Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

γενική πρόγνωση καιρού-Τετάρτη 18/10/2017


Ηλιοφάνεια με αραιές νεφώσεις κατά περιόδους στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, πυκνότερες από το βράδυ στα δυτικά τμήματα περιμένουμε την Τετάρτη 18/10/2017.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 13 έως 25 και τοπικά 26 με 27 βαθμούς στα κεντρικά και ανατολικά ηπειρωτικά, από 10 έως 26 στη βόρεια Ελλάδα, από 13 έως 25 στη δυτική Ελλάδα, από 12 έως 25 στο βόρειο Αιγαίο και από 13 έως 24 και τοπικά 25 βαθμούς στο κεντρικό Αιγαίο, την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα.
Οι άνεμοι στο Ιόνιο θα πνέουν από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις έως 3 με 4 μποφόρ, ενώ στο Αιγαίο θα είναι  κυρίως βόρειοι έως 4 και τοπικά 5 μποφόρ.
weather.gr

Φλεγμονώδεις νόσοι του Εντέρου, Αυτοανοσία και βιταμίνη D

Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Universita' degli Studi di Napoli, Federico 
Πρόεδρος του European Institute of Nutritional Medicine, E.I.Nu.M

Η βιταμίνη D συνεχίζει τα τελευταία χρόνια να είναι το επίκεντρο έντονης έρευνας με θετικά αποτελέσματα σε όλες σχεδόν τις πλευρές της υγείας και κυρίως στο πεδίο των αυτοάνοσων νοσημάτων.

Νέα δεδομένα ενισχύουν την συσχέτιση χαμηλών επίπεδων βιταμίνης D με την αύξηση της εμφάνισης νοσημάτων
όπως τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η ψωρίαση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα κ.ά.
Οι φλεγμονώδης νόσοι του εντέρου είναι μια ομάδα αυτοάνοσων ασθενειών που αφορούν κυρίως στην ελκώδη κολίτιδα και στην νόσο του Crohn.
Η συχνότητα εμφάνισης τους είναι διαρκώς αυξανόμενη σε όλον τον κόσμο τα τελευταία 60 χρόνια σε σημείο που να χαρακτηρίζονται ως μια παγκόσμια νόσος.
Πρόκειται για νοσήματα που επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ατόμων που πάσχουν από αυτά και την συνολική υγεία του οργανισμού τους τόσο λόγο της πλημμελούς λειτουργίας του εντέρου όσο και από τις παρενέργειες των φαρμακευτικών θεραπειών που πρέπει αυτοί οι ασθενείς να λαμβάνουν, συνήθως ισόβια.
Πρόσφατες μελέτες συνδέουν τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D με την αυξημένη επίπτωση των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου αλλά και την βαρύτητα των συμπτωμάτων κατά την εκδήλωση της νόσου και προτείνουν την χρήση της ως πρόσθετο θεραπευτικό παράγοντα.
Όσο χαμηλότερα τα επίπεδα της βιταμίνης D τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης φλεγμονώδους νόσου του εντέρου και τόσο πιο έντονη είναι και η συμπτωματολογία. 
Η θετική επίδραση της βιταμίνης D ασκείται μέσα από πολλαπλούς μηχανισμούς.
Ανοσορυθμιστική δράση 
Η βιταμίνη D ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα ενώ παράλληλα αποκαθιστά την ικανότητα του οργανισμού να αναγνωρίζει τα δικά του κύτταρα και ιστούς. Δεν ενισχύει απλά το ανοσοποιητικό σύστημα αλλά το επαναφέρει στην αρχική φυσιολογική του λειτουργία.  Αυτή, η απώλεια της αναγνώρισης των ίδιων των κυττάρων σε έναν οργανισμό, είναι η βασική αιτία για την εμφάνιση των αυτοάνοσων ασθενειών. Η ανοσορυθμιστική δράση της D είναι ζωτικής σημασίας τόσο στην αυτοανοσία όσο και στον καρκίνο. 
Έλεγχος των παθογόνων μικροοργανισμών 
Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την παραγωγή 200 ενδογενών αντιβιοτικών ουσιών και για την ομαλή λειτουργία και ενεργοποίηση των λευκών αιμοσφαιρίων.
Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται με αυξημένη εμφάνιση λοιμώξεων και ανεπαρκή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Ερευνητές από το πανεπιστήμιο του Rochester ανακάλυψαν άμεση συσχέτιση της εντερικής χλωρίδας με την δράση της βιταμίνης D.
Ενώ χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D σχετίζονται με αυξημένη παρουσία παθογόνων οργανισμών στο έντερο.
Η αλλοίωση της φυσιολογικής ισορροπίας της εντερικής χλωρίδας σχετίζεται άμεσα με την εκδήλωση ελκώδους κολίτιδας και νόσου του Crohn.
Άμεση αντιφελγμονώδη δράση 
Η βιταμίνη D είναι στην πραγματικότητα μια ορμόνη που παράγεται μέσα στο σώμα μας από την χοληστερίνη, όπως παράγονται για παράδειγμα η κορτιζόλη και η τεστοστερόνη. Έχει ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση που εκφράζεται μέσα από ειδικούς υποδοχείς (VDR: Vitamin D Receptors).
Η άμεση αντιφλεγμονώδης και αντικαρκινική της δράση έχει μελετηθεί σε πολυάριθμες έρευνες και εκφράζεται μέσα από τη δράση των υποδοχέων της.
Το έντερο είναι ένας από τους ιστούς που παρουσιάζουν από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις υποδοχέων για την βιταμίνη D.
Η επίτευξη Ιδανικών επίπεδων βιταμίνης D πρέπει να είναι στόχος τόσο για την πρόληψη όσο και για την θεραπεία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου.
Η μέτρηση των επιπέδων της 25 OH D3 θα πρέπει να γίνεται σε όλους τους ασθενείς που πάσχουν από αυτοάνοσο νόσημα.
Ιδανικές θεωρούνται τιμές που κυμαίνονται από 50-80 ng/dl.
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ασθενείς που πάσχουν από αυτοανοσία μπορεί να εμφανίζουν αντίσταση στην βιταμίνη D και να χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις και υψηλότερες τιμές για να μπορέσει το σώμα τους να εκφράσει πλήρως τη δράση της πολύτιμης αυτής βιταμίνης.
Αυτό όμως θα πρέπει να γίνεται μόνο υπό ιατρική παρακολούθηση και την παράλληλη μέτρηση εργαστηριακών παραμέτρων που μας επιτρέπουν να αξιολογήσουμε αντικειμενικά την ανταπόκριση του οργανισμού.
Μέσα σε εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης η φύση ανέπτυξε λύσεις και θεραπείες που σταδιακά ανακαλύπτουμε.
Όσο αυξάνεται η τεχνολογική μας εξέλιξη τόσο κατανοούμε ότι έχουμε πολύ περισσότερα να μάθουμε απ’ όσα πιστεύουμε. 
Στην Υγειά Σας!
*Ο Dr. Τσουκαλάς είναι γιατρός, ερευνητής, συγγραφέας, ειδικός στην εφαρμογή της Μεταβολομικής Ιατρικής σε χρόνια και αυτοάνοσα νοσήματα και Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Διατροφικής Ιατρικής, E.I.Nu.M. 
Έχει τιμηθεί με Εύφημο Μνεία από το Ελληνικό Υπουργείο Υγείας, για τη συμβολή του στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

Το διαρκές αίνιγμα του Νίτσε

Ο γερμανός συγγραφέας Τόμας Μαν

Ο Τόμας Μαν θεωρεί ότι υπάρχει ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια βαθύτερη ενότητα, πέρα από τις αντιφάσεις και τις ασυνέπειες των κειμένων του γερμανού διανοητή

Στις παράπλευρες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν και κάποια πρόσωπα και ιδέες που θεωρήθηκαν μέρος της γερμανικής και ευρωπαϊκής καταστροφής. Ο νιτσεϊσμός, οι «φιλοσοφίες της ζωής», οι ανορθολογικές και μυστικιστικές τροπές μιας ορισμένης ρομαντικής παράδοσης, όλα αυτά λογαριάστηκαν ύποπτα και, πάντως, συνυπεύθυνα για την κρίση του γερμανικού πνεύματος. Πολλοί έβγαλαν το συμπέρασμα ότι όλες αυτές οι σκοτεινές πνευματικές δυνάμεις αν δεν οδήγησαν ευθέως στη χιτλερική κτηνωδία, υπονόμευσαν με τον τρόπο τους τα θεμέλια του ορθολογικού ανθρωπισμού κάνοντας πιο ευάλωτες τις ψυχές (ιδιαίτερα των νεότερων) στο απάνθρωπο εθνικοσοσιαλιστικό δόγμα.

Ο Τόμας Μαν, μείζων συγγραφέας της παλιάς αστικής Γερμανίας, εξόριστος για χρόνια και φωνή ηθικής αντιπολίτευσης κατά του ναζιστικού καθεστώτος, επιστρέφει λοιπόν στο θέμα της φιλοσοφίας του Νίτσε. Είναι 1947, η Ευρώπη ακόμα με τα ερείπια των βομβαρδισμών και με τον Ψυχρό Πόλεμο να έχει ανατρέψει την αντιφασιστική συναίνεση των προηγούμενων χρόνων.

Ο Μαν ανήκει στη γενιά όσων επηρεάστηκαν βαθιά από τον νιτσεϊκό λόγο. Συγγραφείς και καλλιτέχνες των αρχών του εικοστού αιώνα ήταν οι πρώτοι που υποδέχθηκαν την ειρωνική επίθεση του Νίτσε στα σεβάσμια τοτέμ της δυτικής Ιστορίας: στον χριστιανισμό, στην προοδευτική αισιοδοξία, στις παραδοσιακές κοινωνικές ηθικές. Γι' αυτό και η συγκεκριμένη διάλεξη, μιλώντας για τον Νίτσε, είναι συγχρόνως κι ένα ταξίδι στις αυταπάτες μιας γενιάς και ενός διανοητικού περιβάλλοντος.

Ποια ανάγνωση του Νίτσε προκρίνεται εδώ; Σε όλο το κείμενο (που μην ξεχνάμε πως αποτέλεσε διάλεξη) κυριαρχεί μια διφορούμενη στάση, ένα διττό, εναλλασσόμενο βλέμμα. Από τη μια ο θαυμασμός και η αναγνώριση των νιτσεϊκών ανατρεπτικών χειρονομιών μέσα στην ιστορία της σκέψης. Από την άλλη, η αναμέτρηση με το αμιγώς αισθητικό, με τη διάλυση των ηθικών και πολιτικών κριτηρίων σε μια ειρωνική αισθητική.

Για τον Μαν ο Νίτσε είναι ο φιλόσοφος της καθαρής αισθητικής. Η ομορφιά, η θέληση για δύναμη, η μέριμνα για αυτο-δημιουργία (αλλά και η διαρκής σκέψη για την αρρώστια και για την αδυναμία ως αυτο-καταστροφή) φέρνουν τη σφραγίδα αυτού του αισθητισμού.

Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας προτείνει ένα παράλληλο ανάμεσα στον γερμανό στοχαστή και στον Οσκαρ Ουάιλντ. Στον Νίτσε, ωστόσο, ανιχνεύει και τις ελιτίστικες/αντιδημοκρατικές ιδέες και αξίες που βρίσκονται σε κυκλοφορία στον γερμανικό χώρο από την εποχή του Χέρντερ και των Ρομαντικών. Ο Τόμας Μαν δεν θέλει να απλουστεύσει τα πράγματα, μετατρέποντας τον Νίτσε σε απλό είδωλο ενός αντιδραστικού αισθητισμού. Αναγνωρίζει τον αμφίσημο και ρευστό χαρακτήρα των ενοράσεων του Νίτσε, λόγου χάρη την απέχθειά του για τον αντισημιτισμό και έναν χοντροκομμένο γερμανικό σoβινισμό ή άλλες, «φιλελεύθερες» πλευρές του. Εχει επίγνωση των αντιφάσεων ανάμεσα στον Νίτσε-θαυμαστή του Βοναπάρτη και στον Νίτσε που αποκαλεί το Κράτος το πιο παγερό από τα ψυχρά τέρατα. Παρ' όλα αυτά, ο Μαν θεωρεί ότι εδώ υπάρχει ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια βαθύτερη ενότητα, πέρα από τις αντιφάσεις και τις ασυνέπειες των κειμένων του γερμανού διανοητή.

Συγχρόνως όμως ο Μαν προειδοποιεί και κάτι άλλο: κανένας δεν πρέπει να διαβάζει κατά γράμμα τον Νίτσε και να πιστεύει αυτά που διαβάζει σαν να πρόκειται για λογικές τοποθετήσεις ή κλασικά επιχειρήματα. Ο συγγραφέας προαναγγέλλει εδώ την υπόθεση του Ρίτσαρντ Ρόρτυ που μας καλούσε να διαβάζουμε τον Νίτσε ως έναν ειρωνικό στοχαστή δίχως να τον παίρνουμε στα σοβαρά ως δημόσιο φιλόσοφο. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ολόκληρη η νιτσεϊκή έμφαση στη σκληρότητα και στην αποδόμηση της συμπόνιας, είναι ποιητικής και όχι πολιτικής φύσεως. Τα νιτσεϊκά σχήματα λόγου δεν πρέπει έτσι να διαβάζονται ως πολιτικές δηλώσεις αλλά ως αισθητικές προκλήσεις στους κυρίαρχους λόγους της εποχής του.

Κάποτε όμως ο Τόμας Μαν γίνεται αυστηρός επειδή έχει στον νου αυτό το «υπό το φως της εμπειρίας μας». Σύμφωνα με τον ίδιο έχουμε μπει σε μια «φασιστική εποχή της Δύσης», παρά τη στρατιωτική ήττα του φασισμού. Και ο Νίτσε ως ένας απολιτικός αισθητής, ένας απαισιόδοξος Διόνυσος της μοντέρνας εποχής είναι ο προπομπός αυτής της εποχής, ο ευαίσθητος και μεγαλοφυής προφήτης του μηδενισμού.

Για τον ηλικιωμένο Μαν η θέαση της ζωής ως καλλιτεχνικής παράστασης έρχεται σε ριζική αντιπαράθεση με κάθε ηθική θεώρηση: είτε με τη συμβατική, αστική ηθική της ωφέλειας, είτε με τον σοσιαλισμό ως πρωτίστως ηθική αντίληψη της ζωής. Αναλύοντας την ιστορική εξέγερση εναντίον της πίστης στον Λόγο, θέτει το ζήτημα των ξεπερασμένων και επικίνδυνων στοιχείων μέσα στη νιτσεϊκή σκέψη. Εντοπίζει, για παράδειγμα (και εδώ ηχεί συγκλονιστικά σύγχρονος), έναν παρωχημένο «εκρομαντισμό» του κακού στον Νίτσε. Η κριτική στον ορθολογισμό με την προσφυγή στο ένστικτο ή σε άλλες δυνάμεις πάθους είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια προσωρινή διόρθωση και δεν μπορεί να δώσει διέξοδο στα πνευματικά αδιέξοδα της Δύσης.

Ο Τόμας Μαν πλησιάζει λοιπόν τον Νίτσε απορρίπτοντας τη σαγήνη του αμιγώς αισθητικού. Το φως της ιστορικής εμπειρίας που γύρισε σε σκοτάδι ωθεί τον συγγραφέα του Μαγικού Βουνού σε μια διαφορετική κατάφαση: όχι προς τη διονυσιακή απελευθέρωση αλλά προς μια ορθολογική ουτοπία που θα έχει αποκτήσει «αίσθηση της δυσκολίας» χωρίς να χάσει την εμπιστοσύνη της στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Τελικά ο Νίτσε σώζεται ως θεματοφύλακας μιας τραγικής γνώσης. Φέρνοντας τη σκέψη κοντά στην οδύνη και στα πάθη του σώματος, έφτασε, λέει ο Μαν, «ως τα χιονισμένα ύψη γκροτέσκων σφαλμάτων».
Το ίδιο βλέμμα που αναγνωρίζει το αξιοθαύμαστο πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνει και το αξιοκατάκριτο, το απαράδεκτο ή αυτό που αξίζει να πεταχτεί. Εκτός των άλλων, το ωραίο, στοχαστικό κείμενο του Μαν μάς βοηθάει να φρεσκάρουμε αυτό το μάθημα κάθε δημιουργικής κριτικής.
Σεβαστάκης Ν.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:
15/10/2017 05:45
Τhomas Μann
Η φιλοσοφία του Νίτσε υπό το φως της εμπειρίας μας
Μετάφραση Γ. Λαμπράκος. 
Επιμέλεια Γ. Ξηροπαΐδης. 
Εκδόσεις Οκτώ, σελ. 68, τιμή 11 ευρώ
Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Η αόρατη εξουσία


δημοσιεύτηκε τον 03/11/2016 από Analyst Team

Βιώνουμε αναμφίβολα μία κατ’ επίφαση Δημοκρατία, αφού οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον ερήμην μας – ενώ χρησιμοποιούμαστε για να πληρώνουμε συνεχώς νέους φόρους, για τους οποίους εισπράττουμε όλο και λιγότερα ανταλλάγματα.

«Οι Έλληνες, παρά το ότι φαίνεται πια πως όποιο κόμμα και αν επιλέξουν, δεν θα αποφύγουν τα μνημόνια, τη λεηλασία, και τη σκλαβιά τους, έχουν χειραγωγούμενοι την ψευδαίσθηση ότι, μπορούν δημοκρατικά να ανακτήσουν την εθνική τους κυριαρχία και  να μην αφελληνισθούν«

Οι δυτικές κοινωνίες του 18ου και του 19ου αιώνα ήταν αντιμέτωπες τόσο με λογικές, όσο και με παράλογες εξουσίες, οι οποίες είχαν όμως ένα κοινό γνώρισμα: επρόκειτο για ανοιχτές, εμφανείς εξουσίες, όπου όλοι γνώριζαν ποιος διατάζει και ποιος απαγορεύει – ο πατέρας, ό δάσκαλος, το αφεντικό, ο βασιλιάς, ο αξιωματικός, ο Θεός, ο νόμος, η ηθική συνείδηση κοκ.

Οι επιταγές ή οι απαγορεύσεις αυτές μπορεί να ήταν λογικές ή όχι, αυστηρές ή «χλιαρές» – ενώ είχε τη δυνατότητα κανείς να υπακούσει ή να μην υπακούσει. Εν τούτοις, γνώριζαν όλοι ότι υπάρχει μία εξουσία, ποια είναι αυτή η εξουσία, τι επιθυμεί, καθώς επίσης τι αποτελέσματα θα είχε η συμμόρφωση με τις εντολές της ή η ανυπακοή.

Σε αντίθεση με τότε, η σημερινή εξουσία είναι μία ανώνυμη, αδιαφανής εξουσία, όλο και πιο αόρατη, όλο και πιο απομακρυσμένη από το άτομο. Κατά παράδοξο δε τρόπο, όλοι συμμορφώνονται με τις επιταγές της – όπως θα έκαναν οι άνθρωποι, σε μία πολύ έντονα απολυταρχική κοινωνία.

Στην πραγματικότητα τώρα, κανένας δεν αποτελεί την εξουσία – αφού η εξουσία είναι «συνώνυμη» πλέον με τις οικονομικές ανάγκες, με το κέρδος, με τις αγορές, με τους δανειστές, με την χειραγωγημένη κοινή γνώμη, καθώς επίσης με όλα όσα πράττει κανείς, σκέφτεται και αισθάνεται. Οι νόμοι δε αυτής της ανώνυμης εξουσίας είναι το ίδιο αόρατοι, όπως και οι νόμοι της αγοράς – παράλληλα, ακριβώς το ίδιο απρόσβλητοι.

Ποιος μπορεί λοιπόν να προσβάλλει το αόρατο; Ποιος μπορεί να εξεγερθεί κατά του κανενός; Ποιος είναι ο αληθινός εχθρός, για να αντιδράσει συλλογικά και να προστατεύσει τα δικαιώματα του ο λαός;

Κατ’ επέκταση, η αδυναμία που νοιώθουν οι σημερινοί Πολίτες των περισσοτέρων δυτικών κρατών, σε σχέση με το πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν σε αυτά που τους επιβάλλονται παρά τη θέληση τους, από κάποια αόρατη εξουσία, η οποία λειτουργεί όλο και πιο μακριά από τους ίδιους, «φορτώνοντας» τους με τις δικές της «αμαρτίες», δεν είναι σε καμία περίπτωση ακατανόητη.

Στο παράδειγμα της Ελλάδας, παρά το ότι τα νοικοκυριά λεηλατούνται, η δημόσια περιουσία εκποιείται, μεγάλα μέρη του πληθυσμού εξαθλιώνονται και το κοινωνικό κράτος καταρρέει, χωρίς να μειώνεται το δημόσιο χρέος ή να φαίνονται στον ορίζοντα κάποιες ελπιδοφόρες προοπτικές για το μέλλον, ακόμη και οι αρχικές αντιδράσεις αποτελούν προ πολλού παρελθόν – γεγονός που τεκμηριώνει την ανικανότητα της κοινωνίας να λειτουργήσει πλέον ορθολογικά, μη έχοντας τη δυνατότητα να συγκεκριμενοποιήσει τον «εχθρό».

Την ίδια στιγμή, το βασικότερο όπλο εξουδετέρωσης της υγιούς λαϊκής αντίδρασης δεν είναι άλλο από το ότι, «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» – ενώ οι Πολίτες δεν είναι καν σε θέση να καταλάβουν πώς είναι αδύνατον το ίδιο το πρόβλημα να αποτελεί τη λύση: ότι δηλαδή, αυτό που τους παρουσιάζεται ως λύση, είναι το πρόβλημα.

Η πολιτική σταθερότητα

Ένα δεύτερο όπλο εξουδετέρωσης της υγιούς αντίδρασης είναι η «πολιτική σταθερότητα» – στο βωμό της οποίας πρέπει να θυσιάζει κανείς την ελευθερία, τη Δημοκρατία, ακόμη και τα ίδια του τα όνειρα. Οποιοδήποτε κυβερνών κόμμα κάνει σωστά χρήση του όρου «πολιτική σταθερότητα», χτίσει πάνω σε αυτόν και επιμείνει, ισχυριζόμενο με θράσος πως είναι το μοναδικό που μπορεί να την εξασφαλίσει στη χώρα του, έχει σίγουρη την επανεκλογή του – ανεξάρτητα από όποια σκάνδαλα, ατασθαλίες ή απάτες δουν το φως της δημοσιότητας εναντίον του.

Το γεγονός αυτό αποδείχθηκε στη γειτονική Τουρκία, όπου ο πρωθυπουργός της κέρδισε τις εκλογές, παρά τα τεράστια σκάνδαλα διαπλοκής και διαφθοράς, στα οποία αποδεδειγμένα συμμετείχε, τις απολυταρχικές του θηριωδίες, την επαναφορά του μεσαίωνα στην κοινωνική ζωή της χώρας του κοκ. – απλά και μόνο υποσχόμενος «πολιτική σταθερότητα» στους υπηκόους του.

Επειδή δε οι αγορές επιβραβεύουν την πολιτική σταθερότητα, χρεώνοντας τότε φθηνότερα τις «υπηρεσίες» τους, το «χαρτί της οικονομίας» είναι αυτό που συνήθως εξασφαλίζει την εκάστοτε εκλογική νίκη – αρκεί η υφιστάμενη κυβέρνηση να το χρησιμοποιήσει σωστά και την κατάλληλη χρονική στιγμή. Το ότι η μεγαλύτερη δυνατή «πολιτική σταθερότητα» εξασφαλίζεται από τα δικτατορικά καθεστώτα, δεν φαίνεται να ενοχλεί ή να προβληματίζει κανέναν – αφού όλοι είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν την ελευθερία με την ασφάλεια τους.

Ο κομφορμισμός

Συνεχίζοντας, ο μηχανισμός με τον οποίο ασκείται η ανώνυμη εξουσία, είναι ο κομφορμισμός – η προσαρμογή δηλαδή ενός ατόμου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας, στην οποία ανήκει.

Αναλυτικότερα, ο άνθρωπος έχει πεισθεί πως οφείλει να κάνει ότι κάνει ο καθένας, να συμμορφώνεται με το σύνολο, να μην είναι διαφορετικός και να μην ξεχωρίζει. Επομένως, πρέπει να είναι πρόθυμος και να επιθυμεί να αλλάξει, ανάλογα με τις αλλαγές που επιβάλλονται – ενώ δεν πρέπει να αναρωτιέται κατά πόσο έχει δίκιο ή άδικο, αλλά κατά πόσο είναι προσαρμοσμένος με το σύνολο και δεν είναι ιδιόρρυθμος, διαφορετικός. Το μόνο πράγμα που παραμένει μόνιμα μέσα του, είναι η προθυμία αλλαγής και η «ηθική της αγέλης».

Σε τελική ανάλυση λοιπόν, το άτομο λειτουργεί με τον εξής λογικό παραλογισμό: “Κανένας δεν έχει εξουσία επάνω μου, εκτός από την αγέλη, από το κοπάδι καλύτερα του οποίου αποτελώ μέλος – αλλά και στο οποίο είμαι απόλυτα υποταγμένος”.

Η συγκεκριμένη «λογική» δεν αφορά μόνο τους κυβερνωμένους, αλλά και τους κυβερνώντες – οι οποίοι επίσης υποτάσσονται στο κοπάδι των μελών των κομμάτων τους, των εκλογέων, των αγορών κοκ., «αγόμενοι και φερόμενοι» από μία αόρατη εξουσία, χωρίς καμία αμιγώς δική τους πρωτοβουλία.

Στα πλαίσια αυτά, ο λαός αδυνατεί να διαμαρτυρηθεί και να εξεγερθεί δυναμικά, ατομικά ή συλλογικά, αφού δεν μπορεί να «ταυτοποιήσει» την εξουσία – οπότε χάνει τη συνείδηση του εαυτού του, αποδέχεται την αγελαία συμπεριφορά και παύει να εξελίσσεται ψυχικά ή διανοητικά.

Εδώ οφείλεται, σε κάποιο βαθμό βέβαια, η ανευθυνότητα και ο «παιδισμός» της πλειοψηφίας των σύγχρονων ανθρώπων – οι οποίοι είναι πλέον άβουλα «υποζύγια» των αγορών.
Επίσης, η κοινωνική απομόνωση, η αποχαύνωση και η αδιαφορία για τα κοινά, όπως επίσης το συνεχώς χαμηλότερο επίπεδο των βουλευτών σε όλες τις δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωκοινοβουλίου – αφού κανένας υγιώς σκεπτόμενος άνθρωπος δεν θα αποδεχόταν να μετατραπεί σε «ετερόφωτο πιόνι», πόσο μάλλον να ευθύνεται για μία εξουσία που δεν ασκεί.

Στο παράδειγμα τώρα της Ελλάδας, όπου επικρατεί «η σιωπή των αμνών» και οι Πολίτες δεν εξεγείρονται κατά της κυβέρνησης τους (παρά το ότι υπεξαίρεσε την ψήφο τους επανειλημμένα, με προεκλογικές υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν ποτέ, ενώ δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους, τους επιβάλλει δυσβάστακτα μέτρα, δεν τολμάει να αντισταθεί στους εισβολείς κοκ.), η αιτία είναι επίσης το ότι, η πραγματική εξουσία είναι αόρατη – αφού όποιο άλλο κόμμα κυβερνήσει, οι Πολίτες είναι πεπεισμένοι πως δεν πρόκειται να υπάρξει καμία ουσιαστική αλλαγή.

Ακόμη δε και αυτοί που αναζητούν απεγνωσμένα έναν νέο «επαναστάτη» ηγέτη, έχουμε την εντύπωση ότι, δεν πιστεύουν πως μπορεί να υπάρξουν πραγματικές αλλαγές – επομένως, ότι δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να τον συνοδεύσουν στην «επικίνδυνη διαδρομή», την οποία υποχρεωτικά θα έπρεπε ο νέος ηγέτης να ακολουθήσει.

Αυτό που μάλλον επιζητούν είναι να φορτώσουν τις ευθύνες της δικής τους ήττας σε κάποιον άλλο – τον οποίο αργότερα, αφού θα αποτύχει εκ των πραγμάτων μη έχοντας την απαιτούμενη δική τους συνδρομή, θα τον οδηγήσουν πιθανότατα στο ικρίωμα (όπως ήδη διαπιστώνεται σήμερα).

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ίσως να συμπληρώσουμε ότι, βιώνουμε αναμφίβολα μία «κατ’ επίφαση» δημοκρατία – αφού οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον ερήμην μας, ενώ χρησιμοποιούμαστε για να πληρώνουμε συνεχώς νέους φόρους, για τους οποίους εισπράττουμε όλο και λιγότερα ανταλλάγματα (κοινωνικές παροχές). Πρόκειται ουσιαστικά για μία «οικονομική δικτατορία» με δημοκρατικό πέπλο, την οποία αποδεχόμαστε αδιαμαρτύρητα – θεωρώντας ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Για παράδειγμα, όπως ο σημερινός οικονομικός πόλεμος δεν σκοτώνει με σφαίρες τους ανθρώπους, αλλά τους οδηγεί στην ανεργία, στη φτώχεια, στην εξαθλίωση, στο «λιμό» και στην αυτοκτονία, έτσι και η οικονομική δικτατορία δεν χρησιμοποιεί τα συμβατικά βασανιστήρια, για να επιβάλλει τους κανόνες της – αλλά την τρομοκρατία των ΜΜΕ, την παραδειγματική τιμωρία, τη σταύρωση δηλαδή σε κοινή θέα, το δημόσιο εξευτελισμό κοκ.

Επίλογος

Όλα τα παραπάνω, αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο μειονέκτημα της Ευρωζώνης – πόσο μάλλον της Ευρώπης, εάν ενωθεί πολιτικά. Στην περίπτωση αυτή, ακόμη και η τυπική εξουσία θα ήταν πιο μακριά από τους ανθρώπους – με ακόμη πιο οδυνηρά επακόλουθα για την εξέλιξη τους, για την ελευθερία και βέβαια για τη Δημοκρατία, έτσι όπως αυτά διαπιστώνονται στις Η.Π.Α.

Πολύ περισσότερο επειδή γνωρίζουμε επί πλέον ότι, όσο πιο μακριά είναι το υποκείμενο από το αντικείμενο, τόσο λιγότερο ηθικές είναι οι πράξεις του. Για παράδειγμα, αδιαφορούμε για τις άθλιες εργασιακές συνθήκες στην Ασία, με βάση τις οποίες αγοράζουμε πάμφθηνα τα ρούχα μας – αφού δεν ερχόμαστε σε καμία επαφή με τους ανθρώπους εκεί.

Επομένως οι πολιτικοί κίνδυνοι, στην περίπτωση που ολόκληρη η Ευρώπη θα κυβερνιόταν από τις Βρυξέλες, θα ήταν εξαιρετικά μεγάλοι – ενώ οι πράξεις των «ιθυνόντων» πολύ λιγότερο ηθικές. Παράλληλα, η διάχυση της εξουσίας τόσο στα εθνικά, όσο και στα υπερεθνικά κοινοβούλια, θα μείωνε κατά πολύ την όποια υπευθυνότητα τους – κάτι που ήδη διαπιστώνεται.

Αρκεί να σημειώσουμε ότι, οι εκτελέσεις ανθρώπων σε περιόδους πολέμων γίνονται πάντοτε από μία ομάδα στρατιωτών και ποτέ από έναν, έτσι ώστε να μην νοιώθει κανείς ότι έχει ο ίδιος την ευθύνη, για να κατανοήσουμε πόσο πιο εύκολη θα ήταν η «εκτέλεση» των λαών κατ’ εντολή ίσως των αγορών, από μία «συλλογική κυβέρνηση» – η οποία, εκτός των άλλων, θα ήταν σε απόσταση ασφαλείας.

Στα πλαίσια αυτά, εάν οι Πολίτες των επί μέρους κρατών δεν αποφασίσουν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, όχι για να την παραδώσουν σε μία άλλη ανώνυμη εξουσία ή σε κάποιον «προικισμένο» ηγέτη, αλλά για να τη διαχειριστούν μόνοι τους (άμεση δημοκρατία), τα όνειρά τους για ένα καλύτερο μέλλον τόσο των ίδιων, όσο και των παιδιών τους, θα παραμείνουν «όνειρα θερινής νυκτός» – όσο οδυνηρό και αν ακούγεται κάτι τέτοιο.
πηγή:analyst.gr