και όταν επιστρέφουν και δουν (δεν είναι spoiler) τους Άγγλους να τους επευφημούν. Οι στρατιώτες ζουν και πεθαίνουν από τύχη, και ο Nolan φροντίζει να εστιάσει σε αυτό το γύρισμα της ρουλέτας, ομολογώντας και ο ίδιος πως η ταινία του είναι περισσότερο ένα θρίλερ παρά ένα πολεμικό έπος.

Πράγματι, η ταινία, «μαζεμένη» σε 100 σφιχτά λεπτά (ας θυμηθούμε πως ακόμα και τα Batman του ξεπερνούσαν κατά πολύ τις 2 ώρες), είναι ένα συνεχές κρεσέντο αγωνίας. Ελάχιστοι διάλογοι, εναλλαγές πανοραμικών και πολύ ειδικών πλάνων, επένδυση στα στοιχεία της φύσης (ειδικά το νερό χρησιμοποιείται με εκπληκτικό τρόπο) και στην αυθεντικότητα των σκηνών, η ταινία είναι καθηλωτική για πολλούς λόγους. Για  άλλη μια φορά όμως βασικός «αρωγός» της έντασης είναι ο (μόνιμος συνεργάτης του Nolan) Hans Zimmer.

Η μουσική του Zimmer (με τα ίδια όργανα πλην του organ με το Interstellar) είναι ο βασικός «διάλογος» του φιλμ, ασταμάτητη και κυριαρχική, που «ενώνει» τις διαφορετικές οπτικές γωνίες χωρίς να σταματά ανάμεσα στα cut του σκηνοθέτη. Άλλοτε είναι η αμείλικτη αίσθηση του χρόνου (όπου αντιγράφει εαυτόν από το Interstellar) και άλλοτε είναι η αμείλικτη αίσθηση του παρατεταμένου συναγερμού και του επερχόμενου θανάτου.

Ο Nolan, ξανά
Η ταινία είναι φασαριόζα, οπτικά μεγαλειώδης, καθηλωτική. Εντάξει, και ελαφρώς «στεγνή». Μοιάζει δηλαδή με την κατασκευή ενός πολύ ευφυούς δεξιοτέχνη που έχει πολύ σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθεί από συναισθηματικές ταυτίσεις και λοιπές «ευκολίες». Άλλωστε η πλειοψηφία των στρατιωτών είναι εντελώς ανώνυμοι, τυχαίες εστιάσεις μέσα στο πλήθος, ενώ η πραγματική έκβαση της ιστορίας είναι από μόνη της μια συγκινησιακή φόρτιση. Ο Nolan θέλει (από καιρό) να δείξει άλλα πράγματα. Κυρίως, να δείξει ότι άλλα πράγματα μπορούν να κινηματογραφηθούν. Πράγματι, τα περισσότερα από όσα κάνει μοιάζουν να μην έχουν κινηματογραφηθεί ξανά και η άρνηση του Nolan για πάσης φύσεως ευκολίες (π.χ. τα εκτεταμένα CGI) μας χαρίζει εδώ πολλά υπέροχα πλάνα, στον αέρα, το νερό και την γη.

Με άλλα λόγια, δεν είναι μια ταινία που θα βουρκώσει ένα θεατή όταν ο Tom Hanks θα πει «earn it» στον Matt Damon, δεν είναι μια ταινία που θα ανατριχιάσει με το παιχνίδι του Marlon Brando με τις σκιές ούτε μια ταινία που θα κάνει το βλέμμα συμφιλίωσης του Jim Cavizel πριν το θάνατο ένα πλάνο οπτικής ποίησης. Το Dunkirk είναι ένα επίτευγμα, αλλά άλλου είδους επίτευγμα. Δεν έρχεται τόσο να προσθέσει στην κινηματογραφική μυθολογία του πολέμου, όσο στην κινηματογραφική μυθολογία γενικά.

Η κάμερα του Nolan είναι ψυχρή σαν παγόβουνο και λεπτοδουλεμένη σαν χιονονιφάδα. Ίσως είναι και καλύτερα έτσι: Όταν κάπως εκβίασε συναισθηματισμούς, κατέληξε σε μάλλον γλυκερά μελό (θυμηθείτε τα περί αγάπης στο Interstellar).  Είναι μάλλον προς τιμήν του Nolan που συνεχίζει να «απαιτεί» από τους θεατές: Την προσοχή τους, την επαγρύπνησή τους, την εκτίμηση των κατασκευαστικών άθλων για να μπορέσει να δει ένα πλοίο να βυθίζεται χωρίς κοφτό μοντάζ αλλά με την κάμερα όντως να πληρώνεται αργά και σταθερά με νερό.

Ίσως εύλογα, είναι και προς τιμήν του πως και οι θεατές «απαιτούν» από αυτόν συνεχώς περισσότερα.  Κάποιοι ίσως πουν ότι η ταινία είναι πιο αδύναμη (θεματικά και τεχνικά) από τα ταξίδια του Nolan στο διάστημα, στην μνήμη, στα όνειρα, ακόμα και στην Gotham City. Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά μια ακόμα ταιριαστή ψηφίδα σε ένα αισθητικό και νοηματικό μωσαϊκό που ο σκηνοθέτης χτίζει μεθοδικά εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ο ρεαλισμός της αισθητικής του, όσο ψυχρός και αν μοιάζει πολλές φορές, βρίσκει στον πόλεμο ένα πολύ ταιριαστό έδαφος για απογύμνωση και σκληρότητα, μακριά από τους επικούς εξωραϊσμούς και τους πατριωτικούς ηρωϊσμούς.

Με όλες τις αρετές και τις αδυναμίες του πάντως, το Dunkirk είναι μια ταινία που είναι φτιαγμένη για το σινεμά. Όχι για μέτριο torrent ούτε για μια μέση οικιακή τηλεόραση, ακόμα και αν είναι από blue-ray. Το Dunkirk είναι αγνό και ατόφιο σινεμά, προορισμένο για την γοητεία και την συγκίνηση της σκοτεινής αίθουσας. Θα προκαλέσει ένταση, ασφυξία, πνιγμό και σφίξιμο της πολυθρόνας και θα φέρει ανακούφιση και λύτρωση (η ιστορία της Δουνκέρκης φρόντισε για αυτό άλλωστε).

Είναι με άλλα λόγια μια εξαιρετική επιστροφή για την πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική σεζόν που ξεκινά.
*Μεταξύ σοβαρού και αστείου, είναι φανερό πως ο Nolan αγαπάει τον Tom Hardy (είναι ωραίος τύπος άλλωστε) αλλά φαίνεται πως εμπιστεύεται πάρα πολύ τα μάτια του. Στο Dark Knight Rises ο Hardy είχει υποδυθεί τον Bane, έναν κακό που ήταν καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας με μια μάσκα οξυγόνου στο πρόσωπο. Στο Dunkirk ο Hardy περνάει την μεγαλύτερη διάρκεια με την μάσκα του πιλότου, αφήνοντας ξανά τους μικρούς μορφασμούς των ματιών του να κάνουν όλη την δουλειά. Και εδώ φυσικά η φωνή του είναι ελαφρώς παραμορφωμένη. Δηλαδή, αν ποτέ ο Nolan αποφασίσει να γυρίσει ταινία με τον Hannibal Lecter, μάλλον είναι σαφές ποιον θα βάλει στα παπούτσια του Anthony Hopkins.
πηγή alfavita.gr

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Κατάδικοι στα χέρια των Αγγλων

Η ελληνική πειρατεία ανθούσε στη Μεσόγειο και προκαλούσε την οργή του Αγγλου ναυάρχου Εντουαρντ Κόδρινγκτον (αριστερά). Δεξιά το διάταγμα της απονομής χάριτος στους Ελληνες καταδικασμένους για πειρατεία (21.12.1836)
Συντάκτης: 
Τα… γενέθλια της ελληνικής κοινότητας της Αυστραλίας θεωρείται ότι είναι στις 29 Αυγούστου, καθώς εκείνη την ημέρα του 1829 έφτασαν με ένα πλοίο, ανάμεσα σε 201 κατάδικους, οι πρώτοι επτά Ελληνες, από τους οποίους οι δύο επέλεξαν αργότερα να μείνουν στη χώρα των καγκουρό για την υπόλοιπη ζωή τους.
Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι είχαν προηγηθεί ορισμένα άλλα άτομα, όπως ο Υδραίος καπετάνιος Δαμιανός Γκίκας, που είχε συλληφθεί άδικα από ένα αγγλικό πλοίο για πειρατεία και καταδικάστηκε σε εξορία στο Σίδνεϊ, ή ο Γιώργος Παππάς, που βρέθηκε το 1814 σε αυστραλιανό έδαφος ως μέλος βρετανικού πληρώματος εποικισμού, παντρεύτηκε μια ιθαγενή (Αβορίγινα) και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Σίδνεϊ.
Για κανέναν, όμως, δεν είναι τεκμηριωμένη η άφιξη στην Αυστραλία καθώς δεν υπάρχουν σχετικές εγγραφές. Μόνο ορισμένες αυστραλιανές εφημερίδες του 1900 αναφέρουν ότι υπήρχαν και άλλοι Ελληνες που έφτασαν στην πέμπτη ήπειρο μεταξύ του 1803 και του 1820.
Το βρετανικό πλοίο «Γκάνετ» (Gannet) που τον Ιούλιο του 1827, έξω από τη Μάλτα συνέλαβε τη σκούνα με τους Ελληνες ναυτικούς
Ετσι, οι πρώτοι Ελληνες που επιβεβαιωμένα αποβιβάστηκαν σε λιμάνι της Αυστραλίας ήταν οι επτά ναυτικοί για τους οποίους υπάρχουν επίσημα στοιχεία από τη στιγμή της σύλληψής τους από το βρετανικό πλοίο «Γκάνετ» (Gannet), τον Ιούλιο του 1827, έξω από τη Μάλτα.
Ηταν μια χρονιά που η ελληνική πειρατεία ανθούσε στη Μεσόγειο, προκαλώντας την οργή τού μετέπειτα νικητή στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, του Αγγλου ναυάρχου Εντουαρντ Κόδρινγκτον (Sir Edward Codrington), καθώς η γραφειοκρατική βρετανική Δικαιοσύνη απαιτούσε χρονοβόρες διαδικασίες, που οδηγούσαν τις περισσότερες φορές στην απαλλαγή των συλληφθέντων. Οι επτά Ελληνες ήταν μέλη του πληρώματος της σκούνας «Ηρακλής», με καπετάνιο τον 22χρονο Αντώνη Μανώλη από την Αθήνα (σε ορισμένα αρχεία αναφέρεται ως Αντώνης του Μανώλη, καθώς προφανώς το πατρώνυμο έγινε αργότερα επώνυμο).
Ο Μανώλης περιγράφεται από Αυστραλούς ιστορικούς ως εγγράμματος, ανύπαντρος και προτεστάντης στο δόγμα. Είχε ύψος 1,70-1,75, σκούρα καστανά μάτια και μαλλιά, ενώ είχε και μια κάθετη ουλή στη μύτη.
Οι άλλοι έξι νέοι σε ηλικία ναυτικοί ήταν οι Υδραίοι: Δαμιανός Νίνης, 24 χρόνων, Γκίκας Βούλγαρης, 22 χρόνων, Γιώργης Βασιλάκης, 20 χρόνων, Κωνσταντής Στρομπόλης, 24 χρόνων, Γιώργης Λαρέντζος ή Λαρίτσος, 27 χρόνων, και Νικόλας Παπένδρος ή Παπανδρέας, 20 χρόνων.
Ολοι κατηγορήθηκαν ότι οπλισμένοι με πιστόλια και γιαταγάνια είχαν κουρσέψει, στις 29 Ιουλίου, το βρετανικό εμπορικό μπρίκι «Αλκηστη», που έπλεε ανοιχτά των ακτών της Λιβύης.
Οι πειρατές, αφού αφαίρεσαν όλα τα τιμαλφή, του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του για την Αλεξάνδρεια χωρίς να πειράξουν το πλήρωμα.
Δύο μέρες αργότερα συνελήφθησαν από το βρετανικό πολεμικό πλοίο και οδηγήθηκαν στη Μάλτα, όπου έμειναν 5 μήνες στη φυλακή περιμένοντας να δικαστούν.
Για κακή τους τύχη, ένας από τους δύο προεδρεύοντες του δικαστηρίου που συνεδρίασε τον Φεβρουάριο του 1828, στη βρετανική τότε Μάλτα, ήταν ο ίδιος ο Κόδρινγκτον, ο οποίος με έγγραφά του τόσο προς την αγγλική όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση ζητούσε αυστηρότερα μέτρα και ποινές για την πάταξη της πειρατείας.
Ιστορικοί από τη Μάλτα σημειώνουν σκωπτικά ότι ο Κόδρινγκτον δεν ήταν για τη συγκεκριμένη δίκη ο πιο αντικειμενικός δικαστής.
Ο άλλος ήταν ο δικαστής του Δικαστηρίου του Υποναυαρχείου, Τζον Στόνταρτ.
Σύμφωνα με τα αρχεία της Μάλτας, ένορκοι ήταν τρεις Αγγλοι, τρεις Μαλτέζοι, τέσσερις Σικελοί, ένας Γάλλος και ένας Ισπανός, ενώ τους κρατούμενους υπερασπίστηκε ο «εισαγγελέας των φτωχών», Φραντζέσκο Τορεγιάνι, και την κατηγορία υποστήριξαν οι Τζιοβάνι Βέλα και Γκίο Σαταριάνο.
Στο εδώλιο, εκτός από τους παραπάνω, είχαν καθίσει άλλα δύο άτομα, οι Πέτρος Λαλάχος και Πέτρος Θεοδόσης Μπουφ, οι οποίοι αθωώθηκαν καθώς δεν αναγνωρίστηκαν από κανέναν μάρτυρα.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα να συλλαμβάνουν και να λεηλατούν ένα πλοίο με προορισμό την Αλεξάνδρεια, η οποία είχε καταληφθεί από την Τουρκία και ήταν εχθρική χώρα και σε πόλεμο με την Ελλάδα.
Ομως, ο ισχυρισμός τους ανατράπηκε από τους κατήγορους, οι οποίοι αντέτειναν ότι οι δράστες είχαν πάρει μόνο προσωπικά τιμαλφή και είχαν επιτρέψει να συνεχιστεί το ταξίδι, αφήνοντας τα στρατιωτικά αντικείμενα να παραδοθούν στον… εχθρό.
Μετά από 88 (!) ώρες συζήτησης κεκλεισμένων των θυρών, οι ένορκοι έκριναν αθώους τους δύο κατηγορούμενους και ένοχους τους άλλους επτά, στους οποίους το δικαστήριο επέβαλε την ποινή του θανάτου.
Δεδομένου ότι αμφισβητήθηκε η τυπική εγκυρότητα της διαδικασίας, η κυβέρνηση της Μάλτας απέστειλε όλα τα έγγραφα στο Λονδίνο για περαιτέρω εξέταση. Μέχρι τότε αναστελλόταν η εκτέλεση της ποινής.
Παράλληλα, οι καταδικασθέντες υπέβαλαν αίτηση στον βασιλιά της Αγγλίας Γεώργιο IV για ακύρωση της θανατικής ποινής.
Το αίτημά τους είχε ευνοϊκή αντιμετώπιση κατ’ άλλους επειδή ο γραμματέας των Αποικιών, Ουίλιαμ Χάσκινσον, υποστήριζε το κίνημα για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και κατ’ άλλους επειδή το Λονδίνο έκρινε ότι οι Ελληνες θα ήταν πιο χρήσιμοι στο βρετανικό κράτος αν εξορίζονταν στην Αυστραλία για καταναγκαστικά έργα.
Εξόριστοι στη χώρα των καγκουρό
Δημοσίευμα εφημερίδας της Αυστραλίας (12.9.1829), με την είδηση της άφιξης των Ελλήνων πειρατών. Η αρχική δημοσίευση έκανε αναφορά σε 8 και όχι 7, που έφτασαν με το πλοίο «Αμέρικα» ενώ το όνομα του πλοίου έχει καταγραφεί ως «Νόρφολκ» | 
Η ποινή του θανάτου μετατράπηκε σε ισόβια εξορία για τους τρεις (Αντώνης Μανώλης, Δαμιανός Νίνης και Γιώργης Βασιλάκης) και σε 14 χρόνια εξορίας για τους υπόλοιπους.
Ετσι, στις 23 Μαΐου 1829, επιβιβάστηκαν στο βρετανικό πλοίο «Norfolk», που μετέφερε συνολικά 201 κρατούμενους στην Αυστραλία.
Το κατασκευασμένο το 1804 ιστιοφόρο χρησιμοποιήθηκε από το 1825 και για 12 χρόνια σε μεταφορές κρατουμένων και επιβατών από την Αγγλία για την Αυστραλία και αντίστροφα.
Για το συγκεκριμένο ταξίδι αναχώρησε από το λιμάνι Σπίτχεντ (Spithead), στη νότια Αγγλία, με κυβερνήτη τον Αλεξάντερ Γκρέιγκ, και μετά από ένα επίπονο ταξίδι έφτασε, στις 27 Αυγούστου 1829, στο Πορτ Τζάκσον.
Το προηγούμενο πλοίο που είχε φτάσει λίγες μέρες νωρίτερα με κρατούμενους ήταν το «Αμέρικα» και ίσως γι’ αυτό πολλές από τις εφημερίδες της Αυστραλίας έγραψαν τότε ότι οι Ελληνες πειρατές είχαν φτάσει με εκείνο.
Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται, πάντως, ότι το ταξίδι διάρκειας 91 ημερών του «Νόρφολκ» ήταν από τα ταχύτερα και παρότι υπήρξαν κρούσματα πλευρίτιδας, δυσπεψίας, διάρροιας και οσφυαλγίας, δεν υπήρξε κανένας θάνατος και μόνο ένας στρατιώτης της φρουράς χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο.
Οι κατάδικοι αποβιβάστηκαν από το πλοίο στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, αλλά το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στους Ελληνες πειρατές που έφταναν για πρώτη φορά.
Μερικά χαρακτηριστικά δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων είναι τα εξής:
► «The Sydney Gazette and New South Wales Advertiser» (Σάββατο 12/9/1829, σελ. 2): «Μεταξύ των κρατουμένων είναι οκτώ Ελληνες πειρατές, οι οποίοι δικάστηκαν στην Αγγλία και καταδικάστηκαν σε μεταφορά (σ.σ. εννοεί εξορία)».
► «Τhe Sydney Monitor» (Σάββατο 19/9/1829, σελ. 3): «Οκτώ Ελληνες πειρατές έφτασαν σε αυτή την αποικία μεταφερόμενοι με το πλοίο “Αμέρικα” για να ζήσουν (εδώ)».
► «The Australian» (εφημερίδα του Σίδνεϊ, Τετάρτη 16/9/1829, σελ. 3): «Μεταξύ των κρατουμένων έφτασαν, τον τελευταίο καιρό, οκτώ Ελληνες καταδικασμένοι -λόγω πειρατείας- σε μεταφορά σε αυτή την αποικία για όλη τη ζωή τους».
Μετά τις πρώτες μέρες στο Σίδνεϊ, οι επτά Ελληνες τέθηκαν στις υπηρεσίες των αποικιακών αρχών, οι οποίες τους καταμέρισαν σε διάφορες εργασίες.
Ο Αντώνης Μανώλης και ο 20χρονος Υδραίος Νικόλας Παπένδρος ή Παπανδρέας είχαν οριστεί να εργάζονται στα αγροκτήματα του Ουίλιαμ Μακ Αρθουρ.
Φαίνεται ότι εκεί αξιοποιήθηκαν στην καλλιέργεια του αμπελιού, την οποία γνώριζαν καλά, και σύμφωνα με περιγραφές ανέπτυσσαν τα αμπέλια σε «καφασωτά», «όπως γινόταν στην Πελοπόννησο».
Ωστόσο, κάποιος από τους δύο, δεν έχει διευκρινιστεί ποιος, επιχείρησε, τον Μάρτιο του 1831, να δραπετεύσει τρυπώνοντας στο μπρίκι «Ουέλινγκτον». Ομως, έγινε αντιληπτός από τον κυβερνήτη και παραδόθηκε στην Αστυνομία.
Ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι πήγε στο πλοίο για να δει έναν φίλο, με τον οποίο ήπιαν κάποιο ποτό, κάπνισαν ένα πούρο και ζαλίστηκαν, με αποτέλεσμα να έφευγε παρά τη θέλησή του [Πηγή: «The Sydney Gazette», Πέμπτη 24 Μαρτίου 1831].
Σε ένα άλλο αγρόκτημα, του Βρετανού γραμματέα της Αποικίας, Αλεξάντερ Μακ Λέι, είχε διατεθεί ο Γκίκας Βούλγαρης.
Οπως οι παραπάνω, είχε αναπτύξει την καλλιέργεια του αμπελιού αλλά και της ελιάς. Αλλωστε, το κλίμα ευνοούσε και τα δύο.
Οι υπόλοιποι είχαν διατεθεί σε άλλες εργασίες, κυρίως σε Βρετανούς αξιωματούχους, όπως ο Τζορτζ Ντρούιτ, στρατιωτικός από τους πρωτοπόρους αποίκους, στον οποίο παραχωρήθηκε ο Γιώργης Λαρέντζος ή Λαρίτσος, ο υπίλαρχος της Εφιππης Αστυνομίας Λ. Μακάλιστερ, στον οποίο παραχωρήθηκε ο Γιώργης Βασιλάκης κ.ά.
Ενας, ο Δαμιανός Νίνης, εργάστηκε στον χώρο αποβίβασης και επιβίβασης του λιμανιού.
Ολοι εργάζονταν χωρίς αμοιβή, μόνο για το φαγητό και τον ύπνο τους. Στην ουσία, δηλαδή, εξέτιαν καταναγκαστικά έργα, με την αυστηρότητα στη διαβίωσή τους να εξαρτάται από τη βούληση του αφεντικού-ιδιοκτήτη τους.
Ομως, με τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Ο υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τρικούπης χειρίστηκε προσωπικά το θέμα και ζήτησε από το Λονδίνο την απονομή χάριτος και την επιστροφή των Ελλήνων που καταδικάστηκαν στη Μάλτα.
Το 1836 ο Αγγλος πρωθυπουργός λόρδος Πάλμερστον συμφώνησε να επιστρέψουν εφόσον η ελληνική κυβέρνηση κάλυπτε το κόστος της μεταφοράς τους, που ανήλθε σε 4.921 δραχμές, σημαντικό ποσό για την εποχή.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1836 δημοσιεύτηκε από τη Γραμματεία της Αποικίας η επίσημη απονομή χάριτος και για τους επτά Ελληνες.
Ωστόσο, δύο από αυτούς, ο Αντώνης Μανώλης και ο Γκίκας Βούλγαρης, αποφασίζουν να παραμείνουν για πάντα στη νέα πατρίδα τους.
Οι άλλοι πέντε πήραν ως αμοιβή 12 λίρες ο καθένας για ρούχα και άλλα αναγκαία είδη και ξεκίνησαν για την επιστροφή, για να φτάσουν στην Αγγλία τον Μάρτιο του 1837.
Οι δύο που παρέμειναν στην πέμπτη ήπειρο είχαν διαφορετικές διαδρομές.
Ο πρώην πια καπετάνιος, το 1854, σε ηλικία 50 χρόνων, πήρε την αυστραλιανή υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος Ελληνας που πολιτογραφήθηκε Αυστραλός.
Σε ένα πιστοποιητικό πολιτογράφησης, που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1854, αναφέρεται ως παλιός ναυτικός και νυν εργάτης, που κατάγεται από την Αθήνα και κατοικεί στο Πίκτον, μια συνοικία στα νοτιοδυτικά του Σίδνεϊ.
Εκεί έμεινε και εργάστηκε ως κηπουρός μέχρι τον θάνατό του, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1880, σε ηλικία 76 ετών (γεννήθηκε στην Αθήνα το 1804).
Ο Γκίκας Βούλγαρης είχε καλύτερη τύχη. Απέκτησε περιουσία, έγινε Αυστραλός υπήκοος το 1861 και άλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ.
Παντρεύτηκε μια νεαρή Ιρλανδή και απέκτησε 10 παιδιά και 52 εγγόνια. Οι απόγονοί του φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, έχουν όμως πλέον ενταχθεί στην ιρλανδική και την καθολική κοινότητα.
Την πρώτη αυτή ομάδα των Ελλήνων ακολούθησαν πολλοί ναυτικοί που εγκατέλειψαν τα πλοία τους για να βρουν καλύτερη τύχη στην αχανή ήπειρο.
Ωστόσο, αυτοί οι δύο θεωρούνται οι… ιδρυτές της ελληνικής κοινότητας.
Το 1880 υπήρχαν στην Αυστραλία περίπου 150 Ελληνες. Στην πρώτη επίσημη απογραφή του 1891, βρέθηκε ότι ζούσαν εκεί 482.
Από το χαρέμι του γιου του Αλή Πασά η πρώτη Ελληνίδα φτάνει στην Αυστραλία
Η πρώτη Ελληνίδα που εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αυστραλία και ήταν ταυτόχρονα ο πρώτος «ελεύθερος» Ελληνας οικιστής ήταν η Αικατερίνη-Γεωργία Πλέσσου, ( Πηγή: Ελληνική Κοινότητα της Μελβούρνης) από το χωριό Πλεσιβίτσα (σημερινό Πλαίσιο) Θεσπρωτίας.
Η Πλέσσου έφτασε, στις 28 Σεπτεμβρίου 1835, στη μακρινή ήπειρο μαζί με τον Αγγλο σύζυγό της, Τζέιμς Χένρι Κρούμερ (James Henry Crummer, 1792-1867) και τα πέντε παιδιά που είχαν αποκτήσει μέχρι τότε.
Η Αικατερίνη-Γεωργία είχε γεννηθεί το 1809 ή το 1810. Ο πατέρας της, Γιώργος, που ήταν έμπορος από τις Σέρρες, ταξίδευε συχνά και έτσι η 14χρονη μητέρα της, Βασιλική, μεγάλωνε μόνη τα δύο μικρά παιδιά της, την Αικατερίνη και την Κωστούλα.
Η Βασιλική ήταν πανέμορφη. Την είδε ο γιος του Αλή Πασά, Μουχτάρ, την ερωτεύτηκε και την πήρε στο χαρέμι του.
Απείλησε, μάλιστα, τον σύζυγό της να μην την ξαναπλησιάσει γιατί θα τον σκότωνε.
Η Κατερίνα όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφη. Ο γιος του Αλή Πασά άρχισε να γλυκοκοιτάζει και αυτήν, με αποτέλεσμα η μάνα της να αρραβωνιάσει εσπευσμένα τη δωδεκάχρονη κόρη της με τον γιατρό του Αλή Πασά, τον Ιωάννη Κωλέττη, μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας.
Ο αρραβώνας διαλύθηκε όταν πέθανε ο Αλή Πασάς (1822) και η Κατερίνα βρέθηκε στο Μεσολόγγι. Εκεί γνώρισε τον λόρδο Βύρωνα και έκαναν στενή παρέα.
Πιστεύεται ότι ήταν από τους τελευταίους ανθρώπους που τον είδαν εν ζωή.
Μετά την Εξοδο του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826), η νεαρή κοπέλα περιπλανήθηκε αρκετά και βρέθηκε στο νησάκι Κάλαμος, κοντά στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας, που τελούσε υπό αγγλική κυριαρχία.
Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε, το 1827, τον διοικητή της βρετανικής φρουράς του νησιού και βετεράνο της μάχης του Βατερλό, Τζέιμς Κρούμερ.
Το ζευγάρι ταξίδεψε σε διάφορες περιοχές λόγω του επαγγέλματος του αξιωματικού, ώσπου η χώρα του τον έστειλε να υπηρετήσει στην Αυστραλία.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1835, η Πλέσσου με τον σύζυγό της και τα παιδιά τους φτάνουν στο Σίδνεϊ με ένα πλοίο που μεταφέρει 300 κατάδικους και γίνεται η πρώτη Ελληνίδα έποικος στο Νιουκάστλ.
Στην Αυστραλία θα γεννηθεί το έκτο παιδί τους. Απέκτησαν συνολικά έντεκα παιδιά, εκ των οποίων έζησαν τα έξι.
Η Κατερίνα Πλέσσου έζησε ήρεμα αλλά σχετικά φτωχικά στην Αυστραλία, αφού στην κατοχή της η οικογένεια είχε μόνο ένα μικρό αγρόκτημα και τον στρατιωτικό μισθό του συζύγου.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1864, η Αικατερίνη μετακόμισε στο Σίδνεϊ, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο γιος της, Χένρι.
Μαζί έμειναν μέχρι τον θάνατό της, στις 8 Αυγούστου του 1907, σε ηλικία περίπου 98 ετών.
Μια πολυεθνική δύναμη στο κυνήγι των Ελλήνων πειρατών
Οι Ελληνες πειρατές όπως τους φαντάζονταν οι ξένοι | 
Τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 η πειρατεία παρέμενε μια μεγάλη μάστιγα για τη Μεσόγειο.
Οι κουρσάροι από την Μπαρμπαριά (Αλγερία) συνέχιζαν να λεηλατούν πλοία και παράλια κατά μήκος της αφρικανικής ακτής.
Στην κεντρική και την ανατολική Μεσόγειο δρούσαν Ιταλοί πειρατές από τη Νάπολη και την περιφέρεια του Πεδεμόντιου (Piemonte) με πρωτεύουσα το Τορίνο, Ισπανοί, αλλά και Ελληνες.
Η πειρατική δράση των Ελλήνων είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίτερα. Ομως, γι’ αυτήν έχουν διασωθεί ελάχιστα στοιχεία και αυτά προέρχονται από κείμενα ξένων περιηγητών, από τα οποία μάθαμε και για τη δράση της θρυλικής «Μαύρης Μοίρας». Η φήμη των Ελλήνων πειρατών ήταν πολύ μεγάλη και είχε φτάσει μέχρι τη μακρινή Αυστραλία πολύ πριν φτάσουν εκεί οι πρώτοι Ελληνες.
Από κείμενα περιηγητών μαθαίνουμε ότι κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, «άντρα» πειρατείας ήταν η Ιος (γνωστή τότε και ως «μικρή Μάλτα») και η βενετοκρατούμενη ώς το 1715 Τήνος.
Υπάρχει ακόμη η ιστορία του Μήλιου πειρατή Γιάννη Κάψη, που κατάφερε να βασιλέψει για τρία χρόνια (1677-1680) στο νησί του.
Ο Κάψης διατηρούσε φρουρά από 50 σωματοφύλακες, ενώ εκτελούσε και χρέη δικαστή. Με τη συμπεριφορά του κέρδισε τη συμπάθεια και την υποστήριξη των συμπατριωτών του -όπως και του καθολικού επισκόπου του νησιού- αλλά η ηγεμονία του κράτησε μόνο τρία χρόνια, αφού τουρκική δύναμη αποτελούμενη από τρεις γαλέρες κατόρθωσε με δόλο να τον αιχμαλωτίσει και να τον στείλει στην Υψηλή Πύλη για αποκεφαλισμό.
Εξαιρετικές επιδόσεις στην πειρατεία είχαν και οι Μανιάτες. Απομονωμένοι γεωγραφικά στις απόκρημνες ακτές τους, λεηλατούσαν όποιο καράβι ξέπεφτε στην περιοχή τους παρασυρμένο από ανέμους και γι’ αυτό έλαβαν το προσωνύμιο «ναυαγιστές».
Ομως, συχνότατα «κούρσευαν» και τους γειτονικούς τους τόπους χωρίς να κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους.
Οι δραστηριότητές τους έφταναν και στην αγοραπωλησία σκλάβων, με κυριότερο κέντρο το Οίτυλο, που πολλοί τότε αποκαλούσαν και «μεγάλο Αλγέρι».
Ο πιο γνωστός Μανιάτης πειρατής στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν ο Λυμπεράκης Γερακάρης, άνθρωπος χωρίς αρχές και ηθική, που άλλοτε ενεργούσε υπερασπιζόμενος τα τουρκικά συμφέροντα και άλλοτε τα ενετικά.
Εκείνα τα χρόνια, αναλαμβάνει δράση στη Μεσόγειο μια ισχυρή δύναμη από πολεμικά πλοία της Ολλανδίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας, δηλαδή κάτι παρόμοιο με την πολυεθνική δύναμη που περιόρισε τη σύγχρονη πειρατεία στη Σομαλία.
Οι δυνάμεις εκείνες εξόρμησαν πάνω από 20 φορές με επιτυχία εναντίον πειρατικών άντρων καταφέρνοντας να περιορίσουν την πειρατεία αλλά όχι και να την εξαλείψουν.
Ετσι, το 1807 εμφανίστηκε η περίφημη «Μαύρη Μοίρα», ένας στολίσκος πειρατικών σκαφών που ήταν βαμμένα μαύρα και τα πανιά τους είχαν σκούρο χρώμα.
Ο στολίσκος συγκροτήθηκε από αρματολούς της περιοχής του Ολύμπου και ορισμένους Μακεδόνες και Θεσσαλούς, μεταξύ των οποίων οι πρώτοι καπετάνιοι Γιάννης Σταθάς και Νικοτσάρας.
Σε αυτούς προστέθηκαν Υδραίοι, Σπετσιώτες και άλλοι νησιώτες, που με ορμητήριο τις Σποράδες λεηλατούσαν μόνο πλοία με τουρκική σημαία.
Ο περιηγητής Couzineri (Voyage dans le Macedoine, I, σελ. 74) γράφει ότι η «Μαύρη Μοίρα» αποτελούνταν από εβδομήντα πλοία διαιρεμένα σε δέκα μοίρες που αποκαλούνταν ταϊφέδες.
Κάθε μοίρα έφερε το όνομα της περιοχής των αρματολών που επέβαιναν σ' αυτήν (Μοριάς, Ρούμελη, Βάλτος, Ολυμπος, Σκιάθος, Νάουσα, Κασσάνδρα κ.λπ.).
Τον Νοέμβριο του 1808 ο τουρκικός στόλος έκανε επίθεση στη βάση της «Μαύρης Μοίρας» αλλά υπέστη συντριπτική ήττα.
Ετσι, οι Τούρκοι άλλαξαν τακτική και έδωσαν αμνηστία στους πειρατές. Τότε, οι νησιώτες γύρισαν στα νησιά τους, οι αρματολοί στα αρματολίκια τους και η «Μαύρη Μοίρα» διαλύθηκε.
Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821, η πειρατεία εντείνεται, αφού στη συνείδηση του υπόδουλου Ελληνα ήταν μια πράξη «νομιμοποιημένη», καθώς ήταν συνυφασμένη με την «αντάρτικη επίθεση» ή την «αυτοάμυνα» απέναντι σε εχθρικά πλοία.
Οι πειρατές είχαν τα ορμητήριά τους σε αθέατους βραχώδεις όρμους.
Από τα τέλη του 18ου αιώνα ένα τέτοιο ορμητήριο ήταν η Κέρος, ένα μικρό νησάκι κοντά στα Κουφονήσια, τα οποία είχε καταλάβει ένας από τους μεγαλύτερους πειρατές των Κυκλάδων, ο Τουρκοδημήτρης, ένας Ελληνας από την Αργολίδα που είχε σχέσεις με τους Μανιάτες πειρατές και είχε ασπαστεί τον μουσουλμανισμό.
Από τότε και για πολλά χρόνια, η Κέρος αποτέλεσε το ορμητήριο του Τουρκοδημήτρη. Από εκεί ξεκινούσε με το πλοίο του για να ληστέψει τα γειτονικά νησιά και εκεί έκρυβε τα λάφυρά του.
Ενα άλλο ορμητήριο πειρατών ήταν η Γραμβούσα, το πρώτο κομμάτι της Κρήτης που απελευθερώθηκε, το 1825, από τους Τούρκους.
Εξαιτίας όμως των πολύ δύσκολων συνθηκών διαβίωσης, οι Γραμβουσιανοί επιδόθηκαν συστηματικά στην πειρατεία, κουρσεύοντας αδιακρίτως όλα τα περαστικά πλοία μεταξύ Γραμβούσας και Αντικυθήρων, γεγονός που ξεσήκωσε την κοινή γνώμη της Ευρώπης κατά των πειρατών.
Μόνο το καλοκαίρι του 1827 είναι καταγεγραμμένες περισσότερες από 27 ελληνικές πειρατείες!
Ετσι, στις 8 Οκτωβρίου 1827, ημέρα έναρξης της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οι τρεις ναύαρχοι, Κόδρινγκτον, Δεριγνύ και Εϊδεν, με έγγραφό τους προς την Ελληνική Διοίκηση, εξέφραζαν την αγανάκτησή τους για την πειρατική δράση ελληνικών καταδρομικών και ζητούν να ληφθούν μέτρα «διά να εμποδίσωμεν την κλεψιάν της θαλάσσης» [Πηγή: ΓΑΚ/Αρχεία Ν. Σάμου/Φάκελος Γ3. Διάφορα έγγραφα περιόδου Επανάστασης (1821-1834)/ Φάκελος 001, Τεκμήριο 030].
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αποφασίστηκε να συνοδεύονται στη Μεσόγειο εμπορικά πλοία από πολεμικά της Αγγλίας και άλλων κρατών, συμπεριλαμβανομένων και ναυτικών αποσπασμάτων των ΗΠΑ! Κάτι σαν τον… πρόγονο του 6ου στόλου… [Πηγή: P. M. Swartz, U.S. Greek Naval Relations Begin: Antipiracy Operations in the Aegean Sea, Virginia 2003].
Αυτό οδήγησε σε αθρόες συλλήψεις αλλά χωρίς καταδίκες, κυρίως λόγω της βρετανικής νομοθεσίας την οποία ακολουθούσε η Μάλτα.
Σύμφωνα με αρχεία της Μάλτας, το 1827 κρατούνταν στις φυλακές αυτού του νησιού 126 Ελληνες ύποπτοι για πειρατεία, χωρίς να υπάρχει ούτε μια καταδίκη! [Πηγή: G.J. Pitcairn Jones, Piracy in the Levant, The Navy Records Society, σελ. 111-113].
Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι ο Ελληνας πειρατής είχε συγκεκριμένη φορεσιά.
Ο Μπέντζαμιν Ντισραέλι, Αγγλος πολιτικός, που διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, περηφανευόταν ότι είχε φορέσει, το 1831, στη Μάλτα, τη φορεσιά Ελληνα πειρατή.
«Θα έπρεπε να με δείτε με το κοστούμι ενός Ελληνα πειρατή: ένα κόκκινο πουκάμισο με ασημένια καρφιά τόσο μεγάλα όσο τα σελίνια (σ.σ. αγγλικό νόμισμα), ένα τεράστιο κασκόλ για ζώνη, γεμάτη από πιστόλια και μαχαίρια, κόκκινες παντόφλες, σακάκι και παντελόνι» [D. Sultana, Benjamin Disraeli in Spain, Malta and Albania, Tamesis 1976, σελ. 42].
Η φήμη των Ελλήνων πειρατών είχε φτάσει ακόμα και στη μακρινή Αυστραλία, με τον αποικιακό Τύπο να δημοσιεύει πολλά ρεπορτάζ για τα ελληνικά πειρατικά πλοία.
Σε ένα απ’ αυτά, η εφημερίδα «The Sydney Gazette and New South Wales Advertiser» (24/2/1827, σελ. 4) δημοσίευε ρεπορτάζ για τους Ελληνες πειρατές, δυόμισι ολόκληρα χρόνια πριν φτάσουν εκεί οι πρώτοι Ελληνες.
Την παραπάνω μέρα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα έγγραφο του μαρκησίου Ντε Παουλούτσι, διοικητή του αυστριακού στόλου, προς τους προύχοντες της Υδρας, με το οποίο τους διαβεβαίωνε ότι πρόθεση των Αυστριακών «δεν είναι να παρενοχλούν ελληνικά σκάφη που ασχολούνται με το εμπόριο ούτε εκείνα που είναι οπλισμένα για πόλεμο, εφόσον δεν επιδιώκουν τη λεηλασία εμπορευμάτων ή την αφαίρεση πυρομαχικών».
Γι’ αυτό, ζητούσε τα σκάφη να επιδεικνύουν τα χαρτιά τους, ώστε να αποσαφηνίζονται οι προθέσεις τους.
Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι Υδραίοι απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το αίτημα των Αυστριακών (!) και παρέπεμψαν το θέμα στην ελληνική κυβέρνηση.
Το φαινόμενο της πειρατείας εξαλείφθηκε οριστικά από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης της Ελλάδας, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας πήρε μέτρα οικονομικής στήριξης των νησιωτών ώστε να μην καταφεύγουν στην πειρατεία και ανέθεσε την αντιμετώπισή της στον Υδραίο ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη.
Ο Μιαούλης πραγματοποίησε σε μικρό χρονικό διάστημα πολλές επιχειρήσεις εναντίον των πειρατών του Αιγαίου, σε κάποιες περιπτώσεις σε συνεργασία με τους στόλους της Αγγλίας και της Γαλλίας, και βύθισε δεκάδες πειρατικά πλοία.
Σε μια από τις επιθέσεις του κανονιοβόλησε και το πειρατικό πλοίο του Τουρκοδημήτρη στην Κέρο.
Το ίδιο διάστημα (1828) με συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης, οι στόλοι Αγγλίας και Γαλλίας κατέλαβαν το κάστρο της Γραμβούσας και εξεδίωξαν τους πειρατές. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, η Κρήτη παρέμεινε στους Τούρκους.
Το τελευταίο μεγάλο επεισόδιο ελληνικής πειρατείας που είναι καταγεγραμμένο στα αρχεία της Μάλτας αφορούσε τη διπλή επίθεση σε μια σκούνα και ένα εμπορικό, τον Δεκέμβριο του 1828, στον κόλπο της Κασσάνδρας, από την ομάδα των Θοδωρή Πορταρίνου, Δημήτρη Πέτικα, Γιάννη Γιωργή και Γιάννη Μαριανόπουλου ή Μαριανόπολο.
Δύο χρόνια αργότερα (1830), οι Γάλλοι κατέλαβαν την Αλγερία, βάζοντας τέλος στη μακραίωνη δράση των Μπαρμπαρέζων πειρατών.
Από τους τελευταίους μεγάλους πειρατές που έδρασαν στις Σποράδες ήταν ο Ολύμπιος Καραμήτσος, με 12μελή συμμορία.

 Πηγές
1) Giovanni Bonello «Pirates in the early British era: The Malta Connections», The Malta Historical Society, 2010, σελ. 295-321.
2) New South Wales. State Archives & Records/ Background to Greek migration
3) Γενικά Αρχεία του Κράτους
efsyn.gr

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Ευτύχης Μπιτσάκης: Δεν υπάρχει ανθρωπολογικό εμπόδιο για μια κοινωνία ειρήνης, κοινής προσπάθειας και αλληλεγγύης…

Ξεκινώντας, ας κάνουμε μια αναγνωριστική προσέγγιση του βιβλίου. Ποια η θεματική που το διέπει;

O τίτλος του βιβλίου μου είναι σαφής: «Οι θύελλες της προόδου».
Δηλαδή, οι καταστροφικές συνέπειες του σημερινού, κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Δύο έννοιες αποτελούν βασικά στοιχεία της προπαγάνδας και της στρατηγικής των κυρίαρχων τάξεων των σημερινών κοινωνιών:
Ανάπτυξη και πρόοδος.
Η πρώτη αντιστοιχεί κυρίως στην οικονομική- τεχνολογική ανάπτυξη, ως συνέπεια της προόδου των φυσικών επιστημών.
Η δεύτερη, αντιστοιχεί στη συνολική πρόοδο της κοινωνίας.
Ποια είναι, όμως, η πραγματικότητα του σημερινού κόσμου, αντίθετα με τον κόσμο της προπαγάνδας;
Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής αναδύθηκε ως η ιστορική άρνηση των μεσαιωνικών κοινωνιών, σε οργανική σχέση με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας.
Οι ιδεολόγοι της ανερχόμενης αστικής τάξης, υποστήριζαν ότι με την ανάπτυξη των επιστημών, με τη γνώση των φυσικών νόμων,ο άνθρωπος θα γίνει κύριος και αφέντης της φύσης.
Ως συνέπεια, οι ιδεολόγοι οραματίζονταν μια μελλοντική κοινωνία της αφθονίας, μια κοινωνία στην οποία ο ορθός λόγος θα διέλυε τα σκοτάδια του παρελθόντος και ένα κράτος δικαίου, σε αντίθεση με τον αυταρχισμό των προηγούμενων κοινωνιών.

Το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου είναι:
Γιατί τα αισιόδοξα οράματα της ανερχόμενης αστικής τάξης διαψεύστηκαν;
Γιατί η κοινωνία της αφθονίας δεν έγινε πραγματικότητα;
Γιατί το κράτος δικαίου πραγματοποιήθηκε ως κράτος του δικαίου της αστικής τάξης, και γιατί, παρά τις καταπληκτικές προόδους των επιστημών, η θρησκεία, οι δεισιδαιμονίες, τα θαύματα, η μαγεία, οι προφητείες, κυριαρχούν αείζωες στον σημερινό τεχνοκρατικό κόσμο;
Μια απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα απαιτεί την ανάλυση των αναπτυσσόμενων αντινομιών του κυρίαρχου σήμερα κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Oι φιλελεύθεροι, είπατε, συνδέουν την επιστημονική- τεχνολογική πρόοδο, αυτόματα, με την κοινωνική ευημερία. Εσείς, από την άλλη, έχετε χαρακτηρίσει ουτοπική αυτήν την πεποίθηση. Αποτελεί ενδεχομένως απόδειξη της αποτυχίας της ουδετεροποίησης και παράλληλα της σύνδεσης των επιστημών με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, το γεγονός ότι σήμερα βασικές- καθημερινές ανάγκες, όπως η σίτιση, δεν ικανοποιούνται σε παγκόσμια κλίμακα;

Το εμπόριο υπήρχε ακόμη και στις πρωτόγονες κοινωνίες.
Όμως, στον καπιταλισμό κυριαρχεί η γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή. Εμπόρευμα:Σήμα κατατεθέν του καπιταλισμού.
Σήμα ανεξίτηλο στην αιματοβαμμένη σημαία του.
Η ανάπτυξη και η γενίκευση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής δεν ήταν μια ειρηνική ιστορικά διαδικασία.
Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε με τον ξεριζωμό των αγροτικών πληθυσμών, με τους αποικιοκρατικούς πολέμους, με τη σφαγή, την εξόντωση των ιθαγενών πληθυσμών και με τη λεηλασία του πλούτου τους.
Με τους αδιάκοπους πολέμους και την αλληλοσφαγή των λαών της Ευρώπης και, φυσικά, με την εκμετάλλευση του νεότερου προλεταριάτου.

Βασική αντίθεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι η αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας.
Από την θεμελιώδη αυτή αντίθεση προκύπτει μια σειρά από παράγωγες αντιθέσεις.
Συγκεκριμένα:Ο σημερινός προλετάριος δεν είναι κάτοχος των μέσων παραγωγής, ούτε του προϊόντος της εργασίας του.
Το εμπόρευμα, όπως γράφει ο Μαρξ, στέκεται απέναντί του σαν μια ξένη και ακατανότητη πραγματικότητα.
Ο εργάτης, ζει σε έναν κόσμο τον οποίο δημιουργεί, αλλά που του είναι ξένος. Σκοπός του καπιταλιστή είναι η ιδιοποίηση της υπεραξίας, η οποία δημιουργείται κατά την παραγωγική διαδικασία.
Σαφέστατα, ο προλετάριος διαθέτει ένα και μόνο εμπόρευμα:
Την εργατική του δύναμη.
Στην ανταγωνιστική, τεχνοκρατούμενη κοινωνία, ο εργάτης υποβαθμίζεται σε εξάρτημα της μηχανής.
Η εργασία από δημιουργία, εκπίπτει σε μέσο της βιολογικής επιβίωσης του εργαζομένου και της αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού.
Συνέπειες:Η εκμετάλλευση, η ανασφάλεια, η ανεργία, οι άθλιες συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο και οι συνθήκες στις καπιταλιστικές μητροπόλεις της ένδειας και της καταστροφής των προσωπικών δεσμών.
Οι προλετάριοι στην εποχή του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού ζούσαν πολύ χειρότερα από τους αγρότες προγόνους τους που καλλιεργούσαν σχετικά ελεύθεροι τις γαίες της αναπτυσσόμενης Ευρώπης.
Μαρτυρίες του μαρτυρίου του νεότερου προλεταριάτου βρίσκουμε στα χρονικά εκείνης της εποχής, στην Ουτοπία του Τόμας Μόρους, στο Κεφάλαιο του Μαρξ, για να αναφέρουμε τα πιο γνωστά και τα πιο συγκεκριμένα.

Αποξένωση: Ο εργάτης, ζει σε έναν κόσμο, τον οποίο δημιουργεί και ο οποίος του είναι ξένος.
Αλλοτρίωση: Στις συνθήκες της μισθωτής εργασίας , η ιστορικά  κατακτημένη ουσία του ανθρώπου εκκενώνεται:
Ο προλετάριος αλλοτριώνεται, γίνεται ένα ον αλλότριο σε σχέση με τον εαυτό του.
Ο Λένιν, έγραφε ότι ο προλετάριος τείνει αυθόρμητα προς τον σοσιαλισμό. Σωστά!
Αλλά, πώς ο προλετάριος θα υπερβεί το αυθόρμητο και θα συνειδητοποιήσει τις δυνάμεις της τάξης του;
Πώς το προλεταριάτο, από «τάξη για τους άλλους, θα γίνει τάξη για τον εαυτό του»;

Η κατάσταση του περιβάλλοντος είναι ένα ακόμη στοιχείο της προβληματικής σας- άμεσα συνδεδεμένο με τον καπιταλισμό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρετε: «Η αντίθεση ανθρώπου- φύσης είναι στην παραγωγή της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου- εργασίας». Εξηγήστε παρακαλώ αυτή σας τη θέση. Ακόμη, μπορεί εντός του υπάρχοντος οικονομικού- πολιτικού πλαισίου να υπάρξει αειφόρος ανάπτυξη;

H γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή είναι από τη φύση της ανταγωνιστική. Παραγωγή όλο και περισσότερων εμπορευμάτων.
Ανταγωνισμός στην αγορά για την πώληση των εμπορευμάτων.
Για την ανταλλαγή ισοδυνάμων στην αγορά, της οποίας το αόρατο χέρι ρυθμίζει τη λειτουργία του «καλύτερου των δυνατών κόσμου».
Συνέπειες:Χρονικά εντεινόμενη η εκμετάλλευση των φυσικών αποθεμάτων: μετάλλων, ξυλείας, νερού κ.λπ.
Κατά τον Μαρξ, η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου.
Αλλά, με τη λεηλασία των φυσικών αποθεμάτων, με τη μόλυνση του περιβάλλοντος, των αποθεμάτων του νερού και της ατμόσφαιρας, αν εξακολουθήσει η λεηλασία και η μόλυνση, η γη θα γίνει εχθρική προς τον άνθρωπο.
Η οξυνόμενη αντίθεση ανθρώπου- φύσης, είναι παράγωγη της θεμελιώδους αντίθεσης του καπιταλισμού.
Όρος για την αποκατάσταση μιας βιώσιμης και αξιοβίωτης σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και το «ανόργανο σώμα του»:
Ο σοσιαλισμός και η προοπτική της κοινωνίας των «ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών», δηλαδή η κομμουνιστική κοινωνία.
Πριν από 2.300 χρόνια περίπου, ο Ερατοσθένης, με ένα απλό και μεγαλοφυές πείραμα, υπολόγισε την ακτίνα της γης, με βάση αυτό τον όγκο της, και περίπου το βάρος της.
Και  μετά από αυτόν ο Απολλώνιος.

Έχετε επισημάνει παλιότερα, ότι οι επιστήμονες είναι όλο και λιγότερο ελεύθεροι.
Ποια η διαφορά  του παρόντος όσον αφορά τις επιστημονικές προσωπικότητες με το παρελθόν; 
Γιατί υπάρχει έλλειμμα σε επιστήμονες που προσανατολίζονται προς την κοινωνική επιστήμη, όπως ήταν στο παρελθόν ο Αϊνστάιν και ο Ράσελ;

Η επιστήμη συνδέεται όλο και πιο οργανικά, όχι μόνο με τη βιομηχανική παραγωγή και με τους πολέμους, αλλά και με τη γεωργική παραγωγή, είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο.
Παρόλα αυτά, πολλοί πιστεύουν ακόμη στην ελευθερία της επιστήμης και των επιστημόνων.
Σε παλαιότερες εποχές κυριαρχούσε η ατομική έρευνα.
Σήμερα, κυριαρχεί η συλλογική, με όλες τις δεσμεύσεις που επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες:
Κρατική χρηματοδότηση, χρηματοδότηση από εταιρείες κολοσσούς, από τις ανάγκες της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.
Μετά τον πόλεμο, δαπανήθηκαν κολοσσιαία ποσά σε έρευνες στην πυρηνική φυσική και στη μικροφυσική, με την ελπίδα ότι θα ήταν δυνατόν να ανακαλυφθούν νέες πηγές ενέργειας και νέα πολεμικά όπλα.
Αργότερα, ήλθε η εποχή της πληροφορικής για τις ανάγκες της παραγωγής, του εμπορίου, των επικοινωνιών και, φυσικά, για τις ανάγκες του πολέμου. Συνέπειες:
Οι επιστήμονες- ερευνητές, είναι λιγότερο ελεύθεροι απ’ ό, τι παλαιότερα, στην περίοδο που κυριαρχούσε η ατομική έρευνα.
Αλλά και ο ατομικός  ερευνητής είναι ελεύθερος από εσωτερικές και εξωτερικές δεσμεύσεις;
Ο Νεύτων, π.χ., δημιούργησε τρεις επιστήμες (Μηχανική, Ουράνια Μηχανική και σωματιδιακή θεωρία για το φως). Πόσο ελεύθερος ήταν ο Νεύτων;
Ο μέγας και ευσεβής Νεύτων δεν χρησιμοποίησε την έννοια του ατόμου, επειδή παρέπεμπε στον αρχαιοελληνικό ατομικισμό.
Κι όμως, κατηγορήθηκε για υλισμό και σήμερα ακόμη θεωρείται υλιστής και από «μαρξιστές» που ταυτίζουν τον μεταφυσικό ρεαλισμό του Νεύτωνα με τον υλισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον Καρτέσιο.
Και ο Αϊνστάιν, πρόδρομος της μικροφυσικής και δημιουργός της ειδικής και της γενικής θεωρίας της σχετικότητας;
Ο Αϊνστάιν δεν πήρε το βραβείο Νόμπελ για τη σχετικότητα, αλλά για την ερμηνεία λιγότερο καθολικών φαινομένων.
Και η σχετικότητα θεωρήθηκε «εβραϊκή επιστήμη» από τους Ναζί και για μια περίοδο, γνωσιολογικά υποκειμενική από τους Σοβιετικούς.

Αλλά, είναι μόνον οι εξωτερικοί, οικονομικοί και ιδεολογικοί καταναγκασμοί;
Ο επιστήμονας διαμορφώνεται σε ένα συγκεκριμένο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.
Ποιες δεσμεύσεις ασκεί το περιβάλλον στον αρχικό προσανατολισμό και στις περαιτέρω επιλογές του επιστήμονα;
Τέλος:
Ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η τοποθέτηση ενός επιστήμονα για το μέλλον του;
Η Γαλλική Δημοκρατία έχει ορισμένες μεγάλες μορφές των επιστημών.
Από τη φυσική, όπως ο Ζολιό Κιουρί, μέχρι τα μαθηματικά και τη βιολογία.
Και όμως απέλυσε το Ζολιό Κιουρί από πρόεδρο της  Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, επειδή ήταν εναντίον της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για τον πόλεμο.
Ακόμη, κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό, ο Αϊνστάιν, ως δήθεν κομμουνιστής, είχε έναν ογκώδη φάκελο στις υπηρεσίες Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ.

Aν έχω καταλάβει σωστά, στο βιβλίο αναφέρεστε σε δύο είδη αλλοτρίωσης των ενσώματων υποκειμένων:
Το 1ο, αποτελεί το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο η οικονομία του κεφαλαίου ιδιοποιείται βίαια την εργασία.
Το 2ο, έπεται της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας, φάση κατά την οποία, εκτός του ότι αλλοτριωνόμαστε, οδηγούμαστε παράλληλα σε μια ολοκληρωτική αποξένωση.
Πώς συνδέονται αυτά τα δύο είδη μεταξύ τους;

Δεν είναι μόνο οι εργάτες που αποξενώνονται από το προϊόν της εργασίας τους. Οι επιστήμονες ανακαλύπτουν νέες μορφές ύλης, συνθέτουν άλλες μορφές, συνολικά παίζουν βασικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική αναμόρφωση των σημερινών κοινωνιών.
Οι ίδιοι, όμως, κατά κανόνα, δεν διαχειρίζονται τα προϊόντα της πνευματικής εργασίας τους.
Το προϊόν της επιστήμης κατά κανόνα αποξενώνεται από τον δημιουργό του. Αξιοποιείται προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, από το κράτος, τη βιομηχανία, τις επιχειρήσεις, ως εμπόρευμα.
Ακραίες περιπτώσεις,  η χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για τον πόλεμο, η καταστροφική για το μέλλον χρησιμοποίηση των γεωργικών φαρμάκων, οι πρόοδοι της γενετικής για την παραγωγή μεταλλαγμένων, της χημείας για δημιουργία ουσιών για πολεμική χρήση κλπ.
Στις σημερινές κοινωνίες, τα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας λειτουργούν ως εμπορεύματα.
Υπόκεινται συνεπώς στους ανταγωνιστικούς νόμους της αγοράς και λειτουργούν ως αλλοτριωμένα από την επιστημονική-κοινωνική ουσία τους.
Θα αναφέρουμε εδώ μόνο τη λειτουργία των φαρμακευτικών προϊόντων ως αγοραίων με τις αρνητικές συνέπειες για την υγεία.
Τα σχετικά σκάνδαλα που βλέπουν κατά καιρούς το φως, είναι συγκεκριμένες συνέπειες της αλλοτρίωσης της επιστημονικής λειτουργίας.
Τα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας ως εμπορεύματα.

Ο Μαξίμ Γκόρκι, υποστήριζε ότι το μέλλον ανήκει στην επιστήμη και τη δημοκρατία.
Αναφορικά με το πρώτο, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνολογικά επιτεύγματα, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε.
Ωστόσο, αυτή η πρόοδος, όπως προείπατε, πραγματοποιήθηκε σε βάρος κάποιων ανθρώπων.
Πώς μπορούμε τελικά να «κοινωνικοποιήσουμε» τις επιστήμες, συνδυάζοντάς τες, μάλιστα, με τη δημοκρατία;

Στις σημερινές αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες υποτίθεται ότι ο πολίτης και ειδικά ο επιστήμων, είναι ελεύθερος να αξιοποιήσει το προϊόν του σωματικού ή πνευματικού μόχθου του.
Όμως, στον «αιώνα των επιστημών» οι πόλεμοι γίνονται πλέον με τη χρήση επιστημονικών επιτευγμάτων ( όπλα, μηχανήματα, χημικά , βιολογικά και πυρηνικά όπλα).
Η ευθύνη ανήκει σε τελευταία ανάλυση στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς.
Η ευθύνη των επιστημόνων είναι έμμεση, αλλά υπαρκτή.
Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο, ότι μετά τον Β’ Π.Π. υπήρξε ένα ισχυρό κίνημα εναντίον της χρησιμοποίησης προπαντός των πυρηνικών, αλλά και γενικότερα εναντίον των αρνητικών συνεπειών της αντικοινωνικής χρησιμοποίησης της επιστήμης.
Είναι γνωστή η δράση της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Επιστημών για την κατάργηση των πυρηνικών όπλων και γενικότερα υπέρ της ειρήνης και της αξιοποίησης της επιστήμης για την κοινωνική πρόοδο.
Επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο Ράσελ, ο Ζολιό Κιουρί, ο Μπέρναλ και πολλοί άλλοι, αγωνίστηκαν για την κατάργηση των πυρηνικών και για την ανθρωπιστική αξιοποίηση των δυνατοτήτων της επιστημονικής έρευνας.
Ο μη κομμουνιστής Ράσελ είχε δηλώσει κάποτε ότι προτιμά να γίνει κόκκινος, παρά να ψηθεί από κάποια πυρηνική βόμβα.

Λέτε ότι ο σοσιαλισμός είναι η δυνατότητα η οποία κυοφορείται στα σπλάχνα του σημερινού άκαρδου κόσμου.
Ωστόσο, κάποιος μπορεί να σας αντιτείνει ότι το σοσιαλιστικό οικοδόμημα γκρεμίστηκε.
Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι αποτελεί την απάντηση στα δύσκολα, σύγχρονα ερωτήματα;

Το μεταπολεμικό κίνημα της ειρήνης ήταν ένα ευρύ, παγκόσμιο κίνημα στο οποίο μετείχαν, εκτός από κομμουνιστές, ανθρωπιστές, ειρηνόφιλοι, θρησκευόμενοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες και γενικότερα προοδευτικοί πολίτες. Όμως στο ευρύ κοινό, στο κίνημα αυτό τον βασικό ρόλο τον έπαιξαν οι αριστεροί και οι κομμουνιστές.
Και το κίνημα αυτό υποστηρίχθηκε από τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το κίνημα της ειρήνης δεν ήταν στενά πολιτικό.
Όμως, γενικά, επικρατούσε μια διάχυτη αντίληψη ότι το πρόβλημα του τέλους του πολέμου και της κοινωνικής ευημερίας θα λυθεί μόνο στα πλαίσια της παγκόσμιας σοσιαλιστικής κοινότητας.
Το κίνημα αυτό χαρακτηριζόταν από μια συνολική αισιοδοξία.
Όπως γράφει ο γνωστός Γάλλος χριστιανοπερσοναλιστής Ζαν Λακρουά, οι μαρξιστές χαρακτηρίζονται από μια έλλογη αισιοδοξία, αγωνιζόμενοι για μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος θα είναι προς τον άνθρωπο φίλος.

Σήμερα, το κίνημα της ειρήνης περνά μια περίοδο παρακμής.
Το σοσιαλιστικό στρατόπεδοέχει καταρρεύσει σχεδόν συνολικά.
Οι προοπτικές για μια κοινωνία ειρήνης και αλληλεγγύης φαίνονται ουτοπικές. Γενικά, περνάμε μια περίοδο κυριαρχίας του πολεμικού καπιταλισμού.
Όμως, η μαρξιστική θεωρία μπορεί να εξηγήσει την πρακτική αποτυχία με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες, τις ανεπάρκειες και τις στρεβλώσεις της επαναστατικής πρωτοπορίας.
Και μπορεί να θεμελιώσει την αισιοδοξία της.
Κατά τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι το καλύτερο από τα ζώα, αλλά και το χειρότερο, όταν ξεφεύγει από το νόμο.
Οι σημερινές επιστήμες της ζωής και ειδικά η γνώση της δομής της λειτουργίας και των δυνατοτήτων του εγκεφάλου,εξηγούν την εμπειρική άποψη του Αριστοτέλη και τις τραγικές εμπειρίες της εποχής μας.
Δεν υπάρχει ιστορικά αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση.
Η ανθρώπινη φύση καθορίζεται ιστορικά και διαμεσολαβημένα από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.
Ο εγκέφαλος, μπορεί να ελέγχει τις αντιδράσεις του, ανάλογα με το σύνολο των αξιών που το άτομο εξωτερικεύει ως κοινωνικό ον.
Συνολικά, με βάση τις σημερινές επιστήμες του ανθρώπου, δεν υπάρχει ανθρωπολογικό εμπόδιο για μια κοινωνία ειρήνης, κοινής προσπάθειας και αλληλεγγύης.
Συνεπώς, η έλλογη αισιοδοξία των μαρξιστών, έχει επιστημονικό θεμέλιο.
nostimonimar.gr