κωπηλατώντας, ταξιδεύω μαζί με τη γαλέρα μου σε αχαρτογράφητα νερά, προσαράζω σε ξεχασμένα λιμάνια και συλλέγω θησαυρούς... βλέπω πολλά, διαβάζω άλλα τόσα, καταγράφω ότι μου κεντρίζει το ενδιαφέρον και έχω μότο μου πως - το μονοπάτι της ζωής σ’ ένα γκρεμό τελειώνει Κι οπού ‘χει στην ψυχή φτερά, τ’ ανοίγει και γλιτώνει!!! τα νέα της γαλέρας λοιπόν...
Ετικέτες
- MUDr Vassaras Alexandros
- Robert Lanza
- botanologia.gr
- covid-19
- ntina writes
- ntinas photo
- ntns
- Άκου Ανθρωπάκο
- Αντωνόπουλος Γιώργος -photographer-photoreporter
- Δημήτρης Κούβελας
- αυτάρκεια
- αυτοβελτίωση
- ευ ζην
- η ζωή στον πλανήτη Γη
- θόρυβος
- κλιματική αλλαγή
- μαθαίνω
- νερό
- συνταγές υγείας
- υγεία-ευεξία
- φωτιές
- φωτογραφίες και μία λέξεις
Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024
ο σύγχρονος άνθρωπος και η δεινή του θέση μέσα στη δίνη του σύγχρονου κόσμου και ποια η δύνη της δύναμης που ασκείται επάνω του και τον παρασέρνει?
Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024
Jack London : Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη "πειναλέα" πόλη.
Ήταν και παζάρι κι η πόλη ήταν γεμάτη μικρολωποδύτες και απατεωνίσκους, για να μη μιλήσουμε για στίφη ολόκληρα από πειναλέους αλήτες.
Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη "πειναλέα" πόλη.
Βροντούσαν τις πίσω πόρτες των σπιτιών των ευυπόληπτων πολιτών, μέχρι που οι πίσω πόρτες έπαψαν πια ν' ανοίγουν.
Δύσκολη πόλη για μάσες, έλεγαν τον καιρό εκείνο οι αλήτες.
Ξέρω πως μου 'λειψαν πολλά γεύματα, παρά το γεγονός ότι μπορούσα να συρθώ ως την επόμενη αν μου βροντούσαν κατάμουτρα μια πόρτα, για να τσιμπήσω κάτι ή να με τραπεζώσουν ή και να ζητιανέψω στο δρόμο.
Βρέθηκα σε τόσο δύσκολη θέση σ' αυτή την πόλη, που, μια μέρα, ξέφυγα απ' το φύλακα και τρύπωσα στο ιδιωτικό βαγόνι ενός περιοδεύοντα εκατομμυριούχου.
Το τρένο ξεκινούσε την ώρα που ανέβηκα στο βαγόνι και όρμηξα στον εκατομμυριούχο που λέγαμε, ενώ μόλις ένα βήμα πίσω μου είχα το φύλακα, που πολεμούσε να με τσακώσει.
Η τύχη μου κρεμόταν από μια κλωστή, γιατί μόλις ακούμπησα τον εκατομμυριούχο, με τσίμπησε κι ο φύλακας.
Δεν είχα καιρό για τυπικότητες.
«Δω 'μου μια δεκάρα να φάω», είπα.
Κι όσο ζω δε θα ξεχάσω τον εκατομμυριούχο, που έβαλε το χέρι στην τσέπη και μου 'δωσε... μάλιστα... ακριβώς... μια δεκάρα.
Πιστεύω ακράδαντα πως τόσο είχε αναστατωθεί, ώστε υπάκουσε αυτόματα και, από τότε, πολλές φορές κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν του ζήτησα ένα ολόκληρο δολάριο.
Γιατί ξέρω ότι θα μου το 'δινε.
Απομακρύνθηκα τρέχοντας απ' το ιδιωτικό βαγόνι, ενώ ο φύλακας πολεμούσε να μου δώσει μια κλοτσιά στη μούρη.
Δε με πέτυχε.
Κι ας βρισκόμουν σε πολύ μειονεκτική θέση, γιατί προσπαθούσα να κατέβω απ' το τελευταίο σκαλί του βαγονιού και να μη σπάσω κιόλας το λαιμό μου, ενώ ταυτόχρονα, είχα κι από πάνω απ' το βαγόνι έναν εξαγριωμένο αιθίοπα που προσπαθούσε να με χτυπήσει καταπρόσωπο με ποδάρες πενήντα νούμερο! Μα την πήρα τη δεκάρα! Την πήρα!
[….] Μα αυτό το κάτι που 'θελα να φάω με δυσκόλεψε πολύ.
Σε μια ντουζίνα σπίτια, με πέταξαν με τις κλωτσιές έξω.
Μερικές φορές, με πρόσβαλαν κιόλας και τα αμπαρωμένα σπίτια με πληροφορούσαν πως θα τις έτρωγα στα γερά αν τολμούσα να τα ενοχλήσω.
Το χειρότερο ήταν ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν σωστές.
Γι' αυτό και το 'χα πάρει απόφαση να φύγω την ίδια εκείνη νύχτα για τα δυτικά.
Ο Τζον ο Νόμος έφερνε βόλτες στην πόλη, γυρεύοντας τους νηστικούς και τους άστεγους, γιατί αυτό αξίωναν οι αμπαρωμένοι κάτοικοι της πόλης.
Σ' άλλα σπίτια, μου βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα, κόβοντας στη μέση τα ευγενικά και ταπεινά μου παρακάλια να μου δώσουν κάτι να φάω.
Σ' ένα σπίτι, δεν άνοιξαν καν την πόρτα.
Στάθηκα στο κατώφλι και χτύπησα κι οι από μέσα με κοιτούσαν απ' το παράθυρο.
Κρατούσαν μέχρι κι ένα καλοθρεμμένο παιδάκι ψηλά, στους ώμους τους, για να του δείξουν κι εκείνου τον αλήτη που δεν έμελλε να πάρει ούτε ψίχουλο απ' το σπίτι τους.
Άρχισα να καταλαβαίνω πως θα ήμουν υποχρεωμένος να στραφώ για φαγητό στους πολύ φτωχούς.
Οι πολύ φτωχοί είναι το τελευταίο και σίγουρο αποκούμπι για τους πεινασμένους αλήτες. Πάντα μπορείς να βασιστείς στους πολύ φτωχούς.
Ποτέ δε διώχνουν τους πεινασμένους.
Πάμπολλες φορές, σ' όποιο μέρος των ΗΠΑ κι αν βρισκόμουν, αρνήθηκαν να μου δώσουν φαΐ τα μέγαρα πάνω στους λόφους.
Μα πάντα μου 'διναν φαΐ τα φτωχοκάλυβα στο ρέμα ή στο έλος, που τα σπασμένα τους παράθυρα τα έκλειναν κουρέλια κι όπου κατοικούσαν μανάδες με κουρασμένο πρόσωπο, τσακισμένες απ' τη σκληρή δουλειά.
[….] Στη θύμησή μου έχει μείνει ένα συγκεκριμένο σπίτι απ' όπου με διώξανε κείνο το βράδυ. Τα παράθυρα της βεράντας έβλεπαν στην τραπεζαρία και μέσα απ' αυτά είδα έναν άντρα να τρώει πίτα, μια μεγάλη κρεατόπιτα.
Στάθηκα στην ανοιχτή πόρτα και, την ώρα που μιλούσαμε, εξακολουθούσε το φαγητό του. Ευημερούσε και η ευμάρειά του τον είχε κάνει να δυσφορεί με τα λιγότερο τυχερά αδέρφια του.
Έκοψε στη μέση τα παρακάλια μου να μου δώσουν κάτι να φάω και γαύγισε: «Δεν πιστεύω πως θες να δουλέψεις».
Ε, αυτό ήταν τελείως ξεκάρφωτο. Δεν είχα πει τίποτα για δουλειά.
Το θέμα της συζήτησης που άνοιξα ήταν το «φαΐ».
Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να δουλέψω. Ήθελα να πάρω το νυχτερινό τρένο για τα δυτικά.
«Δε θα πεινούσες αν έβρισκες δουλειά», γρύλλισε.
Έριξα μια ματιά στην πειθήνια γυναίκα του και κατάλαβα ότι, αν δεν ήταν παρών αυτός ο Κέρβερος, θα την είχα δοκιμάσει τούτη την κρεατόπιτα.
Μα ο Κέρβερος έτρωγε τώρα ολομόναχος την πίτα και κατάλαβα ότι, αν ήθελα να την δοκιμάσω κι εγώ, θα έπρεπε να τον κολακέψω.
Για τούτο, αναστέναξα βαθιά μέσα μου και δέχτηκα την εργασιακή του ηθική.
«Και βέβαια θέλω δουλειά», μπλοφάρησα.
«Δε σε πιστεύω», ξεφύσησε.
«Δοκίμασέ με», αποκρίθηκα, συνεχίζοντας τη μπλόφα μου.
«Εντάξει», είπε. «Έλα στη γωνιά του τάδε και του τάδε δρόμου» -(ξέχασα τα ονόματά τους)- «αύριο το πρωί. Ξέρεις, εκεί που είναι εκείνο το καμένο σπίτι. Θα σε βάλω ν' ανεβάζεις τούβλα».
«Εντάξει, κύριε. Θα 'ρθω».
Γρύλλισε κι εξακολούθησε το φαΐ του.
Εγώ περίμενα.
Μετά από ένα δυο λεπτά σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε μ' ένα ύφος που 'λεγε «ακόμα εδώ είσαι;» και ρώτησε:
«Λοιπόν;».
«Πε...περιμένω να μου δώσετε κάτι να φάω», είπα ευγενικά.
«Το 'ξερα πως δεν ήθελες να δουλέψεις!» μούγκρισε.
Είχε δίκιο, φυσικά.
Μα στο συμπέρασμα του θα πρέπει να 'φτασε διαβάζοντας τη σκέψη μου, γιατί ήταν αδύνατο να φτάσει με τη λογική σ' αυτό.
«Βλέπετε, τώρα πεινάω», είπα, ήρεμα πάλι.
«Αύριο το πρωί θα πεινάω ακόμα περισσότερο.
Σκεφτείτε πόσο θα πεινάω αν όλη τη μέρα ανεβάζω τούβλα χωρίς να βάλω ούτε μπουκιά στο στόμα μου.
Αν, όμως, μου δώσετε κάτι να φάω τώρα, αύριο θα είμαι σε καλή φόρμα και θα κουβαλήσω τα τούβλα».
Συλλογίστηκε για ώρα το επιχείρημά μου, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσε να μασάει.
Η γυναίκα του έκανε τρέμοντας κάτι να πει, για να εξιλεωθούν οικογενειακά, μα δεν τόλμησε.
«Να σου πω τι θα κάνω», μου είπε ανάμεσα στις μπουκιές του.
«Θα 'ρθεις να δουλέψεις αύριο και το μεσημέρι θα σου δώσω μια μπροστάντζα για να πας να φας. Αυτό θα δείξει αν μιλάς ειλικρινά ή όχι».
«Στο μεταξύ...», άρχισα να λέω, μα με διέκοψε.
«Αν σου δώσω κάτι να φας τώρα, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ποτέ.
Α, σας ξέρω εσάς.
Για δες με καλά.
Δε χρωστάω σε κανέναν.
Και ποτέ δεν έπεσα τόσο χαμηλά, ώστε να γυρεύω φαγητό από άλλον.
Πάντα έβγαζα το ψωμί μου.
Το κακό με σένα είναι πως είσαι τεμπέλης κι ακαμάτης.
Το βλέπω στο πρόσωπό σου.
Εγώ δούλεψα και ήμουν τίμιος.
Μόνος μου ανέβηκα στη θέση που βρίσκομαι.
Και συ μπορείς να κάνεις το ίδιο, φτάνει να δουλέψεις και να 'σαι τίμιος».
«Όπως εσείς;» ρώτησα.
Αλίμονο, η βλοσυρή, τσακισμένη απ' τη δουλειά ψυχή αυτού του ανθρώπου δεν άφηνε να την αγγίξει ούτε μια αχτίδα χιούμορ.
«Ναι, όπως εγώ», αποκρίθηκε.
«Όλοι μας;» ρώτησα.
«Ναι, όλοι σας», απάντησε, με φωνή γεμάτη σιγουριά.
«Μα αν γινόμασταν όλοι σαν κι εσάς», είπα, «επιτρέψτε μου να σας επισημάνω πως δε θα έμενε κανένας για ν' ανεβάζει τούβλα για λογαριασμό σας».
Τ ορκίζομαι, τα μάτια της γυναίκας του σα να χαμογέλασαν φευγαλέα.
Όσο για κείνον, έμεινε εμβρόντητος.
Ποτέ δεν θα μάθω αν αυτό έγινε επειδή φαντάστηκε μιαν ανθρωπότητα μεταρρυθμισμένη, όπου δε θα μπορούσε ν' απασχολήσει ανθρώπους για να κουβαλάνε τούβλα, ή εξαιτίας του θράσους μου.
Jack London (1876-1916)
Κάθε λίγο και λιγάκι, σε εφημερίδες, περιοδικά και λεξικά με βιογραφίες, διαβάζω για τη ζωή μου.
Τα κείμενα αυτά, με προσοχή και περίσκεψη διατυπωμένα, με πληροφορούν ότι έγινα αλήτης με σκοπό να μελετήσω κοινωνιολογία.
Αυτό δείχνει μεν την φρόνηση και τη διακριτικότητα των βιογράφων μου, αλλά δεν είναι διόλου σωστό.
Έγινα αλήτης... ε, γιατί είχα μέσα μου δίψα για ζωή, γιατί μες στο αίμα μου είχα τη λαχτάρα της περιπέτειας, που δε μ' άφηνε να μείνω ήσυχος.
Η κοινωνιολογία ήρθε μετά, τελείως συμπτωματικά.
Ήρθε μετά, όπως το δέρμα σου υγραίνεται αφού πρώτα σε καταβρέξουνε.
Βγήκα "στο Δρόμο" γιατί δεν μπορούσα να μείνω μακριά απ' αυτόν.
Γιατί στην τσέπη μου δεν είχα παράδες για ν' αγοράσω εισιτήριο για το τρένο.
Γιατί ήμουν έτσι καμωμένος, ώστε το θεωρούσα αδιανόητο να δουλεύω σ' όλη μου τη ζωή στο ίδιο μέρος.
Γιατί... ε, γιατί μου ήταν ευκολότερο να βγω στο Δρόμο, παρά να μη βγω.
Κώστας Βάρναλης:Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές.
Στον ουρανό είναι γραμμένο ένα μυστικό, ένα κρυμμένο σχεδιάγραμμα που περιγράφει το αρχικό σχέδιο του ίδιου του Κόσμου.
Ο διασκορπισμός της ύλης σε όλο το διάστημα ακολουθεί ένα μοτίβο που σχεδιάστηκε στην αρχή του χρόνου και που μεγεθύνεται συνεχώς σε απίστευτες αναλογίες για, σχεδόν, 14 δισεκατομμύρια χρόνια κοσμικής επέκτασης.
και για μας,
Κυριακή 24 Μαρτίου 2024
Το Ξυράφι του Occam, Όταν ακούτε καλπασμό, να σκέφτεστε ‘άλογο’ και όχι ζέβρα
Η αρχή αυτή αποτελεί την βάση της μεθοδολογικής απαγωγής και αποκαλείται επίσης αρχή της οικονομίας.
Στην απλούστερη διατύπωσή του, το Ξυράφι του Όκαμ εκφράζεται ως εξής:
"Κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες"
Η αρχή αυτή πρωτοδιατυπώνεται από τους Πυθαγόρειους δυο χιλιετίες νωρίτερα, όπως μας πληροφορεί ο φιλόσοφος Πρόκλος, του οποίου το Πανεπιστήμιο είναι στην οδό Ηρώδου Αττικού, θαμμένο κάτω από το πεζοδρόμιο, μπροστά στο θέατρο του Διονύσου.
Στα Ελληνικά διατυπώνεται ως εξής
“τῶν μὲν Πυθαγορείων … παρακέλευσμα ἦν …… δι’ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῖς κλεινοῖς Πυθαγορείοις” και “δεῖν γὰρ ἐπ’ ἐκείνων καὶ αὐτὸν παρακελεύεσθαι τὸν Πυθαγόραν ζητεῖν ἐξ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων δεικνύναι τὰ ζητούμενα·”
Στα λατινικά διατυπώνεται ως:
Pluralitas non est ponenda sine necessitate
Η φράση αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί πολύ ελεύθερα ως εξής:
Όταν δύο θεωρίες παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη.
Παράδειγμα: Παρατηρούμε ότι ένα δέντρο έχει πέσει μετά από μια θύελλα.
Βάσει του δεδομένου της θύελλας συνδυασμένου με αυτό του πεσμένου δέντρου, μια λογική εικασία θα ήταν να υποθέσουμε ότι η ισχύς της θύελλας ξερίζωσε και έριξε κάτω το δέντρο. Αυτή η υπόθεση δεν προσβάλλει την κριτική μας σκέψη, καθότι υπάρχουν ισχυροί λογικοί δεσμοί μεταξύ αυτού που ήδη γνωρίζουμε και αυτού που υποθέτουμε ότι έγινε, δηλ. το ότι βλέπουμε και ακούμε τις θύελλες αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξή τους και για το ότι είναι ικανές να ξεριζώσουν και να ρίξουν κάτω δέντρα.
Μία εναλλακτική υπόθεση θα ήταν ότι ένας γιγάντιος εξωγήινος ξερίζωσε το δέντρο.
Αυτή η υπόθεση, ωστόσο, προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διάφορες λογικές αδυναμίες που προκύπτουν από ασυνέπειες με τα όσα ήδη γνωρίζουμε, αναφορικά με την ύπαρξη των εξωγήινων, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να εκτελούν διαστρικά ταξίδια, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να ξεριζώνουν δέντρα—είτε επίτηδες είτε όχι—καθώς και την ύπαρξη εξωγήινης βιολογίας που τους επιτρέπει να έχουν 200 μέτρα ύψος παρά την βαρύτητα της γης, πράγμα που την καθιστά απορριπτέα.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν ένας ασθενής χειρουργείται και πριν την εγχείριση ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι οι πιθανότητες επιβίωσης του είναι μηδαμινές.
Εάν τελικά ο ασθενής επιβιώσει η λογική με τις λιγότερες εικασίες είναι ότι ο γιατρός έκανε λανθασμένη εκτίμηση του κινδύνου.
Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις επικρατεί η λογική του θαύματος, η οποία προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες.
Στην αντίθετη περίπτωση που ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι πρόκειται για μια απλή εγχείριση και τελικά ο ασθενής πεθαίνει, η απλή εικασία του ιατρικού λάθους όμως υπερισχύει.
Το ξυράφι του Όκαμ συχνά διατυπώνεται ως Entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem, ή, αλλιώς:
"Οι οντότητες δεν θα πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέραν του απολύτως απαραίτητου"
Αυτή η διατύπωση, ωστόσο, είναι μεταγενέστερη και δεν βρίσκεται σε κανένα από τα συγγράμματα του Όκαμ.
Το ίδιο ισχύει και για την διατύπωση non est ponenda pluralitas sine necessitate που κυριολεκτικά σημαίνει "δεν θα πρέπει να προϋποτίθενται επαυξήσεις χωρίς να είναι απαραίτητο"
Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με δύο ελάχιστα διαφορετικούς τρόπους.
Σύμφωνα με τον πρώτο, από όλες τις θεωρίες που εξηγούν επαρκώς τα δεδομένα, προτιμάται η απλούστερη.
Σύμφωνα με τον δεύτερο, προτιμάται το απλούστερο υποσύνολο μιας οποιασδήποτε θεωρίας η οποία εξηγεί επαρκώς τα δεδομένα.
Η διαφορά έγκειται στο ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο διαφορετικές θεωρίες οι οποίες να εξηγούν τα δεδομένα επαρκώς και οι οποίες να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και κανένα κοινό στοιχείο.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι σε αυτήν την περίπτωση το Ξυράφι του Occam δεν εισηγείται κάποιας προτίμησης και ότι ισχύει μόνον όταν σε μια αυτάρκη θεωρία προστίθεται κάτι το οποίο δε βελτιώνει τα όσα η θεωρία ήδη προβλέπει.
Έτσι, το Ξυράφι του Occam απλώς κόβει και αφαιρεί όλα αυτά τα επιπρόσθετα θεωρητικά στοιχεία.
Η αρχή του Ξυραφιού του Occam έχει αποτελέσει την έμπνευση για πολλές άλλες διατυπώσεις, όπως: "Οικονομία των αιτημάτων",
"αρχή της απλούστευσης" και την έκφραση, σε ορισμένες ιατρικές σχολές του εξωτερικού, "όταν ακούτε καλπασμό, να σκέφτεστε ‘άλογο’ και όχι ζέβρα"
Μία επαναδιατύπωση του Ξυραφιού του Occam σε πιο επίσημη ορολογία υπάρχει διαθέσιμη από τη Θεωρία της Πληροφορίας στα πλαίσια του μηνύματος ελαχίστου μεγέθους.
"Όταν πρέπει να επιλεγεί ένα από δύο μοντέλα με ταυτόσημες προβλέψεις, επιλέγεται το απλούστερο".
Αυτή η διατύπωση θέλει να πει ότι ένα απλούστερο μοντέλο δε μπορεί να συμπεριληφθεί μεταξύ των μοντέλων που πληρούν τα κριτήρια της διατύπωσης, εάν οι προβλέψεις του δεν είναι ταυτόσημες.
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, που έζησε μετά τον Occam διατύπωσε μία παραλλαγή του Ξυραφιού του Occam.
Η παραλλαγή του βραχυκυκλώνει την ανάγκη για απλότητα, εξισώνοντας την τελευταία με την επιτήδευση:
Η απλότητα είναι η υπέρτατη επιτήδευση.
Το Ξυράφι του Occam επίσης διατυπώνεται ως εξής:
Μεταξύ δύο θεωριών ή εξηγήσεων, όταν όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες είναι ταυτόσημοι, προτιμάται η απλούστερη.
Εφόσον αυτή η διατύπωση είναι κάπως ασαφής, ίσως να είναι προτιμητέα αυτή του Νεύτωνα:
Δεν αποδεχόμαστε περισσότερες αιτίες για φυσικά φαινόμενα από όσες είναι ταυτόχρονα αληθείς και επαρκείς όσον αφορά την δικαιολόγηση της ύπαρξής τους.
Στο πνεύμα του ίδιου του "Ξυραφιού", πολλές φορές λέγεται ότι:
"Η απλούστερη εξήγηση είναι συνήθως η καλύτερη"
Αυτό αποτελεί υπεραπλούστευση και είναι τουλάχιστον παροδηγητικό.
Άλλωστε, αυτή η επαναδιατύπωση ενέχει πολλά σφάλματα και το μεγαλύτερο όλων είναι ότι το Ξυράφι του Occam χρησιμεύει μόνο για τον διαχωρισμό μεταξύ δύο επιστημονικών θεωριών, οι οποίες κάνουν τις ίδιες προβλέψεις.
Το δεύτερο σφάλμα είναι ότι το Ξυράφι του Occam δεν διατείνεται ότι κάνει την επιλογή της «καλύτερης» θεωρίας, αλλά απλώς ότι η απλότητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή μεταξύ δύο κατά τα άλλα ίσων θεωριών.
Είναι δυνατόν, με την πάροδο του χρόνου, να γίνουν γνωστές πληροφορίες οι οποίες να καταστήσουν την περιπλοκότερη θεωρία ορθότερη.
Το Ξυράφι του Occam δεν διατείνεται σαφώς ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αλλά μας προτρέπει να δεχόμαστε την απλούστερη θεωρία έως ότου έχουμε λόγους για να μην το κάνουμε.
Το Ξυράφι του Occam είναι γνωστό με πολλές άλλες ονομασίες, όπως Αρχή της Οικονομίας, Αρχή της Απλότητας, διότι υπάρχει μία εμφανής σύνδεση μεταξύ της απλότητας, της οικονομίας και του Ξυραφιού.
Πριν από τον 20ο αιώνα, επικρατούσε η αντίληψη ότι η υπεράσπιση του Ξυραφιού μεταφυσικώς αποτελούσε απλότητα, ότι η φύση ήταν κατά βάση απλή και ότι, συνεπώς, οι φυσικές θεωρίες θα πρέπει να αντανακλούν αυτή την απλότητα.
Από την αρχή του 20ου αιώνα, ωστόσο, αυτές οι αντιλήψεις άρχισαν να χάνουν την δημοτικότητά τους, διότι οι επιστήμονες άρχισαν να σχηματίζουν μια όλο και πιο περίπλοκη εικόνα του φυσικού σύμπαντος.
Αντιστοίχως, οι φιλόσοφοι εγκατέλειψαν τη μεταφυσική υποστήριξη του Ξυραφιού και κατέφυγαν στην επιστημολογία, παρέχοντας επαγωγικά, πραγματολογικά και πιθανοτητολογικά επιχειρήματα, κατάσταση η οποία συνεχίζει μέχρι και σήμερα.
Έτσι, το Ξυράφι του Occam αποτελεί πλέον αρχή μεθοδολογίας.
Ο Elliott Sober δεν συμφωνεί με την επιστημολογική υποστήριξη του Ξυραφιού και πιστεύει ότι πρέπει να υφίσταται κάποια μεταφυσική προκατάληψη πίσω του, μολονότι δεν προσφέρει πιθανές αναλύσεις.
Η αντιλογία του Chatton
Ο Walter του Chatton, ο οποίος ήταν σύγχρονος του Γουλιέλμου του Occam, 1287-1347, αντιτέθηκε στο Ξυράφι του Occam και στις εφαρμογές του.
Ως αντίλογο, επινόησε το αντι-ξυράφι του: "Εάν τρεις θέσεις δεν επαρκούν για να επιβεβαιώσουν μία καταφατική πρόταση για κάποιο ζήτημα, τότε πρέπει να προστεθεί και μια τέταρτη, και ούτω καθ’ εξής"
Αν και αρκετοί άλλοι φιλόσοφοι έχουν διατυπώσει παρόμοια "αντι-ξυράφια" μετά από τον Chatton, το αξίωμα του Chatton ποτέ δεν γνώρισε την επιτυχία του Ξυραφιού του Occam.
Παραλλαγές ή διαφορετικές διατυπώσεις:
"η ποικιλία των οντοτήτων δεν θα πρέπει να μειώνεται αβασάνιστα"
ο νόμος κατά της τσιγκουνιάς, σύμφωνα με τον οποίο "οι οντότητες δεν θα πρέπει να μειώνονται σε βαθμό ανεπάρκειας" ή
"είναι μάταιο να περιορίζουμε στο λίγο αυτό που χρειάζεται πολύ"
"δεν μπορεί να υφίσταται σύνολο αμοιβαία ασυνεπών παρατηρήσεων, για το οποίο η ανθρώπινη διάνοια να μην μπορεί να συλλάβει μία συνεκτική εξήγηση, ανεξάρτητα από το πόσο περίπλοκη θα είναι αυτή"
επιμέλεια κειμένου:ntina
read more:wikipedia
Σάββατο 23 Μαρτίου 2024
Η μαγεία των εκλείψεων
οι πανέμορφες φωτογραφίες είναι από εδώ:news.yahoo.com

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024
Απόψεις - Γιάννης Ναστούλης
Διαβάζω ότι οι Ρώσοι, λέει, δεν μπορούν να εξηγήσουν το μίσος του Έλληνα πρωθυπουργού εναντίον τους.
Η απλή απάντηση είναι ότι ο εν λόγω είναι στενότατα διασυνδεδεμένος με Δυτικά συμφέροντα, Δυτικοτραφής ο ίδιος και πρωθυπουργός κράτους οργανικά ενταγμένου στη Δύση.
Επομένως δεν πρόκειται για μίσος, αλλά για πολιτική επιλογή, και εκεί τελειώνει.
Ωστόσο, η Ζαχάροβα οσμίζεται έναν παθιασμένο παράγοντα, ένα συναισθηματικό υπόβαθρο στον αντιρωσισμό του.
Όλα εξηγούνται
Η κυρία Γκραμπόβσκι είναι εκ Πατρός Πολωνή. Μάλιστα γόνος εμβληματικής οικογένειας Βιομηχάνων και ιδιοκτητών της εις Λόνδραν διάσημης Γκαλερί Γκραμπόβσκι.
Εκ μητρός δε ανηψιά του Στάθη, του υπουργού του ΠΑΣΟΚ.
Τα παιδιά του λοιπόν είναι κατά 25% Πολωνοί.
Γνωρίζουμε, όσοι, ότι ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά υπαρξιακά μίση είναι των Πολωνών εναντίον των Ρώσων.
Τι πιο λογικό οι αναπόφευκτες αιματασυγγενικές ωσμώσεις να οδηγούν κάποιον σε συναισθηματικές και νοερές ταυτίσεις?
Μισώ αυτόν που μισεί η μάνα των παιδιών μου. Μισώ αυτόν που μισεί η πατρίδα της μάνας των παιδιών μου και των παιδιών μου.
Οκ, θα αντιτείνει κάποιος, μπορεί να είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά, όχι και ικανή.
Σωστά.
Αν και τα συναισθήματα δεν υπακούουν στους κανόνες της λογικής.
Υπάρχει και μια ακόμη συναισθηματική σύνδεση με τους Πολωνούς που διαφεύγει από πολλούς.
Υπομονή!
Η προσγιαγιά του πρωθυπουργού είναι η Κατίγκω Βενιζέλου, αδελφή του Ελευθέριου.
Μέσω του γάμου της με τον πολύ σημαντικό άνδρα, τον Κωστή Μητσοτάκη.
Ο φέρελπις δικηγόρος, αλλά, άσημος αδελφός της μπαίνει στο μεγάλο σπίτι της ιστορικής οικογένειας των Ανδρεαδάκηδων, μετέπειτα Μητσοτάκηδων και του κόμματος του Κωστή, του "κόμματος των ξυπόλητων", το μετέπειτα Κόμμα Φιλελευθέρων!
Ο νεαρός δικηγόρος Ελευθέριος με τα πύρινα άρθρα στην εφημερίδα των Μητσοτάκηδων, δια της αδελφής μπαίνει στην Οικογένεια.
Έκτοτε, η ενιαία Οικογένεια δίνει κι άλλους καρπούς: ο Κυριάκος, υπουργός, παππούς του νυν Κυριάκου και γιος του Κωστή και της Κατίγκως, παντρεύεται τη Σταυρούλα Πλουμιδάκη, ανηψιά από πρώτο ξαδέρφο του Βενιζέλου εκ μητρός, γόνος της περίφημης οικογένειας των Επαναστατών του '21 Χάληδων, και γεννούν μεταξύ άλλων τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον μπαμπά.
Πολύπλοκες ενδοοικογενειακές και ενδοκομματικές σχέσεις!
Χάριν της ιστορικής αλήθειας πρέπει να δεχθούμε ότι η Οικογένεια είναι το μεγαλύτερο πολιτικό τζάκι και οι κρητικές επαναστάσεις της οφείλουν πολλά.
Και τι σχέση έχουν αυτά με τους Πολωνούς?
Το 1919 ο Βενιζέλος (η Οικογένεια δηλαδή) στέλνει μετά από τηλεγράφημα του Κλεμανσό το περίφημο εκστρατευτικό Σώμα στην Κριμαία στο πλευρό των "Λευκών" να σκοτώσει τους Ρώσους επαναστάτες.
Και τί στρατό!
Τον καλύτερο! 24.000 (!!!) εμπειροπόλεμους απ τους βαλκανικούς, με 800 αξιωματικούς μπαρουτοκαπνισμένους, τα μεγαλύτερα ονόματα, ήρωες: Πλαστήρας,
Κονδύλης,
Γονατάς,
Παπαδόγγονας,
Τσολάκογλου,
Σπαης,
Καλαμπαλίκης κλπ!
Με Μηχανικό, Υγειονομικό, πυροβόλα, μεγάλο ναυτικό.
Πραγματικά μια πάνοπλη ανίκητη στρατιά που ηττήθηκε από τη λυσσασμένη αντίσταση των Μπολσεβίκων, μα κυρίως γιατί ετέθη υπό τις διαταγές των ηλιθίων Γάλλων, που έκαναν παν τι δυνατόν για να την υπονομεύσουν.
Την ίδια ακριβώς Συμφωνία επανέλαβε προ ημερών ο ο πρωθυπουργός με τους Αμερικάνους! Να τίθενται οι αξιωματικοί μας κάτω από αμερικανική διοίκηση!
Τι παράξενος... αταβισμός!
Το τι ακολούθησε αυτή τη χίμαιρα που η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν ήθελε, καλύτερα να μη θυμόμαστε...
Η καταστροφή της Σμύρνης ήρθε κι από αυτή τη χίμαιρα.
Τέλος πάντων, εκεί στη Ρωσία οι Έλληνες πολέμησαν τους Ρώσους μαζί με δύο Μεραρχίες Πολωνών.
Ναι, με τους Πολωνούς έχουμε συμπολεμήσει τους Ρώσους!
Και ο Βενιζέλος έλαβε τον τίτλο του Τάγματος του Λευκού Αετού της Πολωνίας, την ανώτατη διάκριση του πολωνικού κράτους που δίδεται σπανιότατα σε ξένους!
Η Οικογένεια έχει πολλούς δεσμούς με την Πολωνία.
Και σήμερα, τους συνδέει ένα αταβιστικό μίσος εναντίον των Ρώσων.
Περνάει στην οικογενειακή παράδοση, στα οικογενειακά μιμίδια.
Λέτε να ξαναδούμε Έλληνες και Πολωνούς να πολεμάνε μαζί Ρώσους υπό Γαλλική Διοίκηση?
Ποιο λάδι είναι πιο υγιεινό για το τηγάνισμα του μπακαλιάρου;
Στο άρθρο μου “Βακαλάος:Πως τον ξαλμυρίζουμε και γιατί τρώμε βακαλάο στις 25 Μαρτίου” είδαμε πως ξαλμυρίζουμε τον μπακαλιάρο,τώρα ας δούμε και με τι λάδι μπορούμε να τον τηγανίσουμε.
Η επιλογή του σωστού λαδιού για το τηγάνισμα, μας απασχολεί πάρα-πάρα πολλές φορές και αυτός ήταν ο λόγος που το άρθρο μου “Tο ελαιόλαδο είναι ένα από τα ασφαλέστερα λάδια για τηγάνισμα και μαγείρεμα σε υψηλές θερμοκρασίες” ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στην ασφάλεια που μας προσφέρει το ελαιόλαδο στο τηγάνισμα ,αλλά και σε ένα μεγάλο κατάλογο δημοσιευμένης έρευνας που υποστηρίζει αυτή τη άποψη.
Ας παρακολουθήσουμε άλλη μία έρευνα του Πανεπιστημίου στο Leicester
Η επιλογή του σωστού λαδιού για να μαγειρέψουμε και να τηγανίσουμε είναι μια περίπλοκη δουλειά γράφει ο Michael Mosley,για αυτό μας παραθέτει τα αποτελέσματα βρετανικής μελέτης ,η οποία ανέτρεψε πολλά από αυτά που πιστεύονταν ως τώρα για τα λάδια και τα βούτυρα στο τηγάνισμα...read more...https://botanologia.gr/poio-ladi-einai-pio-ygieino-gia-to-tiganisma-toy-mpakaliaroy/
Ο άνθρωπος της καρδιάς μας
Η κατάρρευση ήταν, είναι και θα είναι μέρος της ζωής, κι ένα από τα πιο δύσκολα τεστ.
Είναι εδώ όμως που θα δείξουμε από τι υλικά είμαστε φτιαγμένοι.
Η ζωή θέλει να πολεμήσουμε.
Να πολεμήσουμε για το ατομικό μας καλό ή για το καλό ολόκληρης της κοινωνίας ή για το καλό της ίδιας της ζωής.
Πολλοί άνθρωποι εξαντλούνται, εγκαταλείπουν κι αφήνονται στην μοίρα τους, κι αυτό δεν είναι ό,τι καλύτερο.
Ελάχιστοι, μια χούφτα άνθρωποι θα δείξουν τα δόντια τους στην ζωή.
Κι αυτό ακριβώς είναι που πρέπει όλοι να κάνουμε όταν έρθει μια κατάρρευση:
Να την κοιτάξουμε κατάματα και να δούμε πως θα την αντιμετωπίσουμε, και όχι να εγκαταλείψουμε.
Γιατί αν εγκαταλείψουμε η ζωή θα μας δώσει μια ακόμη μεγαλύτερη σπρωξιά και θα βρεθούμε σ΄ένα πιο σκοτεινό τούνελ και δεν είναι αυτό που θα θέλαμε.
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που έρχονται οι καταρρεύσεις και που όλοι όμως έχουν σχέση με την εξέλιξη.
Είναι η εξέλιξη που απαιτεί την καταστροφή για να χτίσει το νέο.
Έτσι λειτουργεί η ζωή.
Έτσι ήταν πάντα και έτσι πάντα θα είναι.
Τα πάντα στην ζωή έχουν τον κύκλο τους.
Την αρχή, την άνοδο, την κορύφωση, την παρακμή και το τέλος.
Έτσι έχει σχεδιαστεί η ζωή.
Το καλό, το νέο, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το κακό, την καταστροφή του παλιού.
Η πρόοδος είναι κρυμμένη μέσα σε αυτό το παιχνίδι.
Το καλό και το κακό, το νέο και το παλιό εναλλάσσονται συνεχώς.
Δεν θα ζήσουμε για πάντα κι όλα όσα έχουμε και κάνουμε δεν είναι για πάντα.
Η δουλειά μας, οι σχέσεις μας, ό,τι μας κάνει ευτυχισμένους, το σώμα μας, η ψυχή μας, οι άνθρωποι μας, ό,τι αγγίζουμε, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι για πάντα.
Οι άνθρωποι όμως συνδεόμαστε με όλα αυτά, κι είναι αυτή η προσκόλληση που προκαλεί πόνο όταν έρχεται η κατάρρευση.
Το όφελος από μια κατάρρευση είναι ότι μπορούμε να απελευθερώσουμε τον εαυτό μας από αυτά τα ψυχικά και συναισθηματικά κλουβιά.
Να τον απελευθερώνουμε δηλαδή από την προσκόλληση στο σώμα μας, στην απληστία, στην επιθυμία για υλικά αγαθά, την προσκόλληση στους ανθρώπους γύρω μας, ακόμη κι αν αυτοί είναι πολύ δικοί μας κ.α.
Η κατάρρευση, μας κάνει ελεύθερους όπως ένα πουλί.
Κρατάμε μόνο το μυαλό μας και πετάμε στον ουρανό, επιστρέφουμε πίσω στο κέντρο του εαυτού μας για να αρχίσουμε να δημιουργούμε μια νέα και καλύτερη ζωή.
Μόνο η κατάρρευση μας δίνει αυτή την ευκαιρία.
Έχουμε λοιπόν δυο επιλογές:
Είτε θα κλαίμε και θα λυπούμαστε τον εαυτό μας ή θα μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από την παγκόσμια κατάρρευση που βιώνουμε σήμερα, με αφορμή την πανδημία του κορωνοϊού, και θα οργανωθούμε να προχωρήσουμε προς τα εμπρός.
Η κατάρρευση μας δίνει την ευκαιρία μέσα σε λίγο χρόνο, να μάθουμε περισσότερα από ό,τι σε χρόνια, ακόμη και αιώνες χαλαρής ζωής.
Και με αυτά τα νέα υλικά να χτίσουμε σε πιο σταθερά θεμέλια, μια νέα εντελώς διαφορετική ζωή, που θα είναι πιο κοντά στον εσωτερικό μας εαυτό.
Πρέπει να δείξουμε στην ζωή, πως ξέρουμε να πολεμάμε και δεν παραδιδόμαστε εύκολα.
Να υποδεχτούμε την κατάρρευση ως το εργαλείο, που θα μας φέρει πιο κοντά στην καλύτερη έκδοση του εαυτού μας.
Θα έχουμε γίνει ο καλύτερος άνθρωπος της καρδιάς μας.
Ελένη Βουγιούκαλου, Πρόεδρο του Α.Λ.Π










